Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

The Outpost



















Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Ὅταν πειὰ στ’ ὠχρὸ τὸ ῥέμμα ἡ σπερνὴ δροσιὰ κοιμᾶται
καὶ στοιχειώνουνε οἱ ἥσκιοι τῶν ζουγκλῶν τὰ μονοπάτια,
φλογωμένα λαμποφέγγουν τῆς Ζιμπάμπουε τὰ παλάτια
γιὰ ἕναν βασιληὰ μεγάλο ποὺ νὰ ὀνειρευτῇ φοβᾶται.

Ὅτι μοναχὰ ἐκεῖνος μὲς στὰ σμάρια τῶν ἀνθρώπων
τὸν ἑρπετοδιώχτη βάλτο διέσχισε τσαλαβουτῶντας·
καὶ μὲ τοῦ ἡλίου τὸ γέρμα καταντίκρυ πολεμῶντας,
σὲ σαβάνας ὄχθη ἐβγῆκε στὸν ἀντίπερα τὸν τόπον.

Τόπο ποὺ πρὶν ἄλλα μάτια δὲν τὸν εἴχανε ξανοίξει
καθὼς δόθη στοὺς ἀνθρώπους τῶν ματιῶν ἡ χάρι κι’ εἶδαν-
ὅμως κεῖ, ὅταν ἡ νύχτα ἤπιε τὴν στερνὴ λιαχτῖδαν,
τὴν κρυψῶνα τοῦ Ἀρχαίου Μυστικοῦ ’χε ἀνακαλύψει.

Ἔστεκαν πυργίσκοι ἀνοίκειοι παραπέρ’ ἀπ’ τὴν ἁπλάδα,
καὶ τειχιὰ καὶ προμαχῶνες ὡς κατάσπαρτοι περζῶναν
τοὺς ἀλαργινοὺς τοὺς τρούλλους ποὺ τὸ ἔδαφος λερῶναν
μὲ λεπροὺς μύκητες ὅμοιοι στοῦ ἀποβρόχου τὴν μουντάδα.

Ἕν’ ἀπρόθυμο φεγγάρι σφάδαζε ψηλὰ νὰ λάμψῃ
πάνω ἀπὸ πεδία ὅπου οἶκος τῆς ζωῆς δὲν χώρει·
κι’ ὡς χλωμόφεγγε μακρόθε τρούλλων καὶ πυργῶν τὸ θώρι,
μοχτηροὺς καὶ περικλείστους τοὺς εἶχ’ ὅλους διαγράψει.

Τότε αὐτὸς ποὺ πιλαλοῦσε νηὸ ἀγόρι στὰ μικρᾶτα
μὲς σ’ ἐρείπια κισσωμένα μὲ ἀποκοτιὰ γεμᾶτο,
ἀναῤῥίγησε στὴν θέα- κι’ ὅ,τι ἁπλώνετο ἐδῶ κάτω
χάλασμα νεκρὸ δὲν ἦταν ποὺ ἀνθρώπου χέρι ἐκράτα.

Ἐξωανθρώπινες φιγοῦρες, καί φαντὲς καί μαντευμένες,
γόνοι ὅπου μισοστέρηοι, μισοαιθέριοι ἐπῳαστῆκαν,
’πὸ ἄναστρα κενὰ ποὺ ἐχαῖναν οὐρανόθε ἀφροχυθῆκαν
κάτω, στῶν ἄδειων τειχῶν τους τὶς αὐλὲς τὶς μιασμένες.

Καὶ πρὸς τὰ κενὰ ἀπ’ τὴν ζώνη τὴν μιαρὴ τῆς τρέλας πέραν
ἄμορφες ὀρδὲς νὰ φύγουν ζοφερὰ ἀφροχειλίσαν,
τῶν ἀχνῶν νυχιῶν τους φόρτος τὰ ναυάγια ποὺ ἐσυλῆσαν
ἀπὸ πράγματα ποὺ ἀνθρῶποι ὠνειρεύτηκαν καὶ ξέραν.

Οἱ Ἁλιεῖς εἶν’ οἱ ἀρχαῖοι, τὸ Ἐξώτερο ἡ φωληά τους-
δὲν φηγήθη ὁ ἀρχιερέας, μέσ’ ἀπ’ τῶν θρυλῶν τοὺς δρόμους,
τὸ πῶς γύρεψαν καὶ ηὗραν τοῦ παληοῦ καιροῦ τοὺς κόσμους,
κι’ ἅρπαξαν, ἄνομη λεία, ὅ,τι ὠρέχθη ἡ ματιά τους;

Τὰ κρυφά, τρομοζωσμένα τὰ φυλάκια τους κλωσσᾶνε
πάνω σὲ μυριάδες κόσμους ποὺ στὸ σύμπαν κατοικοῦνε·
καὶ σὲ κάθε ζῶσα ῥάτσα μόνο ἀπέχθεια προκαλοῦνε,
ὅμως μὲς στὴν μοναξιά τους πάντ’ ἀλώβητοι περνᾶνε.

Ἀπὸ φρίκην ἱδρωμένος, ὁ θεατὴς ἀργοδιαβαίνει
τὸν ἑρπετοδιώχτη βάλτο πάλι πίσω νὰ γυρίσῃ,
ἔτσι ὥστε νὰ πλαγιάζῃ, ἥλιος νηὸς πριχοῦ ν’ αὐγίσῃ,
ἀσφαλὴς μὲς στὰ παλάτια ποὺ γιὰ ὕπνο κλινογέρνει.

Δὲν τὸν πρόσεξαν νὰ φεύγῃ, ἢ μὲ τὴν αὐγὴ νὰ ὁρίζῃ,
μήτε στὴν γυμνή του σάρκα ἔμεινε κάποιο σημάδι
ἀπ’ ὅ,τι εἶχεν ἀνταμώσει στὸ κατάρατο σκοτάδι-
ὅμως πλέον κάθε γαλήνη μὲς στὸν ὕπνο του σκορπίζει.

Ὅταν πειὰ στ’ ὠχρὸ τὸ ῥέμμα ἡ σπερνὴ δροσιὰ κοιμᾶται
καὶ στοιχειώνουνε οἱ ἥσκιοι τῶν ζουγκλῶν τὰ μονοπάτια,
φλογωμένα λαμποφέγγουν τῆς Ζιμπάμπουε τὰ παλάτια
γιὰ ἕναν βασιληὰ μεγάλο ποὺ νὰ ὀνειρευτῇ φοβᾶται.

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020

The Elder Pharos



















Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Στὸ Λένγκ, ὅπου βραχοκορφὲς ὑψώνοντ’ ἄγριες καὶ γυμνὲς
πρὸς ἄστρη κρύα ποὺ ἀμυδρὰ ματιὰ θνητοῦ ζυγώνει,
τινάζεται τὸ σύθαμπο μιὰ φωτοδέσμη μόνη,
ποὺ στὶς κυανὲς ἀχτῖδες της κλαῖν οἱ βοσκοὶ μὲ προσευχές.

(Ἂν καὶ οὐδεὶς εὑρέθη ἐκεῖ) Θρυλοῦν πὼς ἀναβλύζει
ἀπὸ ἑνὸς φάρου τὴν πηγὴ πάνω σὲ πύργο λιθινό,
κεῖ ὅπου ὁ στερνὸς Παληὸς ἔρμος ὑπάρχει στὸν καιρό,
καὶ πρὸς τὸ Χάος ὁμιλεῖ κάθε ποὺ τυμπανίζει.

Τὸ Πλάσμα, λὲν ψιθυριστά, μάσκα μεταξωτὴ φορεῖ
κίτρινη, ποὺ οἱ ἀλλόκοτες πτυχὲς νὰ κρύβουν μοιάζει
πρόσωπον ἐξωχθόνιον, ἂν καὶ οὐδεὶς τολμᾷ νὰ εἰπῇ
ποιὰ τὰ χαρακτηριστικά, ποὺ ἀνάγλυφ’ ἀπεικάζει.

Πολλοί, στ’ ἀνθρώπου τὴν αὐγήν, ἐγύρεψαν τὴν λάμψι,
ὅμως τὸ τὶ ἀνακάλυψαν, οὐδεὶς ποτὲ θὰ μάθῃ.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

Στὸν τελευταῖο


Στὸν τελευταῖο

σμθ΄
                         
Ἀνήμερα ἐθνικῆς γιορτῆς, τὴν εἰκοστὴν ὀγδόη,
λύθη ὁ δεσμός, ἡ ἅλυσις, κι’ ἡ κόρδα λευτερώθη,
κι’ ἀερόπλευσες, φωτοσαϊττιά, κι’ ἀγκύρωσες στὰ οὐράνια.
Κουτάβι σ’ ἐμαζέψαμε, λυκάκι ἔρμο στὴν χλόη,
πολλὰ σ’ ὠνοματίσαμε, δὲν στέρηωσε κἂν ἕνα,
στῆς μνήμης τὰ δροσόχειλα τὸ «τελευταῖος» στερηώθη.
Ψυχή μου ἀνεμοφόρητη, μάτια μου ἡλιοβρεγμένα,
στέκομαι μπρὸς στὸ χῶμα σου, θανατοσυλλογιέμαι.
Φίλος; Ὀχτρός; Τέλος; Ἀρχή; Πόρος; Γιατρειά; Ἀῤῥώστια;
Μυριοκαλεῖται ἀβάφτιστος κι’ ἀνύπαρχτος πάντ’ ἄρχει,
κι’ ὅσο κι’ ἂν πολεμᾷ ὁ νοῦς κατάκαρδα νικιέμαι·
κι’ ἀγύριστος ὁ μισεμμός, μὰ φυέται ἐλπίδος στάχυ
ὁ βέβαιός μας πηγαιμός.

Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

Ὑψηλὴ μαγεία


Ὑψηλὴ μαγεία

Π

«Ἡ ποίησις», μοῦ εἶπε, «εἶναι τέχνη· πανίσχυρη τελετουργικὴ ὑψηλὴ μαγεία, ἡ ἀνωτέρα μορφὴ τοῦ εἴδους. Καὶ ὅπως καταλαβαίνεις κάθε τὶ ἀκραῖο ἐνέχει πάντα κάποιον κίνδυνον, ὡς φίδι σφιχτοπλεγμένο στὸν πυρῆνα του, ὅπου ἀδύνατο ν’ ἀφαιρεθῇ. Ἐργαλεῖο της ὁ ἀμόλευτος Λόγος, ὄχι φίλτρα καὶ βοτάνια καὶ θυμιάματα, καὶ ἡ ἔπαρσις τοῦ ποιητοῦ, ἔτσι ὅπως φαίνεται φορὲς πολλὲς εἰς τοὺς πολλούς, εἶναι τὸ δυνατὸ σφίξιμο τοῦ χεριοῦ του γύρω ἀπὸ τὴν πέννα. Ἐκεῖ δὲν ἁπλώνεται ἡ χώρα τῆς μετριοφροσύνης, κι’ ἂς φαντάζῃ ὁ πλέον μετριόφρων τῶν ἀνθρώπων στὴν καθημερινὴ ζωή του. Πῶς ἀλλιῶς, μὲ ποῖον θάῤῥος, θὰ ἐπικαλεστῇ τρομερὲς καὶ ἀσύλληπτες ὀντότητες γιὰ τὸν ἄνθρωπο, πῶς θὰ φωνάξῃ τὰ ὀνόματά τους ἂν νιώθῃ κοινός, ὀνόματα ὅπως τὸ Θεῖον, τὸ Κάλλος, ὁ Ἔρωτας, ὁ Θάνατος, ὁ Χρόνος… , τέτοιο φριχτὸ καὶ μέγα πλῆθος, ὥστε νὰ παρουσιαστοῦν ἐνώπιόν του καὶ νὰ συνομιλήσῃ μαζί τους. Πῶς θὰ κατεβάσῃ τὸν οὐρανὸ στὴν γῆ, πῶς θὰ δώσῃ μορφὴ στὸ ἀφανέρωτο, πῶς θὰ ἰχνηλατήσῃ τὴν σκιερὴ ἐνέργειά του».
     «Διαφέρει λοιπὸν πολὺ ὁ ποιητὴς ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους», εἶπα.
     «Σὲ τίποτα», εἶπε. «Ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνῃ τελεστικὸς μάγος ἂν τὸ θελήσῃ, ἀρκεῖ νὰ μάθῃ καλὰ τὴν τέχνη του, τὸν ὠργανωμένο, μὲ τελετουργικὸ σκοπό, λόγο, καὶ νὰ γέμῃ πάθους καὶ γενναιότητος. Στοὺς μυστικοὺς τόπους ὅπου θὰ βαδίσῃ, ἀγαπητέ, τὸν προσμένει ἡ πληρότης τῆς δημιουργίας, ὅμως κατόπιν ἀκολουθεῖ πάντα ἡ διάλυσις καὶ ἡ ἐρήμωσις».
     Τὸν καιρὸν ἐκεῖνο κατέφθασεν ἡ σερβιτόρα μὲ τὴν τέταρτη γύρα. Καὶ ἡ σερβιτόρα ἔσκυψε ν’ ἀποθέσῃ τὰ πιοτὰ στὸ τραπεζάκι. Καὶ καθὼς ἀπέθετε τὰ πιοτά, σκυμμένη, ἐφανερώθη τὸ στῆθος αὐτῆς εἰς ἐμένα καὶ ὁ κῶλος αὐτῆς εἰς τὸν συμπότη. Καὶ κατόπιν εὐχήθη «Στὴν ὑγειά σας!» καὶ ἀνεχώρησεν, ὅτι ἐκλήθη γιὰ νέα παραγγελία.
     «Ὡραῖα βυζιά! Μαγεία!» παρατήρησα.
     «Θεσπέσιος κῶλος! Ποίησις!» ἀναφώνησε. Ἀκολούθησαν ἡ διάλυσις καὶ ἡ ἐρήμωσις καθὼς πίναμε σιωπηλοὶ τὴν πρώτη γουλιά. Τὸν χτύπησα φιλικὰ στὴν πλάτη, «Σὲ νιώθω» τοῦ εἶπα, ἐκεῖνος ἔνευσε καὶ ξαναήπιαμε.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Ἡ τέχνη γιὰ τὸ κάλλος


Ἡ τέχνη γιὰ τὸ κάλλος

σμη΄

Ἡ ἐμμορφιὰ ἐντὸς κρατεῖ τὸ ἦθος,
τ’ ἄναρχον, τὸ ἀνάλλαγον, τὸ αἰώνιο,
τὸ ἀπάτητο τοῦ θείου λόγου βύθος.
Δὲν ἔχει χρεία κύκλιο κι’ ὀρθογώνιο
λόγου σκουτάρι ὅπου ὁ θνητὸς ὑψώνει
σὰν μπρός του ἐφάνη ζεῦγος καταχθόνιο:
Ὁ θεριστὴς μὲ τ’ ἄτι ὅντες ζυγώνῃ
φράζεται μὲ τειχιά, δόξες καὶ νόμους,
καμώνεται τὸν ἥσκιο ὅπου πετρώνει.
Τὸ κάλλος δὲν ζητάει καιροὺς καὶ χρόνους,
χύνετ’ ἐκ τὴν ἀείῤῥοη πρωτοκρήνη
φτάνει ὥσμε τὴν ψυχὴ ἀπὸ μύριους δρόμους.
Μολεύεται ὡς κυλᾷ μὰ ὅ,τι θὰ μείνῃ,
ἀλήστου γεύσεως νέκταρ, τὸ γνωρίζει,
προσγονατίζει, ἀχόρταγη, καὶ πίνει.
Τ’ ὥρηον οὐδεὶς τοῦ Γίγνεσθαι θεσπίζει,
μήτε τοῦ κεντρικοῦ πυρὸς ἡ ἑστία,
φωτόβροχο τοῦ Ἑνὸς τὸ πᾶν ῥαντίζει.
Ἕδρες, σχολές, κατώγια καὶ γραφεῖα
ματαίως ἱδροκοποῦν νὰ τὸ μορφώσουν
μὲ μῆτρες, μανιφέστα κι’ ἄλλ’ ἀστεῖα.
Πῶς τὴν βροχὴ νὰ λιθοπεριζώσουν,
τὸ σύγνεφο πῶς ν’ ἁλυσοδαμάσουν,
κάθε ἀρετὴ ἐνέχει, τί νὰ ὀρθώσουν.
Ὄντα χτιστά, καίγονται ν’ ἀπεικάσουν
μ’ ἥσκιους μὲς στὸ ψυχρὸ σπηληοντουβάρι
τὰ αἰθέρια, καὶ τὸν οὐρανὸ ἀποτάσσουν.
Τὸ κάλλος δὲν μετριέται μὲ καντάρι,
μακρόθε ἀναβοσβήνει, θεῖος φάρος,
κι’ ὁρίζει στὴν ψυχὴ ποιὰ ὁδὸ νὰ πάρῃ.
Προμάντεμμα μιᾶς γῆς μὲ δίχως βάρος
καὶ πρωταυγὴ ὅπου δὲν θὰ στερνοδύσῃ,
περβόλι ἀμάραντο, φαντὸ στὸ θάῤῥος.
Θρασίμι ἐκεῖ δὲν μέλλει νὰ βαδίσῃ,
κεῖ αὐγάζει τὸ βασίλειο τῶν γενναίων,
κι’ εἰς κάθε ἀσχήμια ἡ πύλη εὐθὺς θὰ κλείσῃ.
Εἷς νόμος κεῖ, τῶν ἀληθῶς ὡραίων,
τῶν ὄντως ὄντων, τῶν ἀεινῦν μαρμαίρουν,
τὸ ἐκμαγεῖο ἁπάντων τῶν σπουδαίων.
Ἡ τέχνη, ὅλες οἱ τέχνες, νὰ τὸ ξέρουν,
πολιτική, καλλιτεχνία ἢ ἄλλη,
τὸ κάλλος, θεῖο σπινθῆρα, ἐντός των φέρουν.
Πότε ἀγροικήθη ἀλήθεια πλέον μεγάλη
ἀπ’ τὴν ἀλήθεια «Ἡ τέχνη γιὰ τὸ κάλλος»,
κι’ ἂν δίχως το, ψεῦδος καὶ καρναβάλι.

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2020

Γυμνογραφία


Γυμνογραφία

σμζ΄

Τ’ ὁλόγυμνο κορίτσι * τὸ ἐνώπιον τοῦ καθρέφτη
θαυμάζει τὸ κορμί της, * ῥέει κι’ ὀνειρονυφαίνει.
Ζάλευκη ὡς τὸ χιόνι, * μελαχροινὴ ὡς ἡ νύχτα,
τὸ ἁρμονικό της στῆθος * φουχτώνει κι’ ἀπομένει.
Ὀρθή, στητή, μπρός, πίσω, * τ’ ἀστρόβλεμμά της φέγγει
κάθε γραμμὴ καὶ τόπο, * κάθε ἀκρινὸ καντόνι.
Στὴν γῆ τοῦ ἀντικαθρέφτη * ὁ δαίμων καίει κι’ ἱδρώνει,
ξιφάρι πάγου-λάβρας, * σαγίττα ποτισμένη.
Κρίκος στὴν κάθε ῥῶγα, * κρίκος στὸν ὀμφαλό της,
τὸ φωτοτρίγωνό της * στὸ ἡμίφως λαμπυρίζει.
Γυμνότριχο τὸ αἰδοῖον * μὲ τοὺς χυτοὺς μηρούς της
γῆν ἄλλη τριγωνίζει * κι’ ἀχνὴ ὁδὸς τὰ ἑνώνει.
Τὸν χρόνο καμπυλώνει * ἡ ἀπόκρυφη κλεψύδρα,
μετρᾷ, γεμίζει, ἀδειάζει * τὴν ὑπερκόσμιαν ὥρα.
Τ’ ὁλόγυμνο κορίτσι * στὴν κλίνη του πλαγιάζει,
ἀνάσκελη ῥεμβάζει * κι’ ἀναγερτὴ καπνίζει.
Βράδυ, κοιμᾶται τώρα· * πύλη καὶ βένθος κι’ ὄναρ,
ἀνεδομήθ’ ἡ κτίσις, * ξέφωτο δασοτόπι.
Θωρεῖ τὸν ἑαυτό της, * σ’ ἀρχαῖο βωμὸν ἀπάνω
ἐνήδονη γυμνότης, * γύρω δαυλοὶ ἀναμμένοι.
Θαμπὰ τὰ πρόσωπά των, * ἀνέγνωροι ἄντρες, ξένοι,
ζευγάρια χέρια πλήθια * λαίμαργα τὴν ἀγγίζουν.
Κάθε γραμμὴ καὶ τόπος, * κάθε ἀκρινὸ καντόνι
ξάφνου σκουριὰ καὶ πέφτει, * νηὰ σάρκα ἀναδυέται.
Ἡ ἁγνότης καταλυέται, * τραβιοῦνται ὁμοῦ τὰ χέρια,
γύρω οἱ δαυλοὶ σβησμένοι, * μὰ ἐρωτοστράφτει μόνη…
Τοῦ πρωινοῦ οἱ ἥσκιοι, * χέρια ἡλιοκαμμένα,
ἀντρίκεια, φλεβιασμένα *  γαλήνια τὴν θωπεύουν.
Πλέον ὁ χρησμὸς ἐδόθη, * τὸ κάλλος δικαιώθη,
στοῦ ἔρωτος τὴν θέρμην * μέταλλο ὑγρὸ θὰ λειώσῃ.
Στῆς πείρας τὸ ἀμόνι * θὰ τὸ ἀργάσουν σφῦρες
ἡρώων καὶ σατύρων· * σπάθη χρυσῆ νὰ λάμψῃ.
Καὶ σφίγγει τὸ κορίτσι * στὰ στήθη τὸ σεντόνι·
κεῖνο πίνει τὴν ἅψι, * τὴν δρόσο καὶ τὸ μύρον.

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020

Ἔκφρασις «Οἱ φύλακες τοῦ ποιητοῦ»


Ἔκφρασις «Οἱ φύλακες τοῦ ποιητοῦ»

ΙΙΙΙ

Ὁ ἀπροσδιόριστος, ἄμορφος, ἀψηλάφητος φόβος, τὸ νὰ τρέμῃ καὶ νὰ κοιτάζῃ πίσω του ἄνευ λόγου, κάτι σκοτεινό, γεμᾶτο γητειά, ποὺ τὸν καλοῦσε νὰ διαβῇ τὸ σύνορο καὶ νὰ πάῃ ὁλοένα καὶ παραπέρα, στὲς ἐρημιὲς τῆς ἀμφιλύκης. Ναί· κάτι ποὺ τὸν ὡρμήνευε «Εἶσαι ἀπὸ ἐμᾶς» καὶ τὸ ἔνιωθε πὼς ἦταν ἀπὸ αὐτούς, ὅμως συνάμα ἀνῆκε κι’ ἀλλοῦ, σὲ ἐπικράτειες ὅπου αὔγαζαν ὁλόφωτα ῥηγᾶτα. Ἡ ἔνδον γνῶσις τοῦ κύκλου. Μετὰ ἀπὸ τὴν ἀμφιλύκη ξημέρωνε τὸ βαθὺ σκότος καὶ ἂν ἐβάδιζε ὣς τὰ πέρατα θὰ ἔβγαινε πάλι στὰ ὁλόφωτα ῥηγᾶτα, καὶ ἂν ἐταξείδευε ὣς τὴν ἄκρη τῆς φωτεινῆς ἐπικράτειας θὰ πικροχάραζε μπροστά του σκότος βαθύ. Τώρα ἔστεκε στὸ χεῖλος τοῦ φωτός, στὸ σύνορο σιμὰ τῆς ἀμφιλύκης. Μὲ καιρούς, ἂν ἀξιωνόταν λυκόμορφος, ἴσως νὰ ἔβλεπε τὸ ἴδιο καλά, λουσμένος στὸ φῶς ἢ βυθισμένος στὸ σκότος. Ἡ ἔνδον γνῶσις τῆς ἑνότητος. Ὅμως ὁ μεγάλος του φόβος ἦταν τὸ λοξὸ μονοπάτι, νὰ μὴν χάσῃ τὴν εὐθεῖα ὁδό, τὸν κύκλο δηλαδή, καὶ καταλήξῃ νὰ περιπλανιέται, πρὶν κατωρθώσῃ τὴν ἀμφίδρομην ὅρασι, ἀείποτε μέσα σὲ ἀμφιλύκες, ὁμῖχλες καὶ σκοταύγειες. Καὶ ποιὸς νὰ γνωρίζῃ τάχα τί λογῆς πλάσματα βοσκοῦσαν ἐκεῖ.
     Μήτε κι’ ἐσιωποῦσεν ἡ φωνή, ὅτι ἂν ἐσιωποῦσε δὲν ὑπῆρχε, αὐτὴ ἦταν ἡ οὐσία της, τὸ κάλεσμα. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἔχῃ φύλακες, ὅπως ὁ κάθε τρομαγμένος, καὶ εἶχε, γιὰ χρόνους πολλούς. Ἐκεῖνοι ἦσαν βιγλάτορες σκότους καὶ φωτός, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων. Ὄντα παράξενα, θηρευτὲς ἀσύφταστοι ὅπου ἡ φύσις δὲν ξανάδε, λαχταροῦσαν τὸ αἷμα ὅπως ὁ ἐραστὴς τὸ ἀντικρὺ γυμνὸ κορμί, ἐπιστήμονες τοῦ φόνου καὶ πανηγυριῶτες τοῦ βασανισμοῦ. Θυμόταν μιὰ δυὸ φορὲς ὅπου λυπήθηκε ἀκόμη καὶ τὰ κρύα φίδια, ὅταν εἶχαν πέσει στὰ νύχια των, καὶ τελείωσε ὁ ἴδιος τὰ φριχτὰ μαρτύρια δωρίζοντας τὴν εὐσπλαχνία τοῦ θανάτου. Ὅμως τόσο ἐρωτεύσιμα, γλυκὰ καὶ παιχνιδιάρικα, ὄντα ποὺ τὸν ὡδηγοῦσαν συχνὰ στὸ νὰ ἀναλογίζεται τὴν πολυσύνθετη φύσι τοῦ Κόσμου. Πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ ἔδεσε ἀξεδιάλυτα τὸν ἀδίστακτο φονηά, τὸν ἐμμονικὸ θηρευτὴ μὲ τὴν κομψότητα καὶ ἁγνὴ χάρι τοῦ χορευτῆ, τὸν αἱματοβαμμένο βασανιστὴ μὲ τὴν ἀκατάδεκτη αὔρα καὶ ψυχρὴ εὐγένεια τοῦ ἀριστοκράτη, τὴν μελαγχολία τοῦ ῥεμβάζοντος σοφοῦ μὲ τὰ πλέον κωμικὰ καμώματα τοῦ γελωτοποιοῦ. Ἴσως καὶ νὰ ἦταν δυνατόν, ἐβάδιζαν στὸν κόσμο καὶ ἀνάλογης φύσεως ἄνθρωποι, σπανίως ἀλλὰ ἐβάδιζαν. Ὅμως στὸ ὅλον μεῖγμα, συχνὰ πυκνά, ἄφριζε κι’ ἕνα ἐπιπρόσθετο συστατικό, ὁ ἀπόκοσμος ἀέρας τοῦ μύστη, ἡ ὑπερβατικὴ ματιὰ τοῦ μάγου. Ἦσαν ὁ ἐδῶ παρατηρητὴς ὁ παρατηρῶν τὸν παρατηρητὴ τοῦ ἐδῶ, ὁ θεωρῶν τὸ πέραν ἀπὸ ἐδῶ δίχως νὰ διαχωρίζῃ τὸ ἐδῶ ἀπὸ τὸ πέραν, ἑπομένως ὁ ἰδανικὸς φύλαξ.
     Τὴν ἴδια περίπου χρονικὴ περίοδο κατὰ τὴν ὁποίαν ἄρχισε νὰ τὸν περιτριγυρίζῃ ἡ περίεργη κουστωδία τῶν μουστακοφόρων παρδαλῶν φρουρῶν καὶ νὰ αἰσθάνεται ἀσφαλής, τοῦ ἐγεννήθη καὶ ἡ ἰδέα ἀπεικονίσεως αὐτῆς, ἑνὸς πίνακα ζωγραφικοῦ ποὺ θὰ φανέρωνε τὸν ἀληθινό της ἢ μᾶλλον τὸν κύριό της σκοπό, ὅτι τὴν ἀγαποῦσε πολὺ καὶ ὡς ἐκλεκτὴ συντροφιά. Ἀνέπλαθε στὸ νοῦ του ξανὰ καὶ ξανὰ τὸ πῶς θὰ ἦταν, καὶ δοκίμαζε διάφορες παραλλαγές. Πρῶτα ὁ τόπος, ἡ σκηνή, καὶ εἶχε καταλήξει σὲ τρεῖς. Μία βιβλιοθήκη-γραφεῖο, παραφορτωμένη μὲ βαρειὰ ἐπίπλωσι νεοκλασσικὴ καὶ ἀποκρυφιστικὴ διακόσμησι. Ἕνα πατάρι-σοφίτα, γεμᾶτο μὲ παλαιὰ καὶ μυστηριώδη ἀντικείμενα. Μία ἀποθήκη-ἐργαστήρι μὲ ἐργαλεῖα καὶ ἔργα νὰ βρίθουν συμβολισμῶν. Στοὺς χώρους αὐτοὺς θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ μία πηγὴ φωτὸς ἡ ὁποία θὰ καταλάμβανε τὴν κεντρικὴ περιοχὴ τοῦ πίνακα, στὴν βιβλιοθήκη ἕνα τζάκι, στὸ πατάρι ἕνας φεγγίτης καὶ στὴν ἀποθήκη κάποιο παράθυρο, καὶ βαθμηδὸν πρὸς τὲς ἄκρες θὰ πυκνῶναν οἱ σκιές. Ἔκρινε τοῦτα τὰ στοιχεῖα ἀπαραίτητα, τὸ παιχνίδι τοῦ φωτὸς μὲ τὴν σκιά, τὸν πέριξ βαρὺ φόρτο καὶ τὰ μυστικιστικὰ σύμβολα.
     Τὸ κέντρο ἄδειο, μία μεγάλη πολυθρόνα, στὴν μέσι ἀκριβῶς, μὲ μπράτσα καὶ ὑψηλὴ πλάτη. Ἐκεῖ θὰ καθόταν ὁ ἑαυτός του. Στὰ γόνατά του ἕνα ἀνοιχτὸ βιβλίο, θὰ διάβαζε. Τὸ βιβλίο ἐλαφρῶς ἀνασηκωμένο θὰ φανέρωνε στὸ μαῦρο ἐξώφυλλό του κάποια φράσι γιὰ τίτλο, ἡ ὁποία ὡς ξόρκι μαγικὸ θὰ ἔδενε μὲ νόημα τὴν ὅλη συνταγὴ τοῦ πίνακα. Τοῦτο τὸ σημεῖο ἔπρεπε νὰ φαντάζῃ τὸ πλέον φωτεινό, νὰ φαίνεται κρυστάλλινα ἡ τοῦ προσώπου ἔκφρασις. Οἱ ὀφθαλμοὶ βυθισμένοι, καρφωμένοι βαθιὰ μέσα στὸ γραπτό, χωρὶς νὰ παίζουν γύρω, ἄνευ ψήγματος ὑποψίας καὶ ἐν μεγίστῃ συγκεντρώσει καὶ ἡ κεφαλὴ ἀνάλαφρα γερμένη πρὸς τὸ βιβλίο. Σφιγμένα τὰ χείλη καὶ ἴσως ὑψωμένο τὸ φρύδι, ὅπερ συνέβαινε καὶ στὴν ζωή του, ἀρκετὲς φορές, ὅταν ἀπαντοῦσε τὴν μετὰ βεβαιότητος παράλογη αὐτοπεποίθησι τῶν πολλῶν. Χρεία ὁ ζωγράφος νὰ ἐπιτύχῃ ἀπολύτως τὴν στάσι ἀπομονώσεως ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπο ἔργο, ὅτι ἄλλοι οἱ δρῶντες πρωταγωνιστὲς καὶ ἄλλο τὸ πεδίο δράσεως, ἔπρεπε νὰ διαχωριστῇ τὸ ἀλλοκοσμικὸ ἀπὸ τὸ ὑλικό, νὰ περιφραχτῇ. Καὶ ἂν διέθετε μία κάπως «ῥὸκ» ἐμφάνησι, τὴν ποιητικὴ ψυχή του φανταζόταν πάντα μὲ κυρίως δύο λογιῶν φορεσιές, τοῦ ἀρχαίου μυσταγωγοῦ καὶ τοῦ κυρίου βικτωριανῆς ἐποχῆς, καὶ στὴν περίστασι ἅρμοζε περισσότερο ἡ δεύτερη ἐνδυμασία, ὁπότε θὰ ἐπέλεγε ἀναλόγου ὕφους.
     Οἱ φύλακες μᾶλλον θὰ ἦσαν ἐννέα, πάντα τοῦ ἄρεσε ὁ ἀριθμὸς ἐννέα. Οὐδεὶς στραμμένος πρὸς αὐτόν. Ὁ πρῶτος φύλαξ στὴν κορυφὴ τῆς πολυθρόνας, νὰ κάθεται ὡσὰν νὰ λαγοκοιμᾶται, μὲ τὸ ἕνα μάτι κλειστὸ καὶ τὸ ἄλλο ἀνοιχτό, νὰ κοιτάζῃ περίεργα μπροστὰ καὶ ὄχι κάτι συγκεκριμένο καὶ ἁπτό, παχὺς καὶ μαῦρος ὁπωσδήποτε. Ὁ δεύτερος ἐπάνω στὸ μπράτσο τῆς πολυθρόνας μὲ γυρισμένη τὴν πλάτη, ὀρθὸς στὰ δυό του πόδια καὶ μὲ νευρικὴ κίνησι τῆς οὐρᾶς του, νὰ παρατηρῇ γεμᾶτος περιέργεια τὸν ὄπισθεν χῶρο, μακρὺς καὶ τρίχρωμος, κόκκινο, μαῦρο καὶ λευκό. Ὁ τρίτος φύλαξ στὸ ἄλλο μπράτσο, λιγνός, κομψὸς καὶ χρωμάτων γκρίζου καὶ λευκοῦ, μὲ καθιστὰ τὰ πίσω πόδια καὶ ὄρθια τὰ μπροστινά,  νὰ σηκώνῃ τὸ κεφάλι του πρὸς τὴν ὀροφὴ τοῦ δωματίου ὅπως κάνουν ὅταν παρακολουθοῦν τὰ πουλιὰ στὰ κλαδιὰ τῶν δέντρων. Μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ ἑαυτοῦ του ὁ τέταρτος, νεαρὸς πολὺ στὴν ἡλικία, μωρό, μὲ σῶμα ὁλόλευκο καὶ μαύρην οὐρὰ καὶ αὐτάκια, γυρισμένος ἀνάσκελα, νὰ παίζῃ δῆθεν ἀμέριμνος καὶ μπλεγμένος μὲ μιὰ κλωστὴ ἀπὸ ἕνα κόκκινο κουβάρι παραδίπλα του, ὅμως μὲ ματιὰ λοξή. Αὐτὸς θὰ ἦταν ὁ πρῶτος ἢ ἔσω κύκλος τῶν παρατηρητῶν, ἔτσι ἢ κάπως ἔτσι, ὅτι ἔπλαθε πάντα στὴν φαντασία του παραλλαγές.
     Ἀκολουθοῦσε ὁ δεύτερος ἢ ἔξω κύκλος, τῶν ἐμπλεκομένων πολεμιστῶν. Στὸ δάπεδο, ἀπὸ τὴν μία πλευρὰ τῆς πολυθρόνας, ὁ πέμπτος φύλαξ, ἄγριος γκριζόμαυρος τιγροειδής, μὲ μεγάλο κεφάλι, λαμβάνοντας στάσι ἀμυντικοεπιθετικὴ μὲ σηκωμένη τρίχα, ἐλαφρῶς γερτός, καὶ οὐρλιάζοντας τὴν ἀπειλητική του κραυγὴ μὲ φανερωμένα τὰ σουβλερά του δόντια. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ὁ ἕκτος, ἕνας πυῤῥόξανθος μὲ γυαλιστερὴ μακριὰ γοῦνα, φουντωτὴ οὐρὰ καὶ εὐγενικὴ φυσιογνωμία βεβαίως. Ἐτοῦτος νὰ λαμβάνῃ στάσι ἐπιθέσεως, ἕτοιμος νὰ χυμήξῃ ἔχοντας ἐπιλέξει στόχο, καὶ κουνῶντας τὸν πισινό του ὥστε νὰ κεντράρῃ καλύτερα, κλειδωμένος πλέον στὸν φόνο. Ὁ ἕβδομος φύλαξ, ἡ στιγμὴ τοῦ φόνου ἢ τῆς ἁρπαγῆς, λίγο πειὸ πέρα ἀπὸ τὸν γκριζόμαυρο, νὰ τυλίγῃ τὸ θῦμα του μὲ τὰ μπροστινά του πόδια, νὰ ἔχῃ βυθίσει τὰ νύχια του κατάσαρκα καὶ νὰ ζυγώνουν τὰ δόντια του τὸν τράχηλο τοῦ θύματος ὥστε νὰ τὸ ἀκινητοποιήσῃ καὶ νὰ τὸ παραλύσῃ· κοιλιὰ καὶ πόδια λευκά, ῥάχη καὶ οὐρὰ ἀχνὰ γκριζόμαυρα τιγροειδῆ. Ὁ ὄγδοος φύλαξ, ἡ στιγμὴ τοῦ βασανισμοῦ ἢ τοῦ παιχνιδιοῦ· ξαπλωμένος πρὸς τὴν ἄκρη τοῦ δωματίου, στὴν πλευρὰ τοῦ πυῤῥόξανθου, νὰ ἔχῃ ἀγκαλιάσει τὸ θῦμα του καὶ νὰ τὸ κλωτσάῃ δυνατὰ μὲ τὰ πίσω πόδια ἐνῷ θὰ τὸ δαγκώνῃ στὸν λαιμό, ἴσα νὰ μὴν τὸ πνίξῃ. Πολύχρωμος καὶ ῥωμαλέος αὐτός, κόκκινο, μαῦρο, καφέ, λευκό, σὲ διάφορες ἀποχρώσεις. Τέλος ὁ ἔνατος, ἀσπρόμαυρος, λιγνὸς καὶ κάπως ἀστεῖος, μὲ πολὺ μακριὰ μουστάκια καὶ μεγάλα αὐτιά.  Μπροστά του τὸ θήραμά του νὰ κεῖται μᾶλλον νεκρό, κι’ ἐκεῖνος νὰ στέκεται ἀδιάφορος μὲ στραμμένο τὸ βλέμμα πρὸς ἄλλη κατεύθυνσι, ἀκουμπῶντας ὅμως τὸ ἕνα του πόδι ἐπάνω στὸ κεφάλι τοῦ θύματός του. Ἐτοῦτος νὰ βρίσκεται κοντὰ στὰ πόδια τοῦ ἑαυτοῦ του ὅμως ὄχι ὅσο τὸ μωρὸ ἀλλὰ παρέκει. Οἱ θέσεις τῶν φυλάκων θὰ σχημάτιζαν κατὰ κάποιο τρόπο μία κλιμακωτὴ πυραμίδα, ἀπὸ τὸν κορυφαῖο ὣς τοὺς ἀκραίους, στὸ κέντρο τῆς ὁποίας θὰ βρισκόταν ὁ ἴδιος.
     Ἄραγε ποιός ἦταν ὁ ἐχθρός; Ἐδῶ θὰ ἔπαιζε ῥόλο σημαντικὸν ἡ φαντασία τοῦ ζωγράφου, ποτὲ δὲν ἀργάστηκε ἰδιαιτέρως τοῦτο τὸ κομμάτι τοῦ ἔργου, τὸ σχεδίαζε ὅμως κάπως ἔτσι. Ἀπὸ τὸν πέριξ φόρτο τῆς ἐπιπλώσεως ἢ τῶν παλαιῶν ἀντικειμένων ἢ τῶν ἔργων καὶ συνέργων, μέσα ἀπὸ κρυψῶνες στὸ ἡμίφως, κάτω ἀπὸ σύμβολα μυστικιστικά, ἀκόμη καὶ μέσα ἀπὸ τοὺς τοίχους καὶ τὴν ὀροφή, νὰ ξεμυτίζουν διάφορα, πῶς νὰ τὰ πῇ, τέρατα, ἀλλοκοσμικὰ ὄντα, ἐνσαρκωμένοι τρόμοι, μορφοποιημένες φοβίες, φαντάσματα ὑλοποιημένα. Κάποια νὰ ἔχουν φανερωθῆ τελείως, μερικὰ μισοκρυμμένα καὶ ἄλλα ἁπλῶς λάμποντες ἐν σκότει ὀφθαλμοί. Νὰ κυκλώνουν ἀπὸ ὅλες τὲς πλευρὲς τὴν νοητὴ πυραμίδα τῶν φυλάκων καὶ ἀπέναντι στὸν κάθε φύλακα νὰ σέρνωνται τοὐλάχιστον δύο ἐξ αὐτῶν, τῶν ὀντοτήτων, ἴσως καὶ περισσότερες.
     Ὅτι ἦσαν τὰ πλάσματα ὅπου βοσκοῦσαν ἀπὸ τὴν ἀμφιλύκη ὥσμε τὰ βένθη τῶν σκοταδιῶν. Καὶ ἡ μεγάλη μητέρα τῶν σκοτερῶν πέπλων, μήτε καλὴ μήτε κακὴ ἁπλῶς ἀνέγνωρη, τὸν καλοῦσε νὰ διαβῇ τὸ σύνορο καὶ νὰ πάῃ ὁλοένα καὶ παραπέρα, στὲς ἐρημιὲς τῆς ἀμφιλύκης. Τὸν ὡρμήνευε «Εἶσαι ἀπὸ ἐμᾶς» καὶ τὸ ἔνιωθε πὼς ἦταν ἀπὸ αὐτούς, ὅμως συνάμα ἀνῆκε κι’ ἀλλοῦ, σὲ ἐπικράτειες ὅπου αὔγαζαν ὁλόφωτα ῥηγᾶτα. Καὶ ἀνεξαρτήτως καταγωγῆς τώρα ἦταν παιδὶ τοῦ αἰωνίου θέρους καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ βαδίζῃ ἐκεῖ. Καὶ ἤλπιζεν ὅτι οἱ φύλακές του θὰ τὸν προστατεύουν πάντα, ζῶντες καὶ νεκροί. Ἐκεῖνοι ἦσαν βιγλάτορες σκότους καὶ φωτός, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων, θηρευτὲς ἀσύφταστοι καὶ ἐπιστήμονες τοῦ φόνου, ὅλων τῶν ὄντων ὅλων τῶν κόσμων. Καὶ κάτι βαθύτερο… ἡ πλέον λατρεμμένη του συντροφιά. Θὰ ὠνόμαζε τὸν πίνακα «Οἱ φύλακες τοῦ ποιητοῦ» καὶ ἂν δὲν ἐτύχαινε ζωγράφος νὰ τὸν φτειάξῃ, θὰ τὸν ζωγράφιζε μὲ τὰ δικά του χρώματα, μὲ λέξεις, ὥστε νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐγνωμοσύνη του πρὸς τὴν περίεργη κουστωδία ποὺ στριφογυρνοῦσε καὶ τριβόταν στὰ πόδια του ζητῶντας τροφή.

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

Ἔξοδος – Κάθοδος


Ἔξοδος – Κάθοδος

σμϚ΄

Τέταρτος ὄροφος στὴν Ἴωνος Δραγούμη,
λύχνοι παληομοδίτικοι, κόκκινος τοῖχος,
γαλάζιο ἀνάκλιντρο, πάτωμα σανιδένιο.
Κάθεται ὁλόγυμνη, μόλις ἀπ’ τὸ λουτρό της,
τετράξανθη, λευκόδερμη, βλέμμα μελένιο,
νέα, χαζεύει, φίλων της στὸ κινητό της.
Ἡ ἀκρομματιὰ ζωγρεύει νέο κείμενό του
κι’ ἀναρωτιέται ἂν γιὰ ἐκείνη γράφῃ μήπως.
Δὲν θὰ κυλήσῃ στῆς ἐλπίδος τὸ λαγούμι,
τηλεφωνεῖ, ντύνεται, βάφεται καὶ βγαίνει.

Τὸ χέρι του ὕψωσε στὸν δρόμον ὡς προφήτης,
μπῆκε στ’ ἁμάξι, «Κέντρο» τοῦ ὁδηγοῦ προστάζει,
μιὰ ταμπακιέρα, νευρικά, στὰ χέρι’ ἀλλάζει.
«Ἐδῶ»… τ’ ἁμάξι φεύγει, ἄναψε τσιγάρο,
τέταρτος ὄροφος, σβηστὰ ὅλα τὰ φῶτα,
κι’ ὅμως, γιὰ ἐκείνην ἔγραφε στὸ κείμενό του.
Ἡ ἀλικομέλανη ἑσπέρα πλέον βαθαίνει,
βαθαίνει ὁ πόνος στὴν καρδιά, ἄχνη τὰ χνῶτα,
ψῦχος στ’ ἀνήλιο τῆς ἐλπίδος τὸ λαγούμι…
ἔρμος τὴν Ἴωνος Δραγούμη κατεβαίνει.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

Μιὰ νύχτα στὸ μπαράκι


Μιὰ νύχτα στὸ μπαράκι
                       
σμε΄

Βράχια σκορπᾷ μὲς στὴ νυχτιὰ πλανήτης πατρικός,
λαὸς βαριόμοιρος καὶ πάει, σκύβει, βαδίζει τεθλιμμένος,
πομπὴ στὴν ἀστροκαταχνιά, πενθεῖ, λαὸς μαυροντυμένος,
τὴν μεσοναστρικὴ σιωπὴ ῥιγάει θρῆνος πνιχτός.

Πάνωθε τὸν βιγλίζουνε ἀγγέλοι τοξευτές,
τὸν ὁδηγοῦν γιὰ πλερωμή, νηὰ γῆ, κορμιὰ νηὰ νὰ φορέσῃ,
κι’ εἰς τῶν δακρύων τὸ βάπτισμα, γυμνή, κάθε ψυχὴ νὰ πέσῃ,
ὅπου μολεύτη μ’ ὕβρισες καὶ μαῦρες τελετές.

«Μὴ φεύγῃς, φίλη, ἕν’ ἀκόμη νὰ κεράσω…
γιατί ὁ θάνατος, οἱ ἀῤῥώστιες, οἱ πολέμοι;
Φτώχεια καὶ ἄδικο, ζωὴ βασανισμένη,
λίγες χαρές· πές μου, καὶ ποιὸ νὰ πρωτοπιάσω».

Κεῖ τώρα πύργοι γυάλινοι καὶ πολιτεῖες λαμπρές,
γνῶσι, ἐπιστῆμες, γράμματα, τέχνες, ψευτοηδονῶν λατρεία,
κλειστὸς ὁ ἀνθὸς τῆς ἀρετῆς, ὕβρις, σκιὰ ἡ ἐλευθερία,
κι’ οἱ μάγοι, ὡς τότε, κυβερνοῦν μὲ ἅλυσες βαρειές.

«Ξέρω γώ, νά ’μαστε φυλὴ ἀποστασίας,
φύσι τιτανικὴ ἐντός μας νὰ φυτρώνῃ.
Κι’ ὣς νὰ φωτίσῃ ἐμπρὸς ἔρως ὅπου ἀνυψώνει
νὰ ἐκτίουμε ποινὴ ἀρχαίας ἁμαρτίας».

«Χτὲς ὠνειρεύτηκα πομπὴ λαοῦ στ’ ἀστέρια,
σὲ κρύα τροχιὰ νεκρὸ πλανήτη, σκορπισμένο·
δίπλα μου ἐβάδιζε κορίτσι δακρυσμένο,
ματιὲς σταυρώσαμε κι’ ἐσφίξαμε τὰ χέρια».

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019

Γιὰ σένα (Περίπατος)


Γιὰ σένα (Περίπατος)

σμδ΄

Πές μου, θερμοπαρακαλῶ, μίλα μου, σ’ ἱκετεύω.
Εἶμαι σπασμένο ἄγαλμα μπρὸς στὰ γυμνά σου πόδια,
εἶμαι πατάρι σκοτεινὸ στὶς φωτεινές σου γρίλιες,
φόβος διαβάτη ἔρημου στοῦ δειλινοῦ τὴν ὥρα.
Ὅταν στραγγίζ’ ἡ ὕστατη βαθύχρωμη πορφύρα
τῆς πόλεως ὁ ἀλλόκοτος ἀχὸς μὲ περιζώνει,
φαντάζει πέρ’ ἀλαργινὴ ἡ ἀχτῖδα τῆς αὐγῆς σου.
Ὁ Ἄρης μπαίνει στὸν Σκορπιό, ῥώμη βουτᾷ στὰ πάθη,
βουβὸς στὴν γῆ στυλώνομαι καὶ ἀτενίζω τ’ ἄστρη,
κι’ ὅλ’ ἡ φωτιά των σύγκορμη δὲν καίει ὡς τοῦ κορμιοῦ μου.
Σπιθοβολῶντας φλέγομαι, σύμπαν ἀκέρηο λάμπω,
καὶ διαστέλλομαι γοργὰ κι’ ἀστροπορῶ γιὰ σένα.

Κατηφορίζω τὴν Συγγροῦ, πατῶ τὴν Ἐγνατία,
δὲν εἶναι γύρω κτήρια, μήτ’ ἅμαξες κι’ ἀνθρῶποι,
μόνον περβόλια μυστικὰ κι’ ὀνειροκῆποι μίλια,
θολοὶ κι’ ἀποβροχάρηδες μὲ μονοπάτια γέμουν.
Στὶς ἄνορες ἐκτάσεις των πόρτα ξεκρίνω μία.
Κυρία, ὑποδέξου με! Κυρία, ἄνοιξέ μου!
Νὰ περατώσω τὴν ψυχὴ στὴν σάρκινή σου ἀγκάλη.
Ἰδού, νεκρὰ σωριάζονται τ’ ἄλογα τῶν αἰώνων,
κι’ ἰδού, οἱ λόγχες τοῦ κακοῦ ἐπλέξαν μ’ ἀνθοσμάρια,
ἥλιος μόλις μ’ ἐθώρησε τὸ ἡλιακό σου βλέμμα.
Βράχος ἤμουν ἀδέσποτος καὶ ἄνυδρος πλανήτης,
κι’ ὅλο γεμίζ’ ὠκεανούς, δασώνομαι γιὰ σένα.

Δὲν ντρέπομαι ὁλόγυμνος στὰ μάτια σου νὰ μείνω,
δειλοὺς ὁ ἔρως δὲν τιμᾷ καὶ ντροπαλοὺς δὲν στέργει,
κι’ ἂν θέλῃς χάσου, σβῆσε με, φεύγα, λησμόνησέ με.
Μὲς στὸ κελλί μου τ’ ἀχαμνὸ καίγει τὸ μονοκέρι
κι’ ὁ ἥσκιος μου σὰν φάντασμα τὸν ἥσκιο σου γυρεύει,
νὰ σμείξουν μπρὸς στήθια γυμνά, πίσω στὶς πλάτες χέρια.
Ἐδῶ σιωπή, ἐδῶ θανή, τοῦ κάτω κόσμου στάχτη,
σκαλίζω ἐντός της ποιήματα, σκάλιζε τὴν ἀγάπη,
κι’ ἄλλο ῥηγᾶτον ἄπαρτο στὴν στάχτη δὲν φυτρώνει.
Κισσὸς μὲ φύλλα κόκκινα κι’ ὁ οὐρανὸς δακρυώνει,
πίνω ἀπ’ τὸ ποτήρι μου τοῦ Βάκχου πύρινο αἷμα,
ἐλπίδα ὁμοῦ μ’ ἀπόγνωσι θὰ ὀνειρευτῶ· γιὰ σένα.