Πέμπτη 24 Αυγούστου 2023

Sunset

 












Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Πλουσιώτερ’ ἡ καθάρια μέρα στὸ τελείωμά της·
μία χρυσαφένια αἴγλη στὸ λειβάδι πάνω ἑδρεύει·
ἥσκιοι ἁβροὶ γλιστροῦν, σημάδι ἀναπαύσεως δροσάτης
σὲ τοπίο ποὺ πραΰνει, θάλασσα ποὺ γαληνεύει.

Καὶ
στὸ πειὸ εὐγενές, πειὸ φίνο, πειὸ ὡραῖο φῶς λουσμένη
ψυχὴ πρὸς γλυκυτέρα, πει ὑψηλὴ εὐτυχία ῥέπει·
τὸ μεσημερνὸ φῶς λείπει κι ματιὰ εὐνοημένη
αὐξανόμενη τὴν χάρι σοὐρανὸ καὶ γῆ προβλέπει.

Μὰ πρὶν ἁγνοτέρα λάμψι μπῇ στὸ πράσινο κορῶνα,
ὡραιότατη στιλπνότης τὸ ἀναμένον ἄλσος ντύνει,
ἀμφιλύκη ὁλοπυκνώνει, κι παροδικὴ εἰκόνα
μὸν μιὰ θύμησι ἁγιασμένη τῆς ἀγάπης πίσω ἀφήνει!

Δευτέρα 21 Αυγούστου 2023

The Ancient Track


 










Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Δὲν βρέθη χέρι δίπλα μου ὀπίσω νὰ μ’ ἐκράτει
τὴ νύχτα ποὺ ἀνακάλυψα τ’ ἀρχαῖο μονοπάτι
πάνω ἀπ’ τὸν λόφο· κόπιαζα τὰ μάτια ν’ ἀτενίζαν
τῶν ἀγροτόπων τὴν θωριά, τὴν μνήμη ποὺ κεντρίζαν.

Τὸ δέντρο δῶ, τοῖχος κεῖγνωστὲς ἦσαν εἰκόνες,
κιὅλα γύρω ἐφώρμησαν, σκεπὲς καὶ ὀπωρῶνες
θαῤῥεῖς ἀναγνωρίσιμα, βαθιὰ μὲς στὸ μυαλό μου
λὲς κιἀπὸ ἕνα παρελθὸν ὄχι ἀλαργινό μου.
Ἐγνώριζα τὸ ποιὲς σκιὲς πρόκειται νὰ ῥιχτοῦνε
ὅταν τοῦ μισοφέγγαρου οἱ ἀχτῖδες θἀνεβοῦνε
πίσἀπτοῦ Ζέιμαν τὴν πλαγιά, καὶ πῶς θὲ νὰ φωτίσουν
τὸν τόπο τῆς κοιλάδος μπρός, τρεῖς ὧρες σὰν κυλήσουν.
Κιὡς πορεία ἔγινεν ἀπότομη ἀνηφόρα
κιὥμοιαζε πὼς θἀκράγγιζε τοῦ οὐρανοῦ τὴν χώρα
δὲν εἶχα φόβο γιὰ τὸ τὶ κεῖται καὶ περιμένει
πέρἀπὸ ἐκείνη τὴν κορφὴ τὴν διαγεγραμμένη.
Γραμμὴ ἐβάδιζα, ἐνῷ τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι
χλωμὸ γινόταν βαθμηδόν, φωσφόριζε τὸ βράδυ,
κι τοῖχος μὲ τἀέτωμα τῆς ἀγροικιᾶς αὐγάζαν
καὶ δίπλα στὸν ἀνήφορον ἀπόκοσμα φαντάζαν.
Ὑπῆρχε κεῖ τὁρόσημο πούξευρα θἀπαντήσω
«
Δυὸ μίλια γιὰ τὸ Ντάνγουιτς» –  πλέον θ νἀντικρύσω
πέρα τ χάραμμα στεγῶν μ τὸ κωδωνοστάσι
μ
δέκα μόλις δρασκελιές, κορφὴ σὰν θάχα πιάσει

Δὲν βρέθη χέρι δίπλα μου ὀπίσω νὰ μἐκράτει
τὴ νύχτα ποὺ ἀνακάλυψα τἀρχαῖο μονοπάτι,
κιἔπιασα τὴν κορφὴ νὰ ἰδῶ εἰς ἔκτασι ἁπλωμένη
μία κοιλάδα τῶν νεκρῶν καὶ τῶν χαμένων, ξένη:
Στὸν λόφο Ζέιμαν πάνωθε τὸ κέρας αἰωρήθη
ἀπόνα νηὸ κακόβουλο φεγγάρι ποὺ ἐγεννήθη,
νὰ φέξῃ ἀγριόχορτα κιἀγράμπελες ποὺ αὐξαῖναν
πάνω σὲ τοίχων ῥείπια πρωτόφαντα σὲ μένα.
Βιοφωταύγεια ἔλαμπε σἀγρὸ καὶ βουρκοτόπι
καὶ μιὰν ὁμίχλη ἀνάβρυζαν νερῶν ἀγνώστων τόποι
ποὺ οἱ στριφτοί της ὄνυχες χλεύαζαν σὰν ἀστεῖο
τὴν σκέψι πὼς ἐγνώριζα κάποτε τὸ σημεῖο.
Ἐτούτη τρελὴ σκηνὴ πλέον μὲ εἶχε πείσει,
τὸ λατρευτό μου παρελθὸν ποτὲ δὲν εἶχα ζήσει
Μήτἤμουν πειὰ στὴ διαδρομὴ πούχα περπατημένη
καὶ στὴν ἀπὸ καιροῦ νεκρὴ κοιλάδα κατεβαίνει.
Ἦταν ὁμίχλη γύρω μουΜπροστά, τὸ νέφος βρίσκω
ἀπὸ τὶς ἀστρικὲς ῥοὲς στὸν Γαλαξία Δίσκο
Δὲν βρέθη χέρι δίπλα μου ὀπίσω νὰ μἐκράτει
τὴ νύχτα ποὺ ἀνακάλυψα τἀρχαῖο μονοπάτι
.


Κυριακή 20 Αυγούστου 2023

To the Old Pagan Religion


 










Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Ὀλύμπιοι θεοί! Ὑμᾶς πῶς ν’ ἀπολησμονήσω
καὶ νὰ δεθῇ ἡ πίστι μου στὸ νηὸ πιστεύω τοῦ Χριστοῦ;
Τὲς πατρικὲς θεότητες μπορῶ ν’ ἀπαρατήσω
γιὰ κεῖνον ὅπου μάτωσε ὑπὲρ τ’ ἀνθρώπου ἐπὶ σταυροῦ;

Πῶς στὴν ἀδυναμία μου ἐλπίδες νὰ βαστάξω
σ’ ἕναν μοναδικὸ Θεό, κι’ ἂς ἔχῃ μπόρεσι τρανή;
Γιατί ἀπ’ τὸ πλῆθος τοῦ Διὸς βοήθεια πειὰ μὴ δράξω
ν’ ἁπαλυνθῇ ὁ πόνος μου, νὰ λάμψ’ ἡ ὥρα ἡ σκοτεινή;

Δρυάδες πλέον δὲν βρίσκονται εἰς ὄρη δασωμένα
κεῖ ποὺ συχνὰ περίλυπος περιπλανιέμαι μοναχός;
Ναϊάδες εἰς κρηνῶν νερά, δὲν εἶναι, κρουσταλλένια;
Μήτε σ’ ὠκεανῶν ἀφρὸ τῶν Νηρηΐδων ὁ χορός;

Τὸ νέο γοργαπλώνεται, φθίν’ ἡ προτέρα πίστι.
Ὁλοῦθε τ’ ὄνομα «Χριστός» στὸν ἄνεμον ἀντιλαλεῖ.
Μὰ ἡ συντριμμένη μου ψυχὴ παντέρμη ἀπελπίστη
καὶ ἐδεήθη στοὺς Θεοὺς τὴν ὑστερνή της προσευχή.

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

Ῥωμαϊκὸν σονέττο (Τῆς πτώσεως)

Ῥωμαϊκὸν σονέττο
(Τῆς πτώσεως)


σξθ
΄

Ὁ Στράτης τρώγει στὸν σοφρά, καφὲ ἡ Ἄννα πίνει,
γυρνοῦν εἰς νηόστρωτες αὐλές, θωρᾶν ψηλὰ μπαλκόνια·
τὰ τέκνα σπίτι’ ἀνάστησαν, κι’ οἰκοδομὴ νὰ δίνῃ,
κατέχουν πειὰ κι’ ἐξοχικὰ κι’ ὅσα ἐλεῖπαν χρόνια.
Κι’ ἐρώτησα τὴν μάννα μου κι’ ἐρώτησα τὴν θειά μου,
«Πρόσφυγες, πῶς θὰ χαίρονταν τὰ τόσ’ ἀποχτημένα»·
συνδυὸ μοὶ ἀπεκρίθησαν κι’ ἐσκίρτησε ἡ καρδιά μου,
«Μήτε ποὺ τὰ ἐπρόσεχαν καὶ τά ’χανε γραμμένα».

Ἀμ’ ὅταν ἱστοροῦσαν * τῶν ἀνθρώπων τὸν κάματο
ἁγνὰ συγκινημένοι * τοὺς ἀξίους ἐπαίνευαν,
τοὺς μόχθους τῶν ἀγώνων, * τῆς ἀρετῆς τὴν σμίλη.
Ὤ παππού μου! Γιαγιά μου! * Τὴν ξεφτίλα, τὸν θάνατο
τῆς πτώσεως μὴν ζήσω· * κι’ ὀμνύω στὰ μᾶς ἕνωναν
ποτὲς μὴν προσκυνήσω * ὡς καὶ ὑμεῖς τὴν ὕλη.

Κυριακή 2 Ιουλίου 2023

Ῥωμαϊκὸν σονέττο (Τοῦ παρακατιανοῦ)

 Ῥωμαϊκὸν σονέττο

(Τοῦ παρακατιανοῦ)

σξη
΄

Ὤ! Μακάριοι * ποὺ σὲ ὑποτιμοῦνε,
ταπεινόν, ἀχαμνὸν * ποὺ σὲ ὀρδινιάζουν·
τοῦ βίου ὁδηγὸν * στεῤῥὸν σ’ ἀραδιάζουν,
καὶ παρακάτω * καὶ τρίτον σὲ θωροῦνε.
Πὼς δὲν ἔζησες, * πὼς διόλου δὲν ἐχάρης,
καί φτωχὸς καί λιτὸς * καί ἀταξείδευτος·
ἀνήλιος ἡδονῶν, * πάντ’ ἀσυγχρώτιστος,
δὲν ἀξιώθης * γεῦσι ζωῆς νὰ πάρῃς.

Ὅτι βαστιέσαι * στοῦ κάλλους σου τὸ κάστρον,
ἀντρειεύεσαι * στὸ πειὸ ἁψηλὸ πυργί σου,
κι’ ἔρμος θωρεῖς * τῶν πολλῶν τὴν παράταξι.
Τῶν μαρμαρινῶν * σταυρῶν ἡ διάταξι
κάποιο λιόγερμα * ψιθύρισεν στ’ αὐτί σου:
«Σὲ ἀρκεῖ μι’ αὐλή, * μιὰ φυλλωσιά, ἕν’ ἄστρον».


Τρίτη 25 Απριλίου 2023

Ἐρείπιον

Ἐρείπιον

σξζ΄

Διὲς ἕνα μέρος, ἂν μὲ εἰπῇς, τί νὰ σὲ εἰπῶ, καλέ μου,
ὅπου τὸ κοσμοτέλειωμα πατεῖ στὴν κοσμογέννα·
ὁ γέρων κεῖ στερνοβογγᾷ, τὸ βρέφος πρωτοκλαίγει,
κι’ ἔνι ὁ χρόνος γέροντας, ὁ χρόνος καὶ τὸ βρέφος,
τὸ δείλι μήτρα τοῦ μωροῦ, τοῦ γέρου νεκροκλίνη.
Κονίαμα ὠχροφαιό, τοῦβλο ξεγυμνωμένο,
τὸ κεραμίδι πράσινο, σενάζι σκεβρωμένο,
συνάμα ὀρθό, κατάγερον, καὶ καταγῆς ῥιγμένο.

Βρίσκεται τόπος, ἂν ἰδῇς, νὰ δείξω σε, καλέ μου,
ὅπου τὰ μύρια βλέμματα σμεῖξαν τὰ μύρια μάτια·
καιροὺς βουβὰ ὡμίλησαν, στὰ φωναχτὰ ἐσιωπῆσαν,
τρίσβαθα τοίχους πότισαν καὶ τρόγυρα τοὺς δρόμους,
τὰ μεσημέρια ξεχειλοῦν καὶ ξανακουβεντιάζουν.
Ἡ καγκελλόπορτα σκουριὰ κι’ αὐλὴ ἀτσαλιασμένη,
χαμαὶ τὰ τζάμια θρύψαλα, ἐσώθυρ’ ἀνοιγμένη,
τ’ ἄβατο τῶν παραθυριῶν θέα φανερωμένη.

Ὀμπρός σου ἔπος κι’ ὄλεθρος! Κλᾶψε μας, ἀκριβέ μου,
κλᾶψε μας καί ὁλόχαρος, κλᾶψε γιομᾶτος θλῖψι·
κι’ ὅσον μετρᾷς τὸν οἶκο του μολόγα καὶ τὸν κτίστη,
τὸν μαστορεύει ἔρωτες κι’ ὄνειρα λιθοχτίζει,
π’ ὅλο τὰ δέρνει στρόβιλος, σεισμὸς τὰ τανταλίζει.
Διές, στὸν βοῤῥᾶ ὁ θεῖος νοῦς, ἡ ἅγια ὕλη στὸν νοτιά,
σ’ ἀνατολὴ τ’ ἀθάνατα, πέρα στὴν δύσι τὰ θνητά,
κι’ ἐσταυρωμένη ἀναμεσὶς τοῦ Κόσμου ἡ ἀνθρωπολογιά.


Δευτέρα 10 Απριλίου 2023

Γεῖς

Γεῖς


σξϚ΄

«Τί κάθεσαι σειριὰ νυχτιὲς κι’ ὁλοθωρεῖς τ’ ἀστέρια».
«Ὅτι ἀνιμένω τὴν βροχήν, ὅντες ν’ ἀστράψῃ πέρα».
«Κι’ ἂν ξαστεριὰ ποῦ σύγνεφα, δίχως τα ποῦ οἱ στάλες».
«Κάποτες πάλιν ἔβρεξε στοῦ σκοταδιοῦ τὴν ξέρα·
κι’ ἦσαν τὰ φῶτα σύγνεφα κι’ οἱ φωταχτῖδες στάλες
καὶ τῆς νυχτιᾶς οἱ ἀστραρμαθιὲς λειβάδια τ’ ἀνθισμένα».
«Καὶ ποιός ὁ ποὺ φωτόβρεξε κι’ οἱ νυχταγροὶ φυτρῶσαν;»
«Ὁ πρωτολιός, ὁ μεγαλιός, ἥλιος ὁ Γεῖς κι’ ἀληθολιός».

Σάββατο 8 Απριλίου 2023

The City


 










Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Ἦτον χρυσῆ καὶ τρανωμένη
ἐκείν’ ἡ πόλις τοῦ φωτός·
μία εἰκόν’ ἀναρτημένη
μέσα στὰ βένθη τῆς νυκτός·
τόπος ὁμοῦ τοῦ θαυμαστοῦ, τῆς δόξης,
καὶ μαρμαρόλευκος κάθε ναός.

Τὴν ἐποχὴ σύρω ἀπὸ μνήμης
π’ ἀνέτειλε στοὺς ὀφθαλμούς·
τρελὸς καιρὸς παραφροσύνης,
ἡμέρες ποὺ μουδιάζ’ ὁ νοῦς
ὡς ὁ χειμών, λευκόπεπλος, φρικώδης,
προελαύνει μὲ μανίες, παιδεμμούς.

Πειὸ ὡρηὰ κι’ ἀπ’ τὴν Σιὼν λογιόταν
στὰ οὐράνια ὡς ἔφεγγε ψηλά,
τοῦ Ὠρίωνος τὰ βέλη ὅταν
συσκότισάν μου τὴν ματιά,
χύνοντας ὕπνον ὅλο μ’ ἀχνὲς μνῆμες
θολῶν στιγμῶν πό ’χουν παρέλθη πειά.

Μέλαθρα μ’ ἀρχοντιὰ φτειαγμένα
μ’ ἀνάγλυφα νὰ τὰ κοσμοῦν,
κι’ ἦσαν γαλήνια ὑψωμένα
σ’ ἐξῶστες σπάνιους νὰ πατοῦν,
καὶ μυρωδᾶτοι λιόφωτ’ ἦσαν κῆποι
μὲ θαύματα παράξενα ν’ ἀνθοῦν.

Οἱ δρόμοι της μ’ ἐσαγηνέψαν
μὲ θώρι ἐκθαμβωτικό·
ψηλὲς ἁψῖδες μ’ ὡρμηνέψαν
πὼς μιὰ φορὰ κι’ ἕναν καιρὸ
πλανήθηκα ἐν ἐκστάσει κάτωθέ των,
κι’ εἰς κλίμα εὐφράνθην εἰδυλλιακό.

Ἐντὸς τῶν πλατειῶν στημένα
πλῆθος γλυπτὰ ὁμοταγῆ·
ἀρχηγικοί, μὲ πλούσια γένεια,
ἄνδρες σπουδαῖοι μιὰ ἐποχή –
μὰ εἷς ἔστεκε σπασμένος, διαλυμένος,
τσακίστ’ ἡ γενειοφόρος κεφαλή.

Μὲς στὴν λαμπρὴ πόλι γυρνῶντας
δὲν ἔσμειξα ψυχὲς θνητές·
μὰ ἡ φαντασιά μου, ὑποχωρῶντας
μπροστὰ στῆς μνήμης τὶς ἀρχές,  
χάζευε τὶς φιγοῦρες στὶς πλατεῖες,
κι’ ἐθαύμαζε τὶς λίθινες θωριές.

Τὴν ἀχνὴ χόβολη ἐφυσοῦσα
ποὺ ἔκαιγε μὲς στὸ μυαλό,
καὶ νὰ βαδίσω ἐμοχθοῦσα
αἰώνων πίσω τὴν ὁδό·
μὲς στ’ ἄπειρο λεύτερα ν’ ἀλητέψω,
νὰ μπῶ στὸ παρελθὸν δίχως φραγμό.

Φριχτὸ προαίσθημα μ’ ἁρπάζει
τότε μὲς στὴν ψυχὴ γοργόν,
δυσοίωνο πρωὶ ὡς χαράζει
κι’ ἁπλώνει φῶς ἐρυθρωπόν,
κι’ ἐν πανικῷ ἐμάκρυν’ ἀπ’ τὴν γνῶσι
τρόμων λησμονημένων καὶ νεκρῶν.

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2023

Τὸ στοίχημα

Τὸ στοίχημα

σξε΄

Τὸ χάραμμα σιμώνει, κρούει βαρὺ σφυρί,
ἀχὸς ποὺ πασσαλώνει, σχίζει τὴν κρύα γῆ.
Ἡ φαμελιὰ ξυπνάει, φωνάζουν τὰ παιδιά:
«Πατέρα, μι’ ἀγελάδα! Στὴν πόρτα μας βοσκᾷ».
«Ποιανοῦ ’ναι; Δῶ πῶς βρέθη; Καὶ ποιός τὴν ἔδεσε;»
«Μπρέ, μπρέ!» τὴν εἶδ’ ὁ Στράτος κι’ ἐχαμογέλασε…

«Μιὰ νταμιτζάνα οὖζο, Στράτο, νὰ συμπαθᾷς,
τὴν πίνω δὲν τὴν πίνεις, μιὰν ἀγελάδα πᾷς;»
«Ζῳέμπορας περνιέσαι, δὲν θὰ σοῦ λείψῃ μιά·
περνιέμαι νοικοκύρης, κι’ ἔχω μικρὰ παιδιά».
Μὴν σωριαστῇ ὁ Στράτος συνδυὸ τὸν περπατοῦν·
τὸν βαρυρογχαλίζει τέσσερεις κουβαλοῦν.


Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2023

Τὸ ἀγόρι (Τάγης)


Τὸ ἀγόρι (Τάγης)


σξδ΄


Στῆς Ταρκυνίας τοὺς ἀγρούς, τὰ παχουλὰ χωράφια,
εἷς γεωργὸς πορεύεται, τ’ ὀργώνει ν’ ἀρχινήσῃ.
Κάταστρο δρόμο ὑπάγει τον, μὲ τὴν αὐγοῦλ’ ἀφίχθη,
κι’ αὖθι τὸ στερνοχάραμμα τ’ ὡρηὸν ζευγάρι ζεύει.
Ἐσέρναν μπρὸς τὰ ζωντανὰ κι’ αὐλάκωνε τ’ ἀλέτρι
κι’ ἀνάβγαινε τὸ χῶμα ὁγρὸ κι’ ἡ γῆς μοσχομυρίζει,
ἀμὴ ἐπάρθη τὸ ὑνὶν καὶ βαθυναυλακώνει.
«Χαῖρε!» γροικιέται μιὰ φωνὴ κι’ ἐστράφη ὁ ζευγολάτης,
κι’ ἀναμεσὶς τοῦ αὐλακιοῦ ἐφύτρωσ’ ἕνα ἀγόρι.
Ἐκειὸς τὸ πρῶτο ἐκέρωσε, δεύτερο ἀναῤῥιγάει,
τρίτον ἐβροντοφώναξε κι’ ὠχρὸς πισωπατάει.
Ἀκοῦσαν τον στὰ πέρατα, συντρέχουν οἱ γειτόνοι
κι’ οἱ τῶν γειτόνων γείτονες, βοσκοὶ καὶ ζευγολάτες,
κι’ ἄλλοι εἰς ὀλίγον ἔτρεξαν κι’ ἦρθεν ἡ πόλι ὁμάδι,
κι’ ἦτον ὁ Τάρχων κεφαλή, τῆς πόλεως ὁ κτίστης.
«Παιδί, ποιός εἶσαι; Τί ζητᾷς; Πῶς ἀπὸ γῆς φυτρώθης;»
Καὶ τὸ παιδὶ ἀπεκρίθη του καὶ τέτοια τὸν προστάζει.
«Πέμψε μαντᾶτο, πρώταρχε, στὲς δώδεκα τὲς πόλεις,
νὰ ’ρθοῦν ἀρχόντοι κι’ ἱερεῖς, γραμματικοὺς νὰ φέρουν».
Φτάνουν ἀπὸ τοὺς Βήιους, τοὺς Βόλκους, τὴν Καιρέα,
τὸ Κλούσιον, τοὺς Βολσίνιους κι’ ἀπ’ τὴν Βετουλωνία,
Ποπλώνιον καὶ Κόρτωνα κι’ ἀπὸ τὴν Περουσία,
κι’ ἦρθαν στερνοὶ ἀπ’ τ’ Ἀῤῥήτιον κι’ ἀπὸ τὲς Βολατέῤῥες.
Στέκει τ’ ἀγόριν ἐν σιωπῇ, πέριξ τ’ ἀρχοντολόγι
καὶ κύκλους ὁλοτρόγυρα τῶν Τυῤῥηνῶν τὰ πλήθια.
Τότες κινάει τὴν ψαλμῳδιά, τραγουδιστὰ ’παγγέλλει,
καθάρια ὡς κρήνη τοῦ βουνοῦ, γλυκόγευστα ὡς τὸ μέλι,
κι’ ἄπαυτα λόγους ἔψελνε κι’ ἄπαυτα κεῖνοι ἐγράφαν:
Πῶς νὰ ὁρμηνεύουν τὴν βροντή, τὸν τρομερὸν ἀχό της,
πῶς νὰ ξηγᾶν τὴν ἀστραπὴ σὰν οὐρανοφωτίζῃ,
πῶς ν’ ἀναγνώθουν σωθικά, τῶν σφάγιων τὰ συκώτια,
πῶς νὰ διαβάζουν τὰ πουλιά, τοὺς φτερωτούς των δρόμους,
πῶς νὰ ξεκρίνουν οἰωνούς, θεόσταλτα σημάδια,
πῶς νὰ ὁρίζουν τοὺς ναοὺς καὶ πῶς βωμοὺς νὰ στήνουν,
πῶς νὰ ἐκτελοῦν τὲς λειτουργιές, πῶς καθαρμοὺς νὰ κάμνουν,
καὶ τῶν θεῶν τὴν ὄργητα πῶς νὰ ἐξευμενίζουν.
Κι’ ἄπαυτα λόγους ἔψελνε κι’ ἄπαυτα κεῖνοι ἐγράφαν:
Ποιὰ ἔν’ ἡ φύσις τῶν καιρῶν καὶ πῶς κυλᾷ ὁ χρόνος,
πῶς διαιρεῖται ὁ οὐρανός, ποῦ τῶν θεῶν οἱ τόποι,
πόση τοῦ ἀνθρώπου ἡ ζωή, τοῦ καθενὸς γραμμένο,
πῶς νά ’χῃ κάστρη ἄπαρτα, πόλεις νὰ θεμελιώνῃ.
Τὸν κόσμον ἀνιστόρησε τὸν πέρ’ ἀπ’ τὰ μνημούρια,
σὰν ἀποθάνουν τὶ θὰ ἰδοῦν, τ’ ἄγνωρα ἱνὰ γνωρίσουν,
τὲς τελετὲς πῶς νὰ σωθοῦν, κεῖ νὰ καλωσορίσουν·
κι’ ἄλλα πολλὰ κι’ ἀπ’ τὰ πολλὰ καὶ παραπάνω ἀκόμη.
Ὅντες οἱ λόγοι ἔπαυσαν ἐρώτησεν ὁ Τάρχων.
«Σοφέ, ὁ μοιάζεις μὲ παιδί, ποιό ἔνι τ’ ὄνομά σου;»
Καὶ τὸ παιδὶ ἀπεκρίθη του, οἱ Τυῤῥηνοὶ νὰ μάθουν.
«Εἶμαι τ’ ἀγγόνι τοῦ Διός, νὰ μὲ καλῆτε Τάγη».
Τ’ ὄνομ’ ἀφοῦ ἐξεστόμισε πέφτει νεκρὸ τ’ ἀγόρι,
κι’ ἄξαφνα ἐχάθη καταγῆς ὡς ἄξαφνα ἐφυτρώθη.
Ἐδάκρυσαν οἱ Τυῤῥηνοὶ μὲ τῆς τιμῆς τὸ δάκρυ,
τοὺς ἔκριν’ ἄξιους ὁ Ζεύς, πρεπὰ νὰ τοὺς διδάξῃ,
κι’ ὅλην τὴν γνῶσι ἐσφράγισαν εἰς ἱερὰ βιβλία·
κι’ ὡρκίστηκαν νὰ τὴν φυλοῦν καὶ κατ’ αὐτὴν νὰ διάγουν,
νὰ μνημονεύουν τὸ παιδί, τὸ πάνσοφον ἀγόρι.