Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012
Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011
Ἡ ἀσπὶς τοῦ Νικίου
Ἡ ἀσπὶς τοῦ Νικίου
ρη΄
Ἔδειχν’ ὁ
Συρακούσιος, φούσκωνε καὶ καυχιότουν.
«Θαυμάστε
ἀσπίδα πορφυρῆ, χρυσόφαντο σκουτάρι,
ποὺ
ἔφραχν’ εἰς τὸν
πόλεμο τὸν στρατηγὸ Νικία.
Κεῖνος
κακοθανάτισεν, κουρσεύτη τὸ σκουτάρι,
μὲς
στὸ ἱερὸ νὰ
φαίνεται, τῆς πόλης μας πλουμίδι,
νὰ
λέῃ πῶς βλάστησεν ἡ
ἀντρειά, πῶς ἄνθισε τὸ
κλέος».
Κι’ ὡς ξέβημεν ἀπ’
τὰ ἱερά, στὰ
πρῶτα στενοῤῥύμια,
προύχοντας
περιλάλητος, μεσοδρομίς, λαχαίνει.
Διαλαλητὲς
γνωρίζουν τον, ῥαβδοῦχοι
τὸν σημαίνουν,
σκουτᾶτοι κοντομάχαιροι, τρόγυρα, τόνε
ζώνουν.
Κι’ ὡς ὅλοι
τόπον ἔδωναν, τοῦ Συρακούσιου λέγω.
«Μὲς
στὸ ἱερὸ κι’ ἂν
φαίνεται, τῆς πόλης σας πλουμίδι,
σὰν
δὲν ποτίζεται ἡ ἀντρειά,
μαραίνεται τὸ κλέος.
Κόλλα
στὸν τοῖχον, ἄνθρωπε,
νὰ πορευτῇ ὁ Ῥωμαῖος».
Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011
Ὁ γυρισμὸς τοῦ Τυρσανοῦ
Ὁ γυρισμὸς τοῦ Τυρσανοῦ
ρζ΄
Ὥρισ’
ἡ
νύχτα ἡ
δέσποινα κι’ ἡ
πόλι μας στολίστη
μὲ μπόλιαν ἀστροκέντητη,
μ’ ὁλόμαυρον
καβάδι.
Κι’ ὁ ὕπνος
γλυκοχύθηκεν, τὰ
μάτια ἐσφάλισέν
τα,
γιὰ ν’ ἀλαφρώσουν
οἱ
καρδιὲς
καὶ
τὰ
κορμιὰ
νὰ
γιάνουν.
Κι’ Ὄνειρε, πόρτες ἄνοιξες,
γιοφύρια κατεβάζεις,
νὰ ξαμολήσῃς τ’ ἄτια
σου, τὰ
φτερωτά σου ἁμάξια,
οἱ ποὺ
κοιμοῦνται
ν’ ἀναβοῦν,
νὰ
ὀνειροταξειδέψουν.
Κι’ ὁ μάγος Ἀρσιγώνιος,
τοῦ
βασιληᾶ
ὁ
μάντης,
νύχτες πλαγιάζει δεκοχτὼ
κι’ ὄνειρο
τὸν
στοιχειώνει,
κι’ ἐμίσησε τὴν
κλίνην του, νὰ
κοιμηθῇ τ’ ἀρνιέται.
Πάνω ἀπ’ τὴν
Βάταρ Τίεσσαρ, τὴν
δασοβαλτωμένη,
κεῖ ποὺ
τὸ
πέλαγο φιλεῖ
τῶν
δράκων τὰ
περγιάλια,
κι’ εἶναι
πυργοχαλάσματα κι’ ἀνήλιαγα
κελλάρια,
ὡσὰν
ἀητὸς
γυροπετᾷ,
σὰν
γέρακας πλανιέται,
κακὰ ὑπνοφαντάζεται
καὶ
μούσκεμμα πετιέται.
Κι’ ἕνα τοῦ
θέρους λιόγερμα, χρυσοφλογᾶτο δείλι,
στοῦ Τυρσανοῦ
τ’ ἀρχοντικὸν
ἔστειλ’
ἀποκρισάρην,
σὰν πρωτοφέξῃ νὰ
φανῇ, νὰ
τοῦ
κρυφομιλήσῃ.
Κι’ ἡ αὐγοῦλαν
ὡς
πρωτόφεξε τὸν
Λούβιον ἀνταμώνει,
σ’ ἐλαίαγνους καὶ
κλαίουσες, σὲ
κήπους μαρμαρένιους,
πατρίδα νὰ μοιργιολογᾷ,
γιὰ
τὴν
ξοριὰ
νὰ
κλαίγῃ.
«Καλῶς τὸν
Ἀρσιγώνιο,
τὸν
παινεμένον μάγο,
ποὺ ὁ
βασιλεὺς
μπιστεύεται κι’ οἱ
μάγοι τὸν
φθονοῦσιν,
καὶ τὰ
μελλούμενα θωρεῖ,
ὡς
ἄλλος
δὲν
δυνήθη».
«Κακῶς σ’ εὑρῆκα,
Τυρσανέ, κι’ ὥρα
κακιὰ
ζυγώνει,
νύχτες πλαγιάζω δεκοχτὼ
κι’ ὄνειρο
μὲ
στοιχειώνει,
κι’ ἐμίσησα τὴν
κλίνην μου, νὰ
κοιμηθῶ
τ’ ἀρνιέμαι».
«Ποιός τρόμος ἀψηλάφητος
κι’ ἥσκιος
ὀνειρεμμένος,
ἐτρόμαξεν
τοὺς
ξυπνητούς, σκιάζει τοὺς
σαρκωμένους;»
Κι’ ὁ μάγος τότ’ ἐκάθισεν,
τὸ
γένει του χαϊδεύει,
καὶ δείχνει πέρα τὸ
ῥαβδὶν
καὶ
βάλθη νὰ
τοῦ
λέγῃ:
«Στὴ νῆσον
Βάταρ Τίεσσαρ, τὴν
δασοβαλτωμένη,
κεῖ ποὺ
τὸ
πέλαγο φιλεῖ
τῶν
δράκων τὰ
περγιάλια,
μὲς στὰ
πυργοχαλάσματα, στ’ ἀνήλιαγα
κελλάρια,
εἶδα Χαλδαίαν μάγισσα κι’ ἔῤῥιχνε
στὸ
τσουκάλι
γητειές, φεγγαροβότανα, πολλῶ
λογιῶ
φαρμάκια.
Τοῦ μονοκέρου κέρατον, τοῦ
βασιλίσκου ἀνάσα,
ἀπὸ
ἀχάτη
γρῦπ’ αὐγόν,
τοῦ
φοίνικα τραγούδι,
νεράϊδας ποθοφλόγιστης τὸ
κρουσταλλένιο δάκρυ.
Ὁλημερὶς
τὰ
ἔδενεν,
τὴν
νύχτα τ’ ἀστρονόμα,
ξόρκια κι’ ἀνακαλέματα
μὲ
τὴν
αὐγοῦλα
ψάλλει.
Τὰ καστροτείχια βούλεται τῆς
γῆς
νὰ
καταλύσῃ,
σμάρια δαιμόνους σκοτεροὺς
’π’ ἀντίπερα
νὰ
σύρῃ,
κι’ ὡς τὴ
μερὰν
βουρκώσουσι κι’ ὡς
πνίξουν τὸν
ἀγέραν,
τοῦ κόσμου τὴν
παράπορτα στὸν
μαῦρ’
ὀχτρὸ
νὰ
δώσῃ.
Κι’ εἶδα τὸν
ἥλιο
ἐμαύρισεν,
τὸ
πέλαο γαιματώθη,
ἐσβῆσαν
τ’ ἄστρη
τῆς
νυχτιᾶς,
τὰ
ὄρη
ἐπροσκυνῆσαν,
δέντρη κι’ ἀνθοὶ
μαράζωσαν, στερέψαν τὰ
ποτάμια,
μήτε πετούμενον περνᾷ,
μήτε κι’ ἀγρίμιν
σώθη.
Κι’ εἶδα τοὺς
κάμπους μνήματα καὶ
τὰ
βουνὰ
κιβούρια,
ῥημάδια
κι’ ἀγκαθότοπους
τὰ
μέρη τῶν
ἀνθρώπων.
Δυὸ χρόνους εἶναι
ὁ
πηγαιμός, εἰς
τὸ
νησὶ
νὰ
φτάσῃς,
κι’ ἀπ’ τ’ ἀτσαλένιο
σου σπαθὶ
τὴν
γραῖα νὰ
περάσῃς».
Κι’ ὣς χρόνοι δυὸ
ἐκύλησαν,
δυὸ
ἀποπάνω
ἐφύγαν,
μιὰ νύχτα τὸ
ξημέρωμα, νύχτα τὸ
καλοκαίρι,
καβαλλαραῖος διάβηκεν στῆς
πόλης τὰ
δρομάκια.
Μπροστὰ στοῦ
μάγου τὴν
αὐλὴ
τ’ ἀλόγου
του πεζεύει,
βροντᾷ τῆς
πόρτας τὸν
χαλκά, βάνει φωνὴ
καμπάνα:
«Ἀμῆτε,
οἱ
δοῦλοι
τοῦ
σπιτιοῦ,
τὴν
πόρτα σας ἀνοῖχτε,
ξυπνᾶτε καὶ
τὸν
κύρη σας, τὸν
μάγον Ἀρσιγώνιο,
κι’ εἰπέτ’ ὁ
ἱππότης
Τυρσανὸς
ποὺ
γύρισ’ ἀπ’
τὰ
ξένα.
Πέτε φέρν’ εἴδησες
καλὲς
καὶ
χαροποιὰ
μαντᾶτα,
καὶ ποὺ
τὰ
ξόρκια ἐπάψασιν,
τζακίστη τὸ
τσουκάλι,
καὶ ἡ
ματιά της γούρλωσεν ὡς
ἔλαμψε
τ’ ἀτσάλι,
καὶ ἡ
κεφαλή της κρέμεται στοῦ
μαύρου μου τὴν
σέλλα».
Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011
Ἡ μαγικὴ καμάρα
Ἡ μαγικὴ καμάρα
ρϚ΄
Ποιός
μάντεψεν τ’ ἀχνάρι της, στ’ ἀμποδεμένα
μέρη,
κι’
ἀντρειώθη, στὸ κατώφλι της, τὸ
ξόρκι νὰ προφέρῃ,
πού,
μὲ νυχτέρια καὶ χορούς, ξωθιὲς
τό ’χουν κεντήσει,
ποιός
νὰ τὸ βρῇ,
νὰ μᾶς τὸ
εἰπῇ, ποιός νὰ
τὸ μαρτυρήσῃ;
Περικοκλάδες
καὶ κισσοί, ἀνάρηα, τὴν
σκεπάζουν,
καὶ
δυὸ ληοντάρια πέτρινα στὸν ἥσκιο της
πλαγιάζουν,
σὲ
στρῶμα ἀπὸ
δεντρόφυλλα, ῥοδινοχρυσωμένα,
κι’
εἶναι ἀπὸ μαῦρον
μάρμαρο κι’ ἡ φλέβα της μελένια.
Κι’
ὁ ποὺ μισέψῃ,
ἀπόκοτος, στὸ στοιχειακὸ
βασίλειο,
ποὺ
τρέμουν ἄστρη ἀνέγνωρα, μὲ
ξένο αὐθέντην ἥλιο,
στὸ
θαυμαστὸ κι’ ἀμάραντο, ζωὲς
μύριες θὰ ζήσῃ…
τὸ
ξόρκι, ποιός νὰ μᾶς τὸ
εἰπῇ, ξωθιὲς
πό ’χουν κεντήσει;
Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011
Στὸ κάστρο τῆς Λυκόσουρας
Στὸ κάστρο τῆς Λυκόσουρας
ρε΄
Στὸ κάστρο τῆς
Λυκόσουρας, σ’ αὐλὴν
ψηφιδωμένη,
τὰ τέκνα τοῦ
Λυκάονα, νυχτομερίς, γλεντοῦσαν.
Ξέχειλ’ ἀσκῶναν,
γεύονταν, σημάδιν κονταρίζαν,
πότε τὸ στῆναν
στὸν
χορὸ
καὶ
πότε ἀναθθιβάλλαν,
πότε τὴν λύραν ἔπιαναν
κι’ ἀντρειὲς
ἀνιστοροῦσαν.
Γέρων ζητιᾶνος πρόβαλε. «Λεῆστε
με ἀφέντες».
Σαρανταεννιὰ
ποπῆραν
τον «Φύγε ἀπ’
αὐτοῦ
βρὲ
γέρο».
«Κόπιασε, γέρο, κόπιασε» Μαίναλος
δαιμονίστη.
Τῶν ἀδερφῶν
του ὡρμήνεψεν
μαύρη δουλειὰ
νὰ
πλέξουν,
σάρκες ἀρνιοῦ
μ’ ἀνθρωπινές,
τοῦ
γέρου, νὰ
φιλέψουν,
γὴ ἂν
νιώσῃ το, γὴ
ἂν
καταπιῇ νὰ
ἰδοῦν
καὶ
νὰ
γελάσουν.
Κι’ ὡς στρῶσαν
τάβλα μιαρὴ
κι’ ἀντίθεο
φαγοπότι,
ἀπὸ
τὸ
χέρι τὸν
τραβοῦν
καὶ
τὸν
καλοσκαμνίζουν.
«Ξένε πατέρα, φάγε, πιές, ὡς
τὰ
πρεπὰ
τ’ ὁρίζουν».
«Παιδιά μου, τὸ
ποὺ
κάμετε, Δίας ν’ ἀντιπλερώσῃ».
«Ἅπλωσε, γέψου ξένε μου, νὰ
στυλωθῇ ἡ
καρδιά σου».
Ἁπλώνει
ὁ
ξένος νὰ
γευτῇ κι’ εὐθὺς
πίσω γυρνᾷ
το.
Κι’ οἱ νέοι ἀναπαίζοντας,
τὸν
κουρελλῆ
τζιγκλῶντας.
«Ξένε πατέρα, γέψου το, νόστιμο τὸ
κοψίδι,
κι’ εἶναι ἀπὸ
κρέας διαλεχτό, βασιλικὸ
μοιράδι».
Κι’ ὅλοι ἀπ’
τὰ
γέλια ἐδάκρυσαν, ἀπ’
τὰ
σκαμνιά τους πέφταν.
Τὰ φρύδια σμείγει ὁ
γέροντας, σκοτείδιασε ἡ
ματιά του,
κρούει στὴν τάβλα μιὰ
γροθιὰ
κι’ ἀνάποδα
γυρνᾷ
την,
στανιὸ τοὺς
μονομέριασεν καὶ
μ’ ὄργητα
φωνάζει.
«Χαμένοι, τὸ
ποὺ
κάματε Δίας τ’ ἀντιπλερώνει.
Βασιλικὰ τοῦ
στρώσατε; Βασιλικὰ
πλερώνει».
Τὰ γέλια τους κατάπιανε, τὸ
γαῖμαν
τους παγώνει.
Μολνάει ὁ Δίας κεραυνοὺς
κι’ ἡ
νύχτα λαμπαδιάζει!
Καίγονται οἱ
πυργοκάμαρες, καίγονται τὰ
παλάτια,
καίγονται αὐλὲς
μὲ
τὸ
ψηφί, φράχτες μὲ
τὸ
πυξάρι,
καίγονται ὑγιοὶ
σαρανταεννιά, σὰν
κάρβουνα στὴν
θράκα,
ὁ
Νύκτιμος δὲν
καίγεται, εἰς
τὸν
σουφρὰ
χωσμένος.
Κι’ ὁ Δίας χέρι ἐσήκωσεν,
νὰ
τὸν
κεραυνοκάψῃ,
κι’ ἡ Γαία, ἡ
βασίλισσα, ’π’
τὸ
χέρι τὸν
ἁρπάχνει.
«Σπλαχνίσου τον, βαθύγνωμε, νὰ
σὲ
χρωστῶ
χατήρι».
Κι’ ὁ ῥῆγας
ὁ
Λυκάονας, ποὺ
ἀνέμυαλος
δερνότουν,
κι’ ἐμέτραγεν στὶς
χοῦφτες
του τὴν
τέφρα τῶν
παιδιῶν
του,
τὸν Δία κοντοζύγωσεν καὶ
ξέπνοος περικάλει.
Στὰ τέσσερα τοῦ
πρόσπεσεν, στὰ
τέσσερα προσπέφτει,
κι’ ἅπλωνε τὸ
χεράκι του, στοῦ
Δία τὰ
κουρέλλια,
κι’ ὁ Δίας ποτραβήχτηκεν καὶ
φρενιασμένος λέει.
«Ὕπαγε ὀπίσω
σίχαμα, βρωμίζεις τὰ
κουρέλλια.
Ἀνθρώπου
σφάγιον μάτωσες, εἰς
τὸν
βωμό μου ἀπάνω,
ἀνθρώπου
σάρκα σ’ ἄνθρωπον
τὰ
τέκνα σου φιλέψαν,
λύκε, λύκους σὰν
ἔσπειρες,
λύκος καὶ
σὺ
νὰ
γένῃς».
Κι’ ὡς ἔγνεψεν
ὁ
Βασιληάς, φάνη ὁ
Λυκάων λύκος,
κι’ ὕστερον χάθη μεταμιᾶς,
στοῦ
Ὀλύμπου
τὰ
παλάτια.
Τί ἀπόμεινε ἀπ’
τὴν
ξιπασιά, τοῦ
κράτους τὴν
περφάνεια,
κι’ ἀπ’ τῆς
ξουσιᾶς
τὴν
δύναμι, τοῦ
πλούτου τὸ
καμάρι;
Μαύρη καπνιὰ
ν’ ἀπόμεινε
καὶ
χόβολη καὶ
στάχτη,
κι’ ὁ Νύκτιμος, ἔρμο
δεντρί, στὸ
δάσος τῆς
γενηᾶς
του.
Πόμεινεν κι’ ὁ
ξολοθρεμμός, στὰ
χείλη τῶν
ἀνθρώπων,
γιὰ ν’ ἀφηγιῶνται
στοὺς
τρανοὺς
ὁ
Δίας ποὺ
ἔχει
ὁρίσει
τῶν μισανθρώπων μερτικό, τῶν
σκληροκάρδων ῥόγα.
Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011
Αἰγιστέου πήδημα
Αἰγιστέου πήδημα
ρδ΄
Ποιός ποὺ φεγγαροσεργιανᾷ καὶ βαρυσυλλογᾶται,
ποὺ στὰ
περβόλια περπατεῖ,
στοὺς
κήπους μὲ
τὰ
ῥόδα;
Ποιόν τὸ μαράζι τρώγει
τον, τὰ
μέσαθέ του καίει,
ὡς
τρωγοκαίει, ἀχόρταγη,
τὸ
μαῦρο
δάσος φλόγα;
Ὁ
Αἰγιστέας,
τοῦ
Μίδα ὑγιός,
ὁ
πολυφουμισμένος,
εἰς τὰ
περβόλια περπατεῖ,
στοὺς
κήπους μὲ
τὰ
ῥόδα,
κάτω ἀπ’ τὸ
φῶς
τοῦ
φεγγαριοῦ,
πολλὰ
συλλογισμένος.
Κι’ ὡς στὸ
παλάτι ἐπέρναγεν,
στὲς
σάλες κι’ ἐτριγύρνα,
πίσ’ ἀπ’ τοὺς
τοίχους τοὺς
λινούς, τοὺς
πορφυροῦς
μπερντέδες,
κεῖ πού, ἄφαντος,
ὁ
βασιλεὺς
μεροβραδὶς
ἐθρήνα
τῆς ἄβυσσος
τ’ αὐγάτισμα,
τὸ
κούρσεμα τῆς
μέρας,
τ’ ἀνείπωτα ὡς
ἐμίλαγεν
καὶ
τὰ
βουβὰ
ὡς
μολόγα,
τοῦ κύρη του ἀγροίκησεν
τ’ ἀλαφιασμένα
λόγια:
«Τί ἁμαρτία κι’ ἀνομιὰ
κι’ ἀνίγερη
βλαστήμια;
Κι’ ὡς τίναν βαρυκάρδισα μὲς
στῶν
θεῶν
τὴν
φάρα
κι’ ἄσβεστη μάνητα κρατοῦν
κι’ ἀγύριστ’
ἡ
βουλή τους;
Δὲν εἶν’
στὸν
κόσμον δέσποτας καὶ
ἄναξ
καὶ
ῥηγάρχης,
πλειότερον νὰ
στερνίζεται τὸν
νοῦ
τῶν
ἀθανάτων.
Κι’ ὡς ἡ
μαυρίλ’ ἀνάβρυσεν
ἀπὸ
τὸν
κάτω κόσμο,
καὶ βάλθη, ῥουφαλιὰ
φριχτή, νὰ
πίνῃ τὴν
Φρυγία,
μήτ’ ἄλλου γνώμη ἐγύρεψα,
μήτε τοῦ
κεφαλιοῦ
μου,
μὸν ἔπεμψα
κι’ ἐγύρεψα
χρησμὸ
θεοδοσμένον.
Κι’ οἱ μάντεις μ’ ἀντιπέμψασιν
χρησμὸ
θεοδοσμένον:
-Ῥῖξε τὸ
πού ’χεις πλειὸ
ἀκριβόν,
τὸ
βάραθρο νὰ
γιάνῃ-.
Ῥίχνω
φλωριὰ
ἀπροσμέτρητα
κι’ ἀψήφιστα
μπακίρια,
σκάφες τὰ λιθαρόπουλα,
διαμάντια καὶ
ζαφείρια.
Κι’ ἀπ’ τ’ ἀσημομαλάμματα
μήτε καντάρι σώθη,
μ’ ἀντὶς
νὰ
φράξῃ ὁ
ἄβυσσος,
ὥρα
τὴν
ὥρ’
ἁπλώθει.
Ἀλίμονο,
τοῦ
ἡλιοῦ
τὸ
φῶς,
πατρίδα, ποχαιρέτα...»
Πικροχαράζ’ ἡ
ἀνατολὴ
καὶ
πικροξημερώνει,
τὸν μαῦρο
ἐμμορφοστόλισεν,
σελλώνει, καλιγώνει.
Τυλίγει στὰ
νωμάκια του τὸ
φοινικὶ
μαντύ του,
περνᾷ εἰς
τὸ
σελάχιν του τὸ
δίστομον σπαθί του,
σκιάδι πανώρηο, φρυγικόν, φορεῖ
στὴν
κεφαλή του,
στὰ πόδια, τ’ ἁψηλὰ
τζεγκιά, τὰ
χρυσοκορδονᾶτα.
Τὸν μαῦρο
γλυκοφτέρνισεν, τὰ
καστροπόρτι’ ἀφήνει,
στὸ χάσμα εὑρέθη
μονομιᾶς,
στὸ
χεῖλος
τοῦ
βαράθρου.
Θωρᾷ τὰ
τείχια του νὰ
ἰδῇ,
τὸν
πάτον νὰ
βιγλίσῃ,
μηδὲ τὰ
τείχια ἐθώρησεν,
μηδὲ
πάτον βιγλίζει,
μὸν σκοτεινιὰ
κατάπηχτη, νὰ
κόβῃς μὲ
μαχαίρι.
Κι’ ὡς, σπιθαμὴ
τὴν
σπιθαμήν, ἐβούλιαζεν
ὁ
τόπος,
ὁ
μαῦρος
χιλιμίντριζε κι’, ἁψύς,
ὀπισωπάτει,
κι’ ὁ νηός, μὲ
λόγια πεταχτά, ἔκραζε
στὸ
σκοτάδι.
«Μήτε φλωριὰ
ἀπροσμέτρητα
κι’ ἀψήφιστα
μπακίρια,
σκάφες τὰ λιθαρόπουλα,
διαμάντια καὶ
ζαφείρια,
μήτε ἀσημομαλάμματα,
ὀκάδες
καὶ
καντάρια.
Οὐδὲν
ἔνι
ἀκριβώτερον,
παρὰ
ἡ
ψυχὴ
τ’ ἀνθρώπου,
παρὰ ἡ
ἀγάπη
τοῦ
γονηοῦ
γιὰ
τέκνο λατρεμμένο,
γιὰ τῆς
πατρίδας τὴν
φιλιά, τὸ
γαῖμα
τ’ ἀντρειωμένου».
Κι’ ὡς εἶπεν,
τ’ ἄλογο
ἔστρεψε,
τοῦ
Τάρταρου μακρύνθη,
μέτρα νὰ κλέβῃ στέρηα
γῆς,
γιὰ
τὸ
στερνό του τὸ
ἔμπα,
κι’ ὡς κέρδεψέ τα τοῦ
κρημνοῦ,
πρόσωπον πάλι ἐστράφη.
Τοῦ μαύρου του ἐψιθύρισεν
κι’ ὁ
μαῦρος
του ἀφρίζει,
τὸ μάτι του ἀσπρογυάλισεν
καὶ
φλόγες ῥουθουνίζει.
Τὸν μαῦρον
ἀγριοφτέρνισεν
καὶ
χύθη ὡσὰν
πετρίτης,
καὶ τοῦ
κρημνοῦ,
κατάνακρα, στὸν
ἄβυσσον
τινάχτη,
κι’ ἀγκαλιασμένοι ἐβούτηξαν
στὸν
παγωμένον Ἅδην!
Κι’ εὐθὺς
τὰ
μάγια ἐλύθησαν,
τὰ
τελωνοσπαρμένα,
κι’ εὐθὺς
τὸ
χάσμα ἔφραξεν
κι’ ὁ
βάραθρος σφραγίστη,
κι’ ἐγαληνέψαν οἱ
οὐρανοί,
τὰ
νέφελα σκορπίσαν,
κι’ ἥλιος στοὺς
Φρύγες ἔλαμψε,
λαμπρύτερ’ ἀπ’
τὰ
πρῶτα.
Καὶ οἱ
Φρύγες σὰν
τὰ
μάθασιν, διόλου μοιργιολογῆσαν
τὸν Αἰγιστέα,
τοῦ
Μίδα ὑγιό,
τὸν
πολυφουμισμένον,
μὸν τέτοια ἐχάραξαν
γραφήν, εἰς
τ’ ἄδειον
του κιβούρι:
«Ἐδῶ
κατάπιε ἡ
μαύρη γῆς
τὸν
Αἰγιστέα
τὸν
Φρύγα,
λαμπρὸν
ὑγιὸν
ἀνόητου,
τοῦ
Μίδα βασιληᾶ.
Σάν, ἀντρειωμένος,
κάλπασε στὸν
ἄβυσσον
καὶ
ῥίχτη,
κι’ ἀπὸ
τὴν
χώρ' ἀπόδιωξε
τὴν
κακοδαιμονιά.
Διαβάτη μὴ
τὸν
λησμονᾷς
κι’ ἂν
τύχῃ μὴ
διστάσῃς
γιὰ τὴν
πατρίδα σου ἄτρομος
στὸν
Ἅδη
νὰ
καλπάσῃς»
Σάββατο 6 Αυγούστου 2011
Τοῦ γδικιωμοῦ ἡ στράτα
Τοῦ
γδικιωμοῦ ἡ στράτα
ργ΄
Ἔνι τοῦ
αἰῶνα ἡ δύναμις κοντάριν
ποὺ
μηδεμιὰ λυγᾷ το ἀρματωσία.
Σὰν
τὸ ἄνομο σκουριάζ' ἡ
ματαιότης
τροχᾶν
τὸ δίκηον πόνος, καρτερία.
Κι’
ὡς ἡ ἀλαζόνεια τὸ
κακὸ στραβώνει,
τοῦ
γδικιωμοῦ τὴν στράτα ὁ
χρόνος στρώνει.
Κυριακή 10 Ιουλίου 2011
Ἀλῆ Συνέσιος
Ἀλῆ
Συνέσιος
ρβ΄
Δάση σκιερὰ τρογῦρα, ὁρμάνι’ ἀνήλιαγα
καὶ μέσα καστροσπήληο
πολυθόλωτο,
πού ’ναι λαγούμια χίλια, χίλια
τρίστρατα,
πετρογιοφύρια πού ’ναι, βόθρες καὶ
λιμνιά,
ἄπατοι
καταῤῥάκτες, χάη καὶ
βάραθρα.
Ἐκεῖ,
τὸ
λέγουν κι’ οἱ
ὀνειροβιγλάτορες
ποὺ δύνονται θωροῦσιν
τ’ ἀνηθώρητα,
ἔχει
τὸν
θρόνο τ’ ὁ
Ἀλῆ
Συνέσιος,
ὁ
νυχτεριδοφτέρουγος ὁ
δαίμονας.
Ὁ
ἀπέθαντος,
ἄρχος
καὶ
πρωτοβασιληὰς
ὅλων
τῶν
σκοτεινόκαρδων στοιχειῶν,
στὸν Κίλβαντα ποὺ
διάγουν τὸν
πολύκορφο.
Κι’ ὁ θρόνος εἰς
τὸν
θόλο τὸν
τρανώτερον!
Φέγγουν ψηλὰ
ταβάνια διαμαντόσπαρτα
καὶ τὰ
σπηληοντουβάρια φλέβες μάλαμμα,
κι’ ἀντὶς
χαλὶ
στρωμένα τὰ
πατώματα
πλήθια τῶν ἀντρειωμένων
κεφαλὲς
γυμνές,
ἄσπρες
καὶ
φαγωμένες καὶ
γυαλιστερές.
Καὶ βλάστημος στὸν
θρόνο τὸν
βασάλτινο
κάθετ’ ὁ δαίμων, ὁ
Ἀλῆ
Συνέσιος.
Μὲ μάτια ἀδειανὰ
κι’ ἀβυσσογέννητα,
τῶν ὑποτακτικῶν
μαντεύει τὶς
βουλές,
κι’ ὄνειρα ὑφαίνει
καὶ
δουλειὲς
ἀνέσπλαχνες.
Κι’ ὅλοι σκυφτοὶ
τὸν
τρέμουν κι’ ὅλοι
σκιάζονται,
κι’ οὐδεὶς
βαστᾷ
νὰ
τοῦ
σταθῇ κατάμματα.
Καὶ πάντα χεροσφίγγει ῥάβδον
ἀργυρό,
καὶ εἰς
τὴν
κορφὴ
στὸν
ῥάβδον
νεκροκεφαλή,
πό ’χει ξανθὰ
μαλλάκια, στέφανον φορεῖ,
κι’ ἔνι γραφὴ
στοῦ
στέφανου τὸ
κούτελον:
«Ἄναξ τῶν
Ἀελίων,
Ἀρχεπτόλεμος»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)