Κυριακή 2 Ιουλίου 2023

Ῥωμαϊκὸν σονέττο (Τοῦ παρακατιανοῦ)

 Ῥωμαϊκὸν σονέττο

(Τοῦ παρακατιανοῦ)

σξη
΄

Ὤ! Μακάριοι * ποὺ σὲ ὑποτιμοῦνε,
ταπεινόν, ἀχαμνὸν * ποὺ σὲ ὀρδινιάζουν·
τοῦ βίου ὁδηγὸν * στεῤῥὸν σ’ ἀραδιάζουν,
καὶ παρακάτω * καὶ τρίτον σὲ θωροῦνε.
Πὼς δὲν ἔζησες, * πὼς διόλου δὲν ἐχάρης,
καί φτωχὸς καί λιτὸς * καί ἀταξείδευτος·
ἀνήλιος ἡδονῶν, * πάντ’ ἀσυγχρώτιστος,
δὲν ἀξιώθης * γεῦσι ζωῆς νὰ πάρῃς.

Ὅτι βαστιέσαι * στοῦ κάλλους σου τὸ κάστρον,
ἀντρειεύεσαι * στὸ πειὸ ἁψηλὸ πυργί σου,
κι’ ἔρμος θωρεῖς * τῶν πολλῶν τὴν παράταξι.
Τῶν μαρμαρινῶν * σταυρῶν ἡ διάταξι
κάποιο λιόγερμα * ψιθύρισεν στ’ αὐτί σου:
«Σὲ ἀρκεῖ μι’ αὐλή, * μιὰ φυλλωσιά, ἕν’ ἄστρον».


Τρίτη 25 Απριλίου 2023

Ἐρείπιον

Ἐρείπιον

σξζ΄

Διὲς ἕνα μέρος, ἂν μὲ εἰπῇς, τί νὰ σὲ εἰπῶ, καλέ μου,
ὅπου τὸ κοσμοτέλειωμα πατεῖ στὴν κοσμογέννα·
ὁ γέρων κεῖ στερνοβογγᾷ, τὸ βρέφος πρωτοκλαίγει,
κι’ ἔνι ὁ χρόνος γέροντας, ὁ χρόνος καὶ τὸ βρέφος,
τὸ δείλι μήτρα τοῦ μωροῦ, τοῦ γέρου νεκροκλίνη.
Κονίαμα ὠχροφαιό, τοῦβλο ξεγυμνωμένο,
τὸ κεραμίδι πράσινο, σενάζι σκεβρωμένο,
συνάμα ὀρθό, κατάγερον, καὶ καταγῆς ῥιγμένο.

Βρίσκεται τόπος, ἂν ἰδῇς, νὰ δείξω σε, καλέ μου,
ὅπου τὰ μύρια βλέμματα σμεῖξαν τὰ μύρια μάτια·
καιροὺς βουβὰ ὡμίλησαν, στὰ φωναχτὰ ἐσιωπῆσαν,
τρίσβαθα τοίχους πότισαν καὶ τρόγυρα τοὺς δρόμους,
τὰ μεσημέρια ξεχειλοῦν καὶ ξανακουβεντιάζουν.
Ἡ καγκελλόπορτα σκουριὰ κι’ αὐλὴ ἀτσαλιασμένη,
χαμαὶ τὰ τζάμια θρύψαλα, ἐσώθυρ’ ἀνοιγμένη,
τ’ ἄβατο τῶν παραθυριῶν θέα φανερωμένη.

Ὀμπρός σου ἔπος κι’ ὄλεθρος! Κλᾶψε μας, ἀκριβέ μου,
κλᾶψε μας καί ὁλόχαρος, κλᾶψε γιομᾶτος θλῖψι·
κι’ ὅσον μετρᾷς τὸν οἶκο του μολόγα καὶ τὸν κτίστη,
τὸν μαστορεύει ἔρωτες κι’ ὄνειρα λιθοχτίζει,
π’ ὅλο τὰ δέρνει στρόβιλος, σεισμὸς τὰ τανταλίζει.
Διές, στὸν βοῤῥᾶ ὁ θεῖος νοῦς, ἡ ἅγια ὕλη στὸν νοτιά,
σ’ ἀνατολὴ τ’ ἀθάνατα, πέρα στὴν δύσι τὰ θνητά,
κι’ ἐσταυρωμένη ἀναμεσὶς τοῦ Κόσμου ἡ ἀνθρωπολογιά.


Δευτέρα 10 Απριλίου 2023

Γεῖς

Γεῖς


σξϚ΄

«Τί κάθεσαι σειριὰ νυχτιὲς κι’ ὁλοθωρεῖς τ’ ἀστέρια».
«Ὅτι ἀνιμένω τὴν βροχήν, ὅντες ν’ ἀστράψῃ πέρα».
«Κι’ ἂν ξαστεριὰ ποῦ σύγνεφα, δίχως τα ποῦ οἱ στάλες».
«Κάποτες πάλιν ἔβρεξε στοῦ σκοταδιοῦ τὴν ξέρα·
κι’ ἦσαν τὰ φῶτα σύγνεφα κι’ οἱ φωταχτῖδες στάλες
καὶ τῆς νυχτιᾶς οἱ ἀστραρμαθιὲς λειβάδια τ’ ἀνθισμένα».
«Καὶ ποιός ὁ ποὺ φωτόβρεξε κι’ οἱ νυχταγροὶ φυτρῶσαν;»
«Ὁ πρωτολιός, ὁ μεγαλιός, ἥλιος ὁ Γεῖς κι’ ἀληθολιός».

Σάββατο 8 Απριλίου 2023

The City


 










Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Ἦτον χρυσῆ καὶ τρανωμένη
ἐκείν’ ἡ πόλις τοῦ φωτός·
μία εἰκόν’ ἀναρτημένη
μέσα στὰ βένθη τῆς νυκτός·
τόπος ὁμοῦ τοῦ θαυμαστοῦ, τῆς δόξης,
καὶ μαρμαρόλευκος κάθε ναός.

Τὴν ἐποχὴ σύρω ἀπὸ μνήμης
π’ ἀνέτειλε στοὺς ὀφθαλμούς·
τρελὸς καιρὸς παραφροσύνης,
ἡμέρες ποὺ μουδιάζ’ ὁ νοῦς
ὡς ὁ χειμών, λευκόπεπλος, φρικώδης,
προελαύνει μὲ μανίες, παιδεμμούς.

Πειὸ ὡρηὰ κι’ ἀπ’ τὴν Σιὼν λογιόταν
στὰ οὐράνια ὡς ἔφεγγε ψηλά,
τοῦ Ὠρίωνος τὰ βέλη ὅταν
συσκότισάν μου τὴν ματιά,
χύνοντας ὕπνον ὅλο μ’ ἀχνὲς μνῆμες
θολῶν στιγμῶν πό ’χουν παρέλθη πειά.

Μέλαθρα μ’ ἀρχοντιὰ φτειαγμένα
μ’ ἀνάγλυφα νὰ τὰ κοσμοῦν,
κι’ ἦσαν γαλήνια ὑψωμένα
σ’ ἐξῶστες σπάνιους νὰ πατοῦν,
καὶ μυρωδᾶτοι λιόφωτ’ ἦσαν κῆποι
μὲ θαύματα παράξενα ν’ ἀνθοῦν.

Οἱ δρόμοι της μ’ ἐσαγηνέψαν
μὲ θώρι ἐκθαμβωτικό·
ψηλὲς ἁψῖδες μ’ ὡρμηνέψαν
πὼς μιὰ φορὰ κι’ ἕναν καιρὸ
πλανήθηκα ἐν ἐκστάσει κάτωθέ των,
κι’ εἰς κλίμα εὐφράνθην εἰδυλλιακό.

Ἐντὸς τῶν πλατειῶν στημένα
πλῆθος γλυπτὰ ὁμοταγῆ·
ἀρχηγικοί, μὲ πλούσια γένεια,
ἄνδρες σπουδαῖοι μιὰ ἐποχή –
μὰ εἷς ἔστεκε σπασμένος, διαλυμένος,
τσακίστ’ ἡ γενειοφόρος κεφαλή.

Μὲς στὴν λαμπρὴ πόλι γυρνῶντας
δὲν ἔσμειξα ψυχὲς θνητές·
μὰ ἡ φαντασιά μου, ὑποχωρῶντας
μπροστὰ στῆς μνήμης τὶς ἀρχές,  
χάζευε τὶς φιγοῦρες στὶς πλατεῖες,
κι’ ἐθαύμαζε τὶς λίθινες θωριές.

Τὴν ἀχνὴ χόβολη ἐφυσοῦσα
ποὺ ἔκαιγε μὲς στὸ μυαλό,
καὶ νὰ βαδίσω ἐμοχθοῦσα
αἰώνων πίσω τὴν ὁδό·
μὲς στ’ ἄπειρο λεύτερα ν’ ἀλητέψω,
νὰ μπῶ στὸ παρελθὸν δίχως φραγμό.

Φριχτὸ προαίσθημα μ’ ἁρπάζει
τότε μὲς στὴν ψυχὴ γοργόν,
δυσοίωνο πρωὶ ὡς χαράζει
κι’ ἁπλώνει φῶς ἐρυθρωπόν,
κι’ ἐν πανικῷ ἐμάκρυν’ ἀπ’ τὴν γνῶσι
τρόμων λησμονημένων καὶ νεκρῶν.

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2023

Τὸ στοίχημα

Τὸ στοίχημα

σξε΄

Τὸ χάραμμα σιμώνει, κρούει βαρὺ σφυρί,
ἀχὸς ποὺ πασσαλώνει, σχίζει τὴν κρύα γῆ.
Ἡ φαμελιὰ ξυπνάει, φωνάζουν τὰ παιδιά:
«Πατέρα, μι’ ἀγελάδα! Στὴν πόρτα μας βοσκᾷ».
«Ποιανοῦ ’ναι; Δῶ πῶς βρέθη; Καὶ ποιός τὴν ἔδεσε;»
«Μπρέ, μπρέ!» τὴν εἶδ’ ὁ Στράτος κι’ ἐχαμογέλασε…

«Μιὰ νταμιτζάνα οὖζο, Στράτο, νὰ συμπαθᾷς,
τὴν πίνω δὲν τὴν πίνεις, μιὰν ἀγελάδα πᾷς;»
«Ζῳέμπορας περνιέσαι, δὲν θὰ σοῦ λείψῃ μιά·
περνιέμαι νοικοκύρης, κι’ ἔχω μικρὰ παιδιά».
Μὴν σωριαστῇ ὁ Στράτος συνδυὸ τὸν περπατοῦν·
τὸν βαρυρογχαλίζει τέσσερεις κουβαλοῦν.


Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2023

Τὸ ἀγόρι (Τάγης)


Τὸ ἀγόρι (Τάγης)


σξδ΄


Στῆς Ταρκυνίας τοὺς ἀγρούς, τὰ παχουλὰ χωράφια,
εἷς γεωργὸς πορεύεται, τ’ ὀργώνει ν’ ἀρχινήσῃ.
Κάταστρο δρόμο ὑπάγει τον, μὲ τὴν αὐγοῦλ’ ἀφίχθη,
κι’ αὖθι τὸ στερνοχάραμμα τ’ ὡρηὸν ζευγάρι ζεύει.
Ἐσέρναν μπρὸς τὰ ζωντανὰ κι’ αὐλάκωνε τ’ ἀλέτρι
κι’ ἀνάβγαινε τὸ χῶμα ὁγρὸ κι’ ἡ γῆς μοσχομυρίζει,
ἀμὴ ἐπάρθη τὸ ὑνὶν καὶ βαθυναυλακώνει.
«Χαῖρε!» γροικιέται μιὰ φωνὴ κι’ ἐστράφη ὁ ζευγολάτης,
κι’ ἀναμεσὶς τοῦ αὐλακιοῦ ἐφύτρωσ’ ἕνα ἀγόρι.
Ἐκειὸς τὸ πρῶτο ἐκέρωσε, δεύτερο ἀναῤῥιγάει,
τρίτον ἐβροντοφώναξε κι’ ὠχρὸς πισωπατάει.
Ἀκοῦσαν τον στὰ πέρατα, συντρέχουν οἱ γειτόνοι
κι’ οἱ τῶν γειτόνων γείτονες, βοσκοὶ καὶ ζευγολάτες,
κι’ ἄλλοι εἰς ὀλίγον ἔτρεξαν κι’ ἦρθεν ἡ πόλι ὁμάδι,
κι’ ἦτον ὁ Τάρχων κεφαλή, τῆς πόλεως ὁ κτίστης.
«Παιδί, ποιός εἶσαι; Τί ζητᾷς; Πῶς ἀπὸ γῆς φυτρώθης;»
Καὶ τὸ παιδὶ ἀπεκρίθη του καὶ τέτοια τὸν προστάζει.
«Πέμψε μαντᾶτο, πρώταρχε, στὲς δώδεκα τὲς πόλεις,
νὰ ’ρθοῦν ἀρχόντοι κι’ ἱερεῖς, γραμματικοὺς νὰ φέρουν».
Φτάνουν ἀπὸ τοὺς Βήιους, τοὺς Βόλκους, τὴν Καιρέα,
τὸ Κλούσιον, τοὺς Βολσίνιους κι’ ἀπ’ τὴν Βετουλωνία,
Ποπλώνιον καὶ Κόρτωνα κι’ ἀπὸ τὴν Περουσία,
κι’ ἦρθαν στερνοὶ ἀπ’ τ’ Ἀῤῥήτιον κι’ ἀπὸ τὲς Βολατέῤῥες.
Στέκει τ’ ἀγόριν ἐν σιωπῇ, πέριξ τ’ ἀρχοντολόγι
καὶ κύκλους ὁλοτρόγυρα τῶν Τυῤῥηνῶν τὰ πλήθια.
Τότες κινάει τὴν ψαλμῳδιά, τραγουδιστὰ ’παγγέλλει,
καθάρια ὡς κρήνη τοῦ βουνοῦ, γλυκόγευστα ὡς τὸ μέλι,
κι’ ἄπαυτα λόγους ἔψελνε κι’ ἄπαυτα κεῖνοι ἐγράφαν:
Πῶς νὰ ὁρμηνεύουν τὴν βροντή, τὸν τρομερὸν ἀχό της,
πῶς νὰ ξηγᾶν τὴν ἀστραπὴ σὰν οὐρανοφωτίζῃ,
πῶς ν’ ἀναγνώθουν σωθικά, τῶν σφάγιων τὰ συκώτια,
πῶς νὰ διαβάζουν τὰ πουλιά, τοὺς φτερωτούς των δρόμους,
πῶς νὰ ξεκρίνουν οἰωνούς, θεόσταλτα σημάδια,
πῶς νὰ ὁρίζουν τοὺς ναοὺς καὶ πῶς βωμοὺς νὰ στήνουν,
πῶς νὰ ἐκτελοῦν τὲς λειτουργιές, πῶς καθαρμοὺς νὰ κάμνουν,
καὶ τῶν θεῶν τὴν ὄργητα πῶς νὰ ἐξευμενίζουν.
Κι’ ἄπαυτα λόγους ἔψελνε κι’ ἄπαυτα κεῖνοι ἐγράφαν:
Ποιὰ ἔν’ ἡ φύσις τῶν καιρῶν καὶ πῶς κυλᾷ ὁ χρόνος,
πῶς διαιρεῖται ὁ οὐρανός, ποῦ τῶν θεῶν οἱ τόποι,
πόση τοῦ ἀνθρώπου ἡ ζωή, τοῦ καθενὸς γραμμένο,
πῶς νά ’χῃ κάστρη ἄπαρτα, πόλεις νὰ θεμελιώνῃ.
Τὸν κόσμον ἀνιστόρησε τὸν πέρ’ ἀπ’ τὰ μνημούρια,
σὰν ἀποθάνουν τὶ θὰ ἰδοῦν, τ’ ἄγνωρα ἱνὰ γνωρίσουν,
τὲς τελετὲς πῶς νὰ σωθοῦν, κεῖ νὰ καλωσορίσουν·
κι’ ἄλλα πολλὰ κι’ ἀπ’ τὰ πολλὰ καὶ παραπάνω ἀκόμη.
Ὅντες οἱ λόγοι ἔπαυσαν ἐρώτησεν ὁ Τάρχων.
«Σοφέ, ὁ μοιάζεις μὲ παιδί, ποιό ἔνι τ’ ὄνομά σου;»
Καὶ τὸ παιδὶ ἀπεκρίθη του, οἱ Τυῤῥηνοὶ νὰ μάθουν.
«Εἶμαι τ’ ἀγγόνι τοῦ Διός, νὰ μὲ καλῆτε Τάγη».
Τ’ ὄνομ’ ἀφοῦ ἐξεστόμισε πέφτει νεκρὸ τ’ ἀγόρι,
κι’ ἄξαφνα ἐχάθη καταγῆς ὡς ἄξαφνα ἐφυτρώθη.
Ἐδάκρυσαν οἱ Τυῤῥηνοὶ μὲ τῆς τιμῆς τὸ δάκρυ,
τοὺς ἔκριν’ ἄξιους ὁ Ζεύς, πρεπὰ νὰ τοὺς διδάξῃ,
κι’ ὅλην τὴν γνῶσι ἐσφράγισαν εἰς ἱερὰ βιβλία·
κι’ ὡρκίστηκαν νὰ τὴν φυλοῦν καὶ κατ’ αὐτὴν νὰ διάγουν,
νὰ μνημονεύουν τὸ παιδί, τὸ πάνσοφον ἀγόρι.
 

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2023

Κέλλος ὁ πιτταμνικὸς

Κέλλος ὁ πιτταμνικὸς

σξγ΄


«kellos pittamnikos toler trumusijatei donom»

«Ὁ Κέλλος, τοῦ Πιττάμνου ὑγιός, εἰς τὸν Τρουμουσιάτιν
(ὅπου τὸν ἐθεράπευσεν) προσέφερε τὸ δῶρον».
Κι’ ἄλλον ἂς μὴ καταγραφῇ, θεὸς κι’ ἄνθρωπος ξεύρουν.
(Μήτ’ ἦτον τῆς σαρκὸς φτορὰ κι’ ἀῤῥώστια τοῦ κορμίου,
μήτε καημὸς τοῦ ἔρωτος, τοῦ λογισμοῦ σκοτείνια,
μὸν ἀπ’ τὴν ματαιότηταν λύτρωσε τὴν ψυχή του.)

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2022

Κοσμοκοντάκιον Σπύρου Σιούλα


Κοσμοκοντάκιον Σπύρου Σιούλα

σνζ΄

Ἀπαγγέλων: Ἀναγνώστης ἐφημερίδος ἐν ἔτει 2021
Χορός: Ἡρὼ καὶ Λέανδρος ὡς γυμνὰ φάσματα

Προοίμιον Ι

Α: Ὡραία Σμύρνη, μπροστὰ στὸ στρατηγεῖο,
ἔρως ὁ μὴ περαιωθεὶς ἐγύρεψε τὸν θάνατο,
τὴν ἀλυπία τῶν νεκρῶν στὸ μαῦρο κῦμ’ ἀναζητήσας.
Χ: «Ἔρως λαφρύς, ἀστεῖος, δὲν εἶν’ ῥομάντζο ἡ ζωή»,
αἰῶνες δυὸ κι’ ὁ κήνσωρ, στυγνός, καταλαλεῖ.

Προοίμιον ΙΙ

Α: Θεσσαλονίκη, μὲς στὸ ξενοδοχεῖο,
τ’ ἁλυσωμένα ὄνειρα περαίωσε στὸν θάνατο·
ἀπέδρασεν ἐκ ζωντανῶν τὴν σκοτοζῶσι τερματίσας.
Χ: «Τοῦ λόγου θῦμ’ ἀστεῖον, μὲ φύσι νευρασθενική»,
ἔτη διακόσια ὁ κήνσωρ, εἴρων, συκοφαντεῖ.

Οἶκοι

Α: Ἀγγελική, Σπυρίδων, Λέανδρος καὶ Ἡρώ,
ἔρωτες μυριοπρόσωποι, λύχνος καὶ ὕδωρ·
γυμνὴ ἡ Εὐρυνόμη, στὸν λάγνο της χορό,
χειρότριψε τὸν ἄνεμο, βγῆκ’ ὁ Ὀφίων.
Κι’ ὁ πρωτογεννημένος πρωτόπραξε τὸν πόθο,
πόθος ἡ πρώτη πρᾶξις, τοῦ Παντὸς ἡ ἀνάβρα·
στρόβιλος κερασφόρος, τὸ πηδηχτό του νιώθω,
μὴ ὢν ὁ ποὺ ἀρνιέται τοῦ χοροῦ του τὴν λάβρα.
Χ: Τὸ Πᾶν ἀπομαγεύθη, ἰδοὺ μπακκαλικὴ φτηνή!
Αἰῶνες δυὸ ὁ κήνσωρ πραμμάτεια διαλαλεῖ.

Α: Γυμνὴ φωτιὰ μὲ χλαίνη, βράδυ, καιρὸς ψυχρός,
στὴν μαυρομμάταν ἔσβηνε, κόρη τῆς πλύστρας·
θάνατος καθ’ ἡμέραν, κι’ ὁ πόλεμος φριχτός,
ζόφος τὸ ἡλιόφως, τ’ ἄλλαξαν μὲ φῶς τῆς νύχτας.
Ἔρως, τὸ ἔρμο κλῆμα ποὺ πειότερ’ ὁρμανιάζει
στ’ ἀνήλιον τοῦ θανάτου, χρωμολάμπει, φυλλώνει·
κισσὸς ὀνειροπλεύστης, τσαμπιὰ ὀνειροστοιβιάζει,
στὴν τέφρα ὀνειροσπέρνει, γῆν ὀνείρου φυτρώνει.
Χ: Θαλασσοπνίγ’ ἡ ῥέμβη, μένε στῆς τέφρας τὴ στερηά!
Αἰῶνες δυὸ κι’ ὁ κήνσωρ ἀκόμα σᾶς γελᾷ.

Α: Ἔπειτα ἡ ἀῤῥώστια, τοῦ ἔρου ξολοθρεμμός,
ἐχάθ’ ἡ ὥρηα Ἑλένη του κι’ ἄπαρτ’ ἡ Τροία·
σὲ χέρσα γῆ ἡ ψυχή του, πλανιέται ἥρως τρελὸς
ποὺ περιπαίζουνε στοιχειά, πλοῦτος κι’ ὑγεία.
Δυὸ χρόνους νὰ παλεύῃ στὸ σύνορο τοῦ ᾅδη,
κι’ ὅλα γύρω ἐκλειδῶναν, «φθισικὸς» ἀντηχοῦσαν·
στοὺς τόπους τῆς Νιγρίτας θολόπικρο μαγνάδι,
τὰ ὄνειρα στὴ Νύμφη τὸν Βισάλτη καλοῦσαν.
Χ: Δρᾶμα τους τ’ ὄνειρό σας, στὸ δρᾶμα σας ἐκπλήρωσι.
Ἔτη διακόσια ὁ κήνσωρ στρεβλώνει τὴν τιμή.  

Α: Ῥίχνουν παιχνίδια πλάνης, ἀστράγαλους πολλούς,
ῥόμβους, μῆλα ὁλόχρυσα, σβοῦρες, καθρέφτες·
βίους μᾶς παζαρεύουν, μὲ μόχτο, μισερούς,
καὶ τὰ μαχαίρια τους γυμνά, ἔντιμοι ψεῦτες.
Κι’ ὡστόσο μᾶς γελοῦνε, ἄπαυτα ὄχι, κι’ ὅλους·
κάποτ’ ὁ μέγας ἄβαξ κι’ οἱ πεσσοὶ τοῦ Αἰῶνος
ἀνοιγοκλείνουν στῆλες καὶ φανερώνουν δόλους,
δείχνουν κήπους θανάτου καὶ λειμῶνες ἀγῶνος.
Χ: Ἄσπρα καὶ μαῦρα πιόνια τὸν ἴδιον ἔχουν βασιληά.
Ἔτη διακόσια ὁ κήνσωρ γνωρίζει μὰ σιωπᾷ.

Α: Ἄναρχος στ’ ἀστροφόρο, αὐτόχειρας ἀμνός,
τιτάνων γυψοπρόσωπων τὴν ζῶσι λύνει·
κρότος τοῦ περιστρόφου, τῆς λευτεριᾶς ὁδός,
δὲν ἤπιε αἷμα ἡ κάμα τους, σφάγιο νὰ γίνῃ.
Ῥηγάδες οἱ ἀνθρῶποι κι’ αὐτόβουλοι διαλέγουν
ποῦ θὰ παρακαθίσουν καὶ ποιὸν δεῖπνον ἀρνοῦνται·
πολλοὶ τὸ ξημερώνουν, κάποιοι νωρὶς ποὺ φεύγουν,
λίγοι, μπρὸς στὸ κατώφλι, χαιρετοῦν καὶ κοιμοῦνται.
Χ: «Παλλάδιον», ἡ Παλλάδα καρδιὰν ἔσωσε ζωντανή.
Αἰῶνες δυὸ ὁ κήνσωρ στὴν «κόψι» προσκαλεῖ.

Ἐξόδιος

Α: Σπυρίδωνα κι’ Ἀγγέλα, Λέανδρε καὶ Ἡρώ,
δυὸ τοῦ Παντὸς οἱ ἀμπελουργοί, θεοὶ πυρφόροι.
Χ: Ἡ ἀρετὴ κι’ ὁ ἔρως, ζεῦγος μ’ ἀγρὸν κοινό,
σπορεῖς αὐτῶν οἱ ὄψεις μας, μεῖς ἀθλοφόροι.
Α: Ὁ ἆθλος εἶν’ τ’ αὐλάκι, ἀνύπαρχτο μπροστά σας,
κι’ ὅσο κι’ ὅπου περνᾶτε μίλια πίσω θ’ ἁπλώνῃ.
Χ: Κλῆμα στὸ Πᾶν θεριεύει τὸν ἄνθρωπο ἡ καρδιά μας,
ἀμπέλι ὀνειροφόρο μὲς στ’ ἀστέρια ῥιζώνει.
Α: Δῶ ἄρχοντες τῆς τέφρας αἰῶνες δυὸ μᾶς κυβερνοῦν.
Χ: Ἔχουν κι’ ἕναν παληάτσο, σᾶς ψέγει καὶ γελοῦν.

Τὸ ποίημα ὡς συμμετοχὴ στὸ "ΑΠΟΝΕΝΟΗΜΕΝΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ" τοῦ Ῥομαντικοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2022

The Dweller


 










Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Ἦτον ἤδη ἀρχαῖο στὴν αὐγὴ τῆς Βαβυλῶνος·
ὑπὸ τοῦ τύμβου ἄγνωστο πόσο καιρὸ ἐκοιμήθη,
μὰ ἐν τέλει ἡ σκαπάνη μας ἔσυρεν ἀπ’ τὴν λήθη
τοὺς γρανιτένιους πλίνθους του κι’ εἶδε τὸ φῶς τοῦ αἰῶνος.

Ἦσαν πλακόστρωτ’ ἀχανῆ καὶ τοῖχοι θεμελίων,
πλάκες σαθρὲς κι’ ἀγάλματα, νὰ δείχνουν λαξεμμένα
κάποιων ἀλλοτινῶν καιρῶν ὄντα παραμυθένια
ποὺ κεῖνται τῆς ἀνθρώπινης μνήμης ἐκτὸς ὁρίων.

Κι’ εἴδαμε λιθινὰ σκαλιὰ κατωφερῆ ν’ ἁπλώνωνται,
μέσῳ πύλης μισόφραγης ἐκ δολομίτου σκαλιστοῦ,
πρὸς κάποιο ἄντρο μελανὸ τοῦ ἀενάου σκοταδιοῦ
ποὺ ἀρχαῖες γραφὲς κι’ ἀρχέγονα μυστήρια συνοφρυώνονται.

Ἀνοίξαμ’ ἕνα πέρασμα –  μὰ ἐῤῥίξαμε τρελὸ φευγιὸ
μόλις κάτωθ’ ἀκούσαμε ποδιῶν βαρὺ βηματισμό.


Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2022

Continuity


 










Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Σὲ κάποιἀρχαῖα πράγματα τὸ ἀχνάρι ἐνυπάρχει
μιανῆς οὐσίας θολερῆς πέραν μορφῆς καὶ μάζης·
λεπτὸς αἰθήρ, ἀδύνατο μὲ λόγια νὰ ὀνομάζῃς,
μὰ δένεται μὲ κάθε ἀρχὴ στὸν χωροχρόνο ποὺ ἄρχει.

Ἕνα σημάδι συνοχῶν ἀχνῶν, κεκαλυμμένων
ποὺ τὰ ἔξω μάτια δὲν μποροῦν σαφῶς νὰ ξεχωρίζουν·
ἀπὸ διαστάσεις σφαλιστὲς τὸ παρελθὸν ποὺ ὁρμίζουν,
καὶ δίχως μὲ κρυφὰ κλειδιὰ ἄβατον παραμένουν.

Ὡς τὰ λοξὰ ἡλιάχτιδα λάμπουν, πῶς συγκινοῦμαι,
σὲ ὑποστατικὰ παληὰ ποὺ λόφο ἀντιθωρᾶνε,
καὶ βάφουν μὲ ζωὴ μορφὲς ποὺ ἀκίνητες βαστᾶνε
ἐδῶ κιαἰῶνες πειὸ ὑλικὲς ἀπὅσον ἐννοοῦμε.

Στὸ ἀλλόκοτον ἐκεῖνο φῶς νιώθω πὼς δὲν ἀπέχει
στέρηος ὄγκος ποὺ ὡς πλευρὲς τὶς ἐποχὲς κατέχει.