Δευτέρα 24 Ιουνίου 2019

Ἰαλδαβαὼθ (Hells Angel)


Ἰαλδαβαὼθ (Hells Angel)

σλθ΄

Στὸ παληοβενζινάδικο, σὲ κολασμένους δρόμους,
μὲ ἄνοια γεροντικὴ μέν’ ἡ κυρὰ Σοφία·
ἀρχοντοκόρη τὴν μιλοῦν, πανώρηα καὶ πλουσία,
μὰ ἐζευγάρωσ’ ἄνομα, χάθη στοὺς ὑποκόσμους.

Καρπός της ὁ Ἰαλδαβαώθ, ἡγήτωρ καθαρμάτων,
σπρώχνει σκληρὰ ναρκωτικά, πουλάει προστασία,
σάρκα κι’ ὅπλα ἐμπορεύεται, σπέρνει νεκροταφεῖα,
«Τρελὸ θεὸ» τὸν ἐξυμνοῦν! Ὅμιλος βδελυγμάτων.

Τὴν λεωφόρο μὲ ψιλόβροχο διασχίζουν,
στὰ πανωφόρια των λεοντόφιδο ῥαμμένο,
μαῦρο μελίσσ’ οἱ μηχανὲς σειριὰ βουίζουν,
στῆς φάλαγγος τὴν κεφαλὴ ὂν ἐπῃρμένο.

Κάποτε νιώθ’ ἡ μάννα του, στὸ φῶς ἁγνὴ γυρίζει,
τῆς γειτονιᾶς φτωχόπαιδα τριγύρω της μαζεύει,
δίνει γιὰ φῶς, νὰ θερμανθοῦν, παληὰ βιβλία δανείζει,
χαϊδεύει τα, γλυκογελᾷ, μὲ δάκρυ τὰ ὁρμηνεύει:

«Λάθεψα κρίματα βαριόμοιρα, παιδιά μου,
αἰτία ἐγὼ τῆς πυργωμένης φυλακῆς σας,
θρέφτε τὸν ἄσπιλο σπινθῆρα τῆς ψυχῆς σας,
γκρεμίστε τὴν ψευτιά, φυγέτ’ ἀπὸ δῶ χάμου!»

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2019

Ὑδροχοϊκὸς


Ὑδροχοϊκὸς

σλη΄

Εἶμαι παιδὶ δεκάχρονο, φορῶ ξέφτια πορφύρας,
ζυγὸν ὑψώνω ἡλιαντικρύ, σταμνὶ ἀδειανὸ βαστάω,
ἀγύρτης πάω γυμνόποδος, ῥηγόπρεπα περνάω,
κηρύττω ἀνάβρα μυστικὴ μιᾶς ὑπερούσιας μοίρας.

Ἐνώπιος στὸν ποταμὸ κι’ ὁ ποταμὸς τραβιέται,
γέρνω στὴν λίμνη, ἐστέρεψε, ζητῶ βροχή, ἐβουβάθη,
μοῦ ἐπούλησαν σκασμένη γῆ γιὰ ὑδάτινο χωράφι,
τ’ ἄνυδρο χῶμα ἔγλειψα μὰ ἡ δίψα ποῦ νὰ σβηέται.

Ὑγιὸς τῆς Κύπριδος κι’ ἀγγόνι τ’ Οὐρανοῦ,
τ’ ἀρχῆθεν Κάλλος πίνω λαίμαργα στὸ νοῦ·
τ’ ἁβρὸ ἡ γεωμετρία τ’ ὄνειρό μου,
ἀμμόκαστρο στὲς θύελλες τοῦ χρόνου.

Δὲν ἤμουν, λέω, γιὰ τὴν ζωή, μήτ’ ἡ ζωὴ γιὰ μένα,
ἀλύγιστος ἡ δύναμις, τὴν ἐμμορφιὰ σκεβρώνει…
στέρηο ἂν παγώσῃς κάθ’ ὁγρὸ ἡ ἀστροβολιὰ τὸ λειώνει,
στὸν ἥλιο τῆς ἀγάπης Σας εἴθε νὰ λειώσω πνέμμα.

Ἄνασσα Κύπριδα, πρωτόγερε Οὐρανέ,
πῶς ἐδουλώθην, πῶς συντρίφτηκα χαμαί·
ξυλόκαρφα μὲς στὴν ψυχὴ μοῦ χώνουν,
τρελὸν ἀριστοκράτη μὲ σταυρώνουν.

Τρίτη 11 Ιουνίου 2019

Εἰς τὸ κενὸ τοῦ Βοώτου


Εἰς τὸ κενὸ τοῦ Βοώτου

σλζ΄

Μὲς στὸν παιδίσιον ὕπνο του πάντ’ ἤρχοντο κυράδες,
ἀμὴ τὸ τὶ τοῦ ὡρμήνευαν κρυφὸ πολὺ νὰ εἰπῇ,
ὥσπου τὴν πρωταντίκρυσε, τρανὴ κυρὰ κι’ αὐτή,
κι’ ἀρνήθη κάλλη πρόστυχα καὶ τοῦ ἔρωτος μαινάδες.

Νά ’ναι ἀπ’ τοὺς πολύαστρους τοὺς κόσμους δῶ φερμένη;
Γράφει τραγούδια, παίγνια καὶ γρίφους, κοφτερή,
σβήνει τὸ χαμογέλιο της τῶν ἥλιων τὴν ὀρδή,
βαθύκαρδη κάθε ἀχαμνοῦ τὸν πόνον ἀνασαίνει.

Μὲς στοῦ Βοώτου τ’ ἄνορο κενὸ
γῆς ἥλιου πάντερμου, δίχως φεγγάρι·
τὴν ἄναστρη νυχτιὰ ξύπνιος θωρῶ,
τῶν ἄστρων ὀνειρεύομαι τὸ ἑσμάρι.

Κείνη κι’ ἂς δὲν τὸν ἀγαπᾷ, στὸ νοῦ πλήθια τὴν φέρει
σ’ ἁγνὴ ἀνοιξιάτικη ἀμμουδιὰ ν’ ἀγάλλῃ ἀναγερτή,
σὲ δάση, ἁβροχίτωνη, νὰ σιγοτραγουδῇ,
ν’ αὐγάζῃ, ὄναρ λευκόσαρκο, σιμὰ στὸ πτωχοκέρι.

Στάλες πυρὸς τὰ χάη δῶ δὲν τρυποῦν,
μιὰ φοῦχτ’ ἀλῆτες σκόρπιοι γαλαξίες·
στοὺς ζόφους τὴν ψυχή μου ὁδηγοῦν
τῶν νεραϊδομματιῶν σου οἱ ἀστερίες.

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2019

Παρακλητικὸν


Παρακλητικὸν

σλϚ΄

Τὴν Λήθη σφιχτοχέριασα, τὸν ἄστρεφτο λαιμό της,
κι’ ἀνήλεα τὸν αὐλάκωσε κι’ ἤπι’ αἷμα τὸ σπαθί μου,
κι’ ὡς ἐσωριάζετο ἄλαλη ἀγρίως ξερνᾷ ἡ ψυχή μου
βαθιὰ στ’ ἄφλογα μάτια της τὸν ἄρειο, ἁψὺ κρωγμό της.

Σπαρνῶντας ἐθηκάρωσα, βουνὸ ξεκρίνω πέρα,
στὴν κλωναρόπλεχτη νυχτιὰ βαδίζω τὴν φυγή μου·
νὰ βγῶ ἀπ’ τὰ ἐρέβη τῶν δεντρῶν τὸν δρόμον ὁδηγεῖ μου
ἀκρόκορφα ἕνα μέγαρο ποὺ λάμπει ὡς θέρους μέρα.

Ἡλιοκυρά μου ἀνέσπερη, ὦ Μνήμη,
ποὺ ἀπ’ τοῦ μεγάρου σου τοὺς προμαχῶνες
ἀνήσκιωτους γνωρίζεις τοὺς αἰῶνες,
δεῖξε τῆς λευτεριᾶς τὸ στενοῤῥύμι.

Μὰ κι’ ἂν τὴν Λήθη ἐφόνευσα πρῶτον καὶ μύριους φόνους,
κακὸ στοιχειὸ ἀνασταίνεται, χυμάει καὶ μὲ δαγκώνει,
στοὺς ἀβυσσαίους δρόγγους της μὲ σέρνει καὶ μὲ χώνει,
στραγγίζει κάθε θύμησι, πίνει ζωὲς καὶ χρόνους.

Γήτεψε τὸ σπαθί μου, μάϊσσα Μνήμη,
τὸν δαίμονα μιὰ κι’ ὄξω νὰ τελειώσω·
στοῦ Ἐγὼ τὴν πρώτη ἀνάβρα νὰ ζυγώσω,
νὰ θυμηθῶ, νὰ θυμηθῇ κι’ Ἐκείνη…

Παρασκευή 17 Μαΐου 2019

Ὁ καθρέφτης


Ὁ καθρέφτης

σλε΄

Σύμβολο τῆς δεσποίνης μου λογίζετ’ ὁ καθρέφτης,
Διὸς θυγάτηρ Πάνδημος, τοῦ Οὐρανοῦ Οὐρανία,
ἐδῶθε στράφτει ὁ νάρκισσος, κεῖθε ἡ αὐτογνωσία.
Κι’ ὅταν ἐντός του ἀντιθωρῇς, πές μου, ἑαυτέ, τί βλέπεις;
Γυαλὶ φτενό, γυαλὶ βουβό, γυαλὶ τρόμους γιομᾶτο,
πό ’χει ἀκατέλυτη γητειὰν ὅτι γητειὰν δὲν ἔχει·
γυαλὶ τὸ μυριοφώναξεν καὶ μιὰ φορὰ δὲν εἶπεν
καὶ δίχως μιὰ φορὰ νὰ εἰπῇ μύριες ἀληθολέγει.
Μ’ αὐτὸ τὸ βρέφος γέλασαν οἱ ἀδιάντροποι τιτᾶνες,
τ’ ἁρπάξαν ἀπ’ τὰ κέρατα, τὸ σπαθοκομματιάσαν,
ἀμὴ ἐσώθη του ἡ καρδιὰ καὶ πάλιν ἐγεννήθη.
Ὅταν ἐντός του ἀντιθωρῇς μὲ τὴν καρδιὰ νὰ βλέπῃς.

Σάββατο 11 Μαΐου 2019

Ἀφροδίτη Ἀρεία - Ἡ πολεμικὴ Ἀφροδίτη




«Ἔρως ἀνίκατε μάχαν»

Σκόρπιες σκέψεις περὶ τῆς πολεμικῆς φύσεως τῆς Ἀφροδίτης.

Ὁ Ἔρως εἶναι ἡ ὑπερτάτη πολεμικὴ δύναμις τοῦ σύμπαντος, διότι τὸ βαστᾷ αἰωνίως ἑνωμένο, διαλύοντας καὶ ἀναμορφώνοντας ἀείποτε τὰ πάντα ἐντός του. Ὅ,τι δὲν ἀντέχει, ἢ ἔχει παίξει τὸν ῥόλο του, παρασύρεται ἀπὸ τὸ κῦμα τοῦ ὀλέθρου ὥστε νὰ ἀναδομηθῇ καὶ ὅ,τι ἀξίζει ἀναβαθμίζεται σὲ κάτι νέο καὶ ὑψηλότερο. Τίποτα δὲν χάνεται ἀμετάκλητα. Τούτη τὴν πανίσχυρη καὶ βεβαίως θαυματουργικὴ ῥοὴ μόνον τὰ συγκροτημένα Ἐγὼ δύνανται νὰ ἀντέξουν, καὶ τὰ ἀντιστοίχως πανίσχυρα μὲ αὐτὴν νὰ χρησιμοποιήσουν. Διότι σκοπὸς εἶναι ἡ χρῆσις τῆς ἐρωτικῆς δυνάμεως μὲ στόχο τὴν ἀναδημιουργία καὶ τὴν διάταξι, ἔτσι ὥστε ὁ Κόσμος νὰ παραμένῃ κόσμος, στολίδι δηλαδή, καὶ νὰ μὴν ξεπέσῃ στὴν προτέρα κατάστασι χάους καὶ ἀναρχίας. Οἱ ψυχὲς τῶν ὄντων ἀποτελοῦν τοὺς κοσμικοὺς στρατιῶτες ὅπου καλοῦνται κατὰ ζεύγη νὰ φέρουν εἰς πέρας τούτη τὴν διαδικασία, τὸν πολεμικό τους ἀγῶνα, μέσῳ τῆς ἐρωτικῆς μυητικῆς πορείας, σὲ τρία πεδία: Πρῶτον, ἡ ἐπίτευξις τῆς ἐσωτερικῆς ἁρμονίας τοῦ ὄντος. Δεύτερον, ἡ ἐπίτευξις  ἁρμονίας ἐν κοινωνίᾳ μὲ τοὺς ὁμοίους του. Τρίτον, ἡ ἐπίτευξις ἁρμονίας, τῆς κοινωνίας προσώπων πλέον, μὲ τὸ ὅλον τοῦ κόσμου. Τοῦτον τὸν τριπλὸν ἀγῶνα θὰ μπορούσαμε, ὄχι ἀβάσιμα νομίζω, νὰ ἑρμηνεύσουμε ὡς πολιτισμό· ὁ ὁποῖος πολιτισμὸς φυσικὰ εἶναι τρόπος, πράττειν καὶ ποιεῖν, καὶ ὄχι ἰδεολογίες ἢ τεχνολογίες, ἀντιθέτως δὲ ὅπως μοῦ φαίνεται ἐξ ὁλοκλήρου τρόπος τοῦ κοινωνεῖν, σχέσεις.

Σκοπὸς λοιπὸν τοῦ ἀνθρώπου, νὰ μιλήσω γιὰ τὴν φυλή μας, εἶναι τὸ νὰ τακτοποιήσῃ, νὰ γεωμετρήσῃ, τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν πέριξ αὐτοῦ κόσμο, ὥστε καὶ ὁ Κόσμος, μὲ τὴν σειρά του, νὰ τὸν ἀναβαπτίσῃ  μέλος θειοτέρου γένους μὲ μεγαλύτερη εὐχέρεια χρήσεως τῆς ἐρωτικῆς δυνάμεως, μία πορεία ὅπου στὸ τέλος τῆς διαδρομῆς, καὶ μέσῳ συνεχομένων ἀλλαγῶν τῆς ψυχονοητικῆς δομῆς τοῦ ὄντος, ὁδηγεῖ στὴν θέωσι. Οἱ ἀδύναμοι ὅμως ἢ μὴ ἕτοιμοι χαρακτῆρες ἀδυνατοῦν νὰ ἀνταπεξέλθουν στὸ κοσμικὸ καὶ προσωπικό τους καθῆκον καὶ μὲ τρόπον ἀδέξιο χειρίζονται τὴν δύναμι.  Εἶναι ἐξόχως δύσκολο νὰ δαμάσῃς καὶ νὰ χαλιναγωγήσῃς τὴν ἄγρια ῥοὴ τῶν ἐρωτικῶν ὑδάτων καὶ νὰ ἱππεύσῃς τὸ κῦμα τους, ἐπιλέγοντας συνειδητὰ τὸν παραπάνω τελικὸ προορισμό. Τὸ κλειδὶ κρίνω πὼς εἶναι ἡ διοχέτευσις τῆς δυνάμεως ὅπου χαρίζει ὁ ἔρως στὴν ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν ἐραστὴ δημιουργία, κυρίως στὸ πνευματικὸ ἀλλὰ καὶ στὸ ὑλικὸ πεδίο. Διαφορετικὰ καὶ ὅπως βλέπουμε συνήθως νὰ συμβαίνῃ στὴν ζωή, μπορεῖ νὰ ἀποβῇ διαλυτικὴ γιὰ τὸν ἑαυτό, μία ἐμπειρία καταστροφικὴ ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τὸ Ἐγὼ εἴτε σὲ ὀπισθοχώρησι καὶ περιχαράκωσι εἴτε σὲ ξόδεμμα τοῦ ἱεροῦ σώματος καὶ ἀνώφελο σκόρπισμα τῶν ψυχικῶν δυνάμεων.

Ἡ ἀπὸ κοινοῦ δημιουργία γεννᾷ τὴν μυητικὴ σχέσι διδασκάλου καὶ μαθητοῦ, ὅπου οἱ ἐραστὲς κατέχουν τοὺς δύο ῥόλους ταυτοχρόνως. Καὶ σαφῶς ἡ ἀνώτερη δημιουργία εἶναι ἡ ἴδια ἡ σχέσις. Δίπλα στοὺς παραλλήλους δρόμους τοῦ μέχρι τότε βίου τῶν ἐραστῶν ξεκινᾷ ἕνας τρίτος κοινός, ἀρχικῶς παράλληλος πρὸς τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐν καιρῷ συγκλίνουν καὶ τελικῶς ἑνώνονται, ἂν καὶ πάντα ὑπάρχει ἕνας μυστικὸς παράδρομος. Μέσα ἀπὸ τὴν κοινὴ ἀπόκτησι ποικίλων ἐμπειριῶν καὶ ἀντιμετωπίζοντας τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς καὶ τὶς εὐχάριστες, οὐδέτερες ἢ δυσάρεστες ἐναλλαγὲς τῆς τύχης, σφυρηλατοῦν παρομοίως, τὰ δύο πρόσωπα ὡς συνασπισμένοι σύμμαχοι πλέον, κοινὸ τρόπο σκέψεως καὶ δράσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντιμετώπισι τῶν περιστάσεων, ὅμως ὄχι ἁπλῶς υἱοθετῶντας ὁ ἕνας τὸν μηχανισμὸ τοῦ ἄλλου, τοῦτο θὰ ἦταν λάθος. Ὁ νέος κοινὸς τρόπος, εὐγενέστερος καὶ ὑψηλότερος, θὰ πρέπῃ νὰ ὑπερβῇ τοὺς προηγουμένους ἔχοντας ὡς σκοπὸ τὴν ἐξύψωσι τῶν ἐραστῶν σὲ μία νέα ψυχονοητικὴ κατάστασι, στὴν ἀναγέννησι αὐτῶν ὡς κοσμικῶν πολεμιστῶν. Ἡ ἐρωτικὴ δύναμι δύναται, μὲ τὴν ὀρθὴ καὶ πάντα μέσα ἀπὸ λάθη κατακτημένη χρῆσι της, νὰ ἐξυψώσῃ τοὺς ἐραστὲς σὲ ὄντα ἀνώτερα. Νομίζω κάπως ἀνάλογο μὲ τὸν παραπάνω συλλογισμὸ κηρύττει μὲ τὸν ποιητικό του λόγο ὁ Χριστιανόπουλος στὸ ποίημα «Κατάνυξη».

Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.
Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,
νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.
Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,
νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.
Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,
γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.  

Καὶ ἐδῶ μοῦ ἔρχεται στὸν νοῦ τὸ σύμβολο τοῦ λυκανθρώπου, ὄχι βεβαίως ἀπὸ τὸν γνωστὸ μῦθο ἀλλὰ μὲ μίαν ἔννοια βαθύτερη ὅπου τοῦ ἀποδίδει ὁ μυστικισμός. Ὁ μύστης λυκάνθρωπος γιὰ ὡρισμένους ἀποκρυφιστὲς εἶναι τὸ ὄν ὅπου κατορθώνει νὰ δαμάσῃ τὴν ἀρχαία δύναμι καὶ νὰ μετατρέπῃ τὸ σκότος σὲ φῶς, τὸ χάος σὲ τάξι, τὴν ἀσχήμια σὲ κάλλος, τὸ κτῆνος σὲ ἄνθρωπο, στὸ μικρό του ἔστω πεδίο· ὄν στὸ σύνορο δύο κόσμων, ὁ κατ’ ἐξοχὴν κοσμικὸς πολεμιστής. Οἱ ἐραστὲς μποροῦν νὰ τιθασεύσουν τὴν ἐρωτικὴ δίνη ἀνοίγοντας πύλη πρὸς τὰ ἀνώτερα πεδία καὶ νὰ αὐλακώσουν τὴν ἀχαλίνωτη ῥοή της καθοδηγῶντας την στὸ νὰ ξεπλένῃ τὸ σκότος μὲ φῶς, τὸ χάος μὲ τάξι, τὴν ἀσχήμια μὲ κάλλος καὶ νὰ ἐξανθρωπίζῃ τὸ ἐντὸς κτῆνος.

Στὴν ἀστρολογία ὁ πλανήτης τῆς Ἀφροδίτης κυβερνᾷ τὸ ζώδιο τῶν Ταύρων καὶ κυρίως τῶν Ζυγῶν. Ὁ ἥλιος στὸν Ζυγὸ εἶναι ὁ νοητὸς ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, γιὰ νὰ δανειστῶ τὴν ὡραία ἔκφρασι ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων. Τὸ σύμβολό του, ἡ ζυγαριά, τὸ μοναδικὸ ἄψυχο σύμβολο τοῦ κύκλου, καὶ γιὰ τοῦτο κάποιοι ὀνομάζουν τοὺς Ζυγοὺς «ἄψυχους», δηλαδὴ ἀνθρώπους ὅπου μποροῦν νὰ κλειδώνουν τὰ συναισθήματά τους ὥστε νὰ ἀποδίδουν δικαιοσύνη καὶ ὡς γεφυροποιοὶ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων νὰ παρατηροῦν ψυχρὰ ὅλες τὶς πλευρὲς ὥστε νὰ ἐντοπίζουν τὸ ἀνείδωτο γιὰ τοὺς πολλοὺς μονοπάτι ὅπου διαπερνᾷ τὰ πράγματα. Αὐτὰ σὲ συμβολικὸ μόνον ἐπίπεδο. Ὅμως κάτι ἀνάλογο νομίζω ἀπαιτεῖται ἀπὸ τὴν πολεμικὴ Ἀφροδίτη γιὰ νὰ δαμαστῇ τὸ ἄγριο κῦμα τῶν ἐρωτικῶν ὑδάτων, ἔτσι ὥστε νὰ χρησιμοποιηθῇ γιὰ τὸν σκοπὸ ὅπου ἀνέφερα παραπάνω. Νὰ κατανοήσῃ ὁ ἄνθρωπος τὸ κοσμικὸ δίκαιο, τὸν συμπαντικὸ Νόμο ὁ ὁποῖος ὑμνεῖται στὸν ὀρφικὸν ὕμνο, καὶ νὰ τὸν υἱοθετήσῃ ὡς μηχανισμὸ κλειδώματος τῶν χαοτικῶν συναισθημάτων τῆς ἀτελοῦς ἀνθρωπίνης φύσεως· ἡ ὁποία ὄντας ἐξαιρετικὰ εὐαίσθητη μπροστὰ στὴν πίεσι τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἀνάγκης πολλὲς φορὲς ὁδηγεῖται σὲ ἀκραῖες συμπεριφορές. Ἔτσι θὰ μπορῇ νὰ διοχετεύῃ τὴν ἐρωτικὴ δύναμι, κοινὸ καὶ μέγα ἔργο μὲ τὸν ἐραστή του, στὸν ἀγῶνα τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς τριπλῆς ἁρμονίας, καὶ νὰ ἐπιτελῇ τὸ κοσμικὸ καὶ προσωπικό του καθῆκον, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε εἶναι συνυφασμένα. Ἡ ταραχώδης θάλασσα τῶν συναισθημάτων ἄνευ σκοποῦ καὶ προορισμοῦ καταλήγει πολλὲς φορὲς σὲ ναυάγια. Ὅταν ἡ μάχη πολεμηθῇ καὶ ὁ ἀγῶνας ἔχει αἴσια ἔκβασι, ἡ γεωμετρία εἶναι τὸ ἀκριβό μας ἔπαθλο, τὸ χρυσοῦν γέρας. Ἡ γεωμετρία εἶναι (πάντα) τὸ ζητούμενο.


Πίνακας: William-Adolphe Bouguereau


Σάββατο 4 Μαΐου 2019

Carrefour




















Ποίημα τῆς Αἴμυ Λόουελ

Ὦ ἐσύ,
ποὺ κάποτε μ’ ἀντάμωσες τυχαῖα
τεντωμένη κάτω ἀπὸ μηλιὲς μόλις ἀπὸ κολύμπι
γιατί δὲν μὲ στραγγάλιζες κάλλιο προτοῦ μιλήσῃς
παρὰ νὰ μὲ γεμίσῃς μὲ τὸ ἄγριο λευκόμελο τῶν λόγων σου
κι’ ἔπειτα νὰ μὲ παρατήσῃς εἰς τὸ ἔλεος
τῶν δασοβίων μελισσῶν; 


Φωτογραφία: Bachrach
"MS Lowell 62 (5), Houghton Library, Harvard University"

Πέμπτη 2 Μαΐου 2019

Venus Transiens




















Ποίημα τῆς Αἴμυ Λόουελ

Πές μου,
ἦταν ἡ Ἀφροδίτη ὀμορφότερη
ἀπ’ ὅσον εἶσαι,
ὅταν ἀνεδύθη στὴν κορυφὴ
τῶν ζαρωμένων κυμάτων,
παρασυρόμενη πρὸς τὴν ἀκτὴ
ἐπάνω στὸ πτυχωτό της ὄστρακο;
Ἦταν τοῦ Μποττιτσέλλι τ’ ὅραμα
ὡραιότερον ἀπὸ τὸ δικό μου;
Καὶ ἦσαν οἱ ζωγραφισμένοι ῥοδανθοὶ
ποὺ ἔῤῥιξε στὴν Κυρά του
μεγαλύτερης ἀξίας
ἀπὸ τὶς λέξεις ποὺ φυσῶ ὁλόγυρά σου
ὥστε νὰ καλύψω τὴν ἀξιοθαύμαστη καλλονή σου
ὡσὰν μὲ μιὰ γάζα
ἀπὸ θολωμένο ἀσημί;

Γιὰ μένα,
ὀρθώνεσαι μὲ παράστημα
στὸν κυανὸ καὶ ζωηρὸν ἀέρα,
περιζωσμένη ἀπὸ λαγαροὺς ἀνέμους,
πατῶντας τὸ ἡλιόφως.
Καὶ τὰ κύματα ὅπου πορεύονται μπροστά σου
ῥυτιδώνουν καὶ ἀναδεύουν
τοὺς ἄμμους στὰ πόδια μου.


Φωτογραφία: Bachrach
"MS Lowell 62 (5), Houghton Library, Harvard University"

Πέμπτη 25 Απριλίου 2019

Fairies




















Ποίημα τοῦ Φράνσις Ἔντουαρντ Λέντουιτζ

Κόρη – ποιήτρια, μαζί μου ἔλα
στῆς Μέηβ τὸ στοιβαγμένο λιθοσούρι,
νὰ στήσουμε χορὸ κεῖ νεραϊδένιο
πάνω σὲ μιᾶς νεράϊδας τὸ μνημούρι.

Ἀνάμεσα στὰ δέντρη μέσα κι’ ἔξω,
ξεσηκώνοντας τὴν νύχτα μὲ ἀχό,
τὸ πρωί, στ’ ἄστρο της πάνω νὰ κρεμιέται,
θὰ παίζῃ γύρω μας κυνηγητό.

Τί εἴμαστε κι’ ἐμεῖς παρὰ νεράϊδες,
ποὺ ζοῦνε μὲς στὰ ὄνειρα μονάχα,
ἤ, τὸ πολύ, μικρὰ παιδιὰ ἀκόμη,
ἀθῷα καὶ παραγινωμένα τάχα;

Κυριακή 21 Απριλίου 2019

On Easter Day




















Ποίημα τοῦ Ὄσκαρ Γουάιλντ

Οἱ ἀσημένιες σάλπιγγες στὸν Τροῦλλον ἀντηχῆσαν:
Ὁμοῦ τὸ πλῆθος καταγῆς γονάτισ’ ὅλον δέος:
Κι’ εἶδα στὸν τράχηλον ἀνδρῶν νὰ φέρεται μὲ κλέος
τῆς Ῥώμης ὁ Ἅγιος Κύριος, τρανὸς Θεὸς λὲς κι’ ἦταν.

Ἱερόπρεπος, ῥᾶσο λευκὸ πλέον τ’ ἀφροῦ φοροῦσε,
κι’ ἀπάνω, βασιλόπρεπος, πορφυροτυλιγμένος,
τιάρα χρυσῆ τρικόρωνη καὶ ὑψηλὴ ἐστεμμένος:
Ἐν μεγαλείῳ κι’ ἐν φωτὶ ὁ Πάπας προσπερνοῦσε.

Πίσω ἡ καρδιά μου γλίστρησε τῶν χρόνων τὰ ἔρμα πλάτη
σ’ Ἕναν γύρω ἀπὸ θάλασσα κλειστὴ ποὺ ἐπλανήθη,
κι’ ὅπου ματαίως γύρευε τόπους νὰ ἡσυχάζῃ:

«Λαγούμι ἔχ’ ἡ ἀλεπού, κάθε πουλὶ φωληάζει,
εἷς, μόνος, πρέπει νὰ γυρνῶ κι’ ὁ ἀναπαημὸς μ’ ἀρνήθη,
κι’ ἔχω τὰ πόδια μελανά, κρασὶ ἁρμυρὸ μὲ δάκρυ».


Φωτογραφία: Napoleon Sarony