Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

The Prophets’ Paradise – Τὸ δοκίμι τῆς ἀγάπης




















Τοῦ Ρόμπερτ Γουίλλιαμ Τσέημπερς

«Ἂν ἀληθεύῃ πὼς ἀγαπᾷς», εἶπεν ἡ Ἀγάπη, «τότε μὴν περιμένῃς πλέον. Δώρισέ της τοῦτα τὰ πετράδια ποὺ θὰ τὴν ἀτιμάσουν καὶ ὁμοίως θ’ ἀτιμάσουν ἐσένα στὸ ν’ ἀγαπᾷς μιὰν ἀτιμασμένη. Ἂν ἀληθεύῃ πὼς ἀγαπᾷς», εἶπεν ἡ Ἀγάπη, «τότε μὴν περιμένῃς πλέον».
     Ἐπῆρα τὰ πετράδια καὶ ἦρθα σ’ ἐκείνην, ὅμως τὰ ποδοπάτησε, κλαίγοντας μὲ λυγμούς: «Δίδαξέ με νὰ περιμένω – Σ’ ἀγαπῶ!»
     «Τότε περίμενε, ἂν ἀληθεύῃ», εἶπεν ἡ Ἀγάπη.

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

Τὸ φανάρι


Τὸ φανάρι

σλγ΄

Χλωμὸ φανάρι μ’ ἔμαθε, μὲς στὰ χειμέρια σκότη,
καθὼς τὸ φῶς θαμπόχυνε πρὸς τ’ ἄστρη ποὺ ἀχνοτρέμαν,
πὼς εἶν’ τὸ κάλλος δῶ στὴ γῆ μὲ τ’ οὐρανοῦ πλεγμένα
κι’ ὅποιου τὰ μάτια τ' ἀκλουθοῦν θὰ βγοῦν στὸ καστροπόρτι.

Κι’ ὅπως θωρῶ τὴν ἑλικιὰ τῆς ποθοαγαπημένης,
πελάγη μάτια, χείλη αὐγές, κορμὶ λιόβρεχτος κῆπος,
μὲ φέγγει ὥσμε τὰ τρίσβαθα κι’ ἀνερωτιέμαι μήπως
τὸ καστροπόρτι ξαναβρῶ θείας ἐμμορφιᾶς χαμένης.

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

Ἀστροστὰν


Ἀστροστὰν

σλβ΄

Πύλη σιδεροξύλινη κι’ ἡ ἁψιδωτή της κόγχη·
βαρδιᾶνος στάθη, ἀπάγκιασε κι’ ὁλονυχτὶς ποὺ βρέχει,
τὰ λιθοδρόμια πάντερμα, μήτε σκιὰ τοῦ κλέφτη,
ἀνάβει τὸ τσιμπούκι του κι’ ἀπίθωσε τὴν λόγχη.

«Ἀλλόκοτο μὰ ἡ βροχή, ποὺ τ’ ἄστρ’ ἀπόψε κρύβει,
μὲ μάγια νεροκέντητα χύνει στὸ νοῦ ἀστροκόσμους,
φωτιᾶς μελίσσια ῥιγηλά, πυῤῥοὺς στὰ χάη θρόνους,
κι’ ἐκεῖθ’ ἀγείρει ἄλλες ζωὲς καὶ τὴν ἐδῶ μᾶς νίβει».

Στὸ πυργοκέλλι ὁ μάγος Δὰν
θωρεῖ στὴν σφαῖρα τὸ Ἀστροστάν,
κι’ ὁ δίκηος τοῦ χωριοῦ κριτὴς
καλπάζει στ’ ἄστρη μὲ χασίς.

Τὸ ῥόπτρο βαριοχτύπησε, τοὺς ῥεμβασμοὺς σκορπάει,
τοῦ περβολάρ’ ἡ ἅμαξα φαίνεται ἀπ’ τὸ πορτάκι.
«Καλὴν ἡμέρα» ὁ ἄνθρωπος, χλιμίντραε τ’ ἀλογάκι,
«Φρέσκια πραμμάτειαν ἔχω σας», κι’ ἡ πρώτη ἀχτῖδα σκάει.

Πλέει στὰ σανδύκια ὁ μάγος Δὰν
γεμᾶτος δῶρα τοῦ Ἀστροστάν,
τὸν μόσχο εὐφραίνετ’ ὁ κριτής,
κῦμα τῆς νοτερῆς αὐγῆς.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

Τριέσπερον ἐρωτικὸν


Τριέσπερον ἐρωτικὸν

σλα΄

Τὸ δῶμα θαμποσκοτερόν, ἀντίκρυ κλίνη σιδηρᾶ,
στὸ σανιδένιο πάτωμα τρίκερο κανδηλέρι·
δῶ πολυθρόνα παληακή, ξανθὸς ἄγουρος στὰ δεξιά,
μελανοχαίτης στὰ ζερβά, μὲ βλέμμα μαῦρο ἀστέρι.

Πανώρηα στὸ θρονὶ κυρά, λυσίκομη γυμνὴ γυνή,
ποὺ προσωπίδα ἐφόραγεν ἀρχαίας τραγῳδίας·
κι’ ἀνέγνωθε τελεστικά, διάβαζ’ ὠχρὴ περγαμηνή,
κι’ ἀνάγγελνε κελεύσματα κι’ ὁδοὺς μυσταγωγίας. 

«Πρῶτος ὁ ἄντρας πό ’ρχεται στὴν κλίνη θὰ μὲ κοιμηθῇ,
ξανθό μου ἀγόρι, Ἔρωτα, θὰ σὲ δεχτῶ κατόπι,
μελανοχαίτη, Θάνατε, τὴν τρίτη νύχτ’ ἀνέβα ἐσύ,
οὕτως ἀρχῆθεν ὥρισαν τῆς φύσεως οἱ τρόποι».

Ὁ Ἔρως σκιάχτη ὡς ἄκουσε, στράφη στὸν τοῖχο τὸν ὁγρό,
κόλλησε τὲς παλάμες του, κρεμᾷ τὴν κεφαλή του.
«Ἀβάσταγος ὁ ἐρχόμενος, μὲ βιάζει φρίκη νὰ θωρῶ,
σιχαίνομαι τὴν ὄψι του, σκορπιέμαι στὴν φωνή του».

Ὁ Θάνατος γονάτισε, πλάτη στὸν τοῖχο τὸν ὁγρό,
κρύπτει μὲς στὲς παλάμες του τὴν ὄρφνη τῶν ματιῶν του.
«Ἀνήλεος ὁ ἐρχόμενος, μὲ βιάζει πόνο νὰ γεννῶ,
κι’ ἂς θεραπεύω τοὺς νεκρούς, οἱ ἐζῆσαν τρόπαιό του».

Τὸ πάτωμα τρίζει βαριὰ κι’ ἐφάνη ὁ πρῶτος ἐραστής,
στὴν κλίνη τὴν ὡδήγησε χαλύβδινη ἀγκάλη·
ἀγκομαχοῦσε, ἀλάλαζε, δεινὸς δακρύων θεριστής,
ἐχτύπα, ἐγεύτη ἀχόρταγος, τῆς μάτωσε τὰ κάλλη.

Κι’ ἐνῷ τρεῖς νύχτες τὴν Ζωὴ κοιμήθη ὁ Πόλεμος σκληρά,
τοῦ μαυροχαίτη, τοῦ ξανθοῦ ἔκραζ’ «Ἐλέησέ με»,
- Ἔρωτα, ἐθώραγες ἀλλοῦ, Θάνατ’, ἐθρήνας στὰ βουβά -
τοῦ ἑνὸς «Τέλος» ἱκέτευε, τοῦ ἄλλου «Ἀνάστησέ με».

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2019

Ὀρφικὸς ὕμνος Πρωτέως



Ἀπόδοσις τοῦ ὀρφικοῦ ὕμνου Πρωτέως

Τὸν ποντοκλειδοκράτορα, φωνάζω, τὸν Πρωτέα,
τὸν πρωτογυιόν, ὁπ’ ἔδειξεν ὅλης τῆς φύσεως τὲς ἀρχές,
κι’ ὅπου σ’ εἴδη πολύμορφα τὴν ἅγιαν ὕλη ἀλλάζει
πανέντιμος, πολύβουλος, τὰ τωρεσνὰ γνωρίζει,
κι’ ὅσα ἦσαν πρωτύτερα κι’ ὅσα ἀκλουθήσουν πάλι·
ὅτι ὅλα ἡ φύσις τά ’θεσεν ἡ πρώτη στὸν Πρωτέα.
Ἀλλ’ ἔλα στοὺς ἱερουργοὺς μ’ ὅσιες προγνώσεις, πάτερ,
κι’ ἔπειτ’ ἀπ’ ἔργα πλούσιου βιοῦ καλὰ στερνὰ νὰ πέμπῃς.


Πρωτέα κικλήσκω, πόντου κληῖδας χοντα,
πρωτογεν, πάσης φύσεως ρχς ς φηνεν,
λην λλάσσων ερν δέαις πολυμόρφοις,
πάντιμος, πολύβουλος, πιστάμενος τά τ' όντα,
σσα τε πρόσθεν ην, σα τ' σσεται στερον ατις·
πάντα γρ ν Πρωτε πρώτη φύσις γκατέθηκεν.
λλά, πάτερ, μόλε μυστιπόλοις σίσι προνοίαις
πέμπων εόλβου βιότου τέλος σθλν π' ἔργοις.

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2018

Στὸν Κωνσταντῖνο Κατσίφα



Στὸν Κωνσταντῖνο Κατσίφα

σλ΄

Γεῖς καβαλλάρης γνάντευε, θώρειε τοὺς Βουλιαράτες,
γένεια σγουροπυῤῥόξανθα, καστρογιοφύρια πλάτες,
κι’ ἀητόβλεπος ἐκύκλωνε νηὸ νὰ κοντοζυγώνῃ,
κι’ ὡς ξανταρώθη του, φαντός, σκιάζετ’ ὁ νηός, κερώνει.

«Μὴ σκιάζεσαι, βρὲ Κωνσταντῆ, μὴν πῇς στοιχειὸν ἢ Χάρο,
κι’ ὁ Πύῤῥος εἶμ’ ὁ Μολοσσός, μ’ ἐπέμψαν νὰ σὲ πάρω·
ψηλάθε σ’ ἐβιγλίσαμε στῆς θνητουριᾶς τὸν πάτον,
σὲ δικηοκρίναμε ἀδερφό, νὰ ὁρίσῃς στὸ φουσσᾶτον.

Καρδιοψυχώσου, γυιόκα μου, σῦρε ν’ ἀντρειοτελέψῃς,
στὴν βίβλον ἥρως νὰ γραφτῇς, μ’ αἷμα νὰ ξαντιμέψῃς·
κι’ ἀντάμα ἡμεῖς συντρέχομε κι’ ἄφαντοι καρτεροῦμε
ὁμάδι νὰ καλπάσωμε, στὰ Ἠλύσια ν’ ἀφιχθοῦμε».

Κι’ ὁ Κωνσταντῖνος ἔσυρε, τουφεκισμὸς γροικήθη…
Εἰς τ’ ὄρδινό του ἐτάξαν τον, «Πανάξιος» ἐβουήθη,
τοῦ ’δωκαν μαῦρον καὶ σπαθί, νέκταρ τὸν ἐκεράσαν,
πνευμάτω ἀγέλη ἐφτέρνισαν, προσήλια ἀγριοκαλπάσαν.

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018

Προφητεία


Προφητεία

σκθ΄

Σμείγ’ ἡ κυρὰ τοῦ γδικιωμοῦ τὸ βλέμμα τοῦ κοράκου·
σκαιὰ γοργοφτερούγισε κι’ ἐκ τὸ βουνὸ κατέβη,
καὶ γύρους τρεῖς ἐγύρισε, τὰ ἐρείπια ἐθώρα κάτου,
γκρεμίσματ’ ἀγναντεύει ὁ κόραξ τῆς Νεμέσεως.

Κι’ ἐστάθη στῆς καστροεκκλησιᾶς τὸν ῥαγισμένο τροῦλλο –
π’ ἄλλοτε ὑψώνετο σταυρός, μετὰ ἐπυργώθη Γάμμα
κι’ ἀλάστορες ἐκήρυξαν τὸν Ἕλληνα γασμοῦλο
καὶ μαύρην ὕβρι τάμμα – ὁ κόραξ τῆς Νεμέσεως.

Κι’ ἐβίγλιζε τὸ ἄπειρον μὲ κρυογυαλένια μάτια,
γιομᾶτα χλεύη θριαμβευτοῦ, γιομᾶτα δίκης κῦμα –
ὦ μεταπόλις τῆς ψευτιᾶς μ’ ἀθέμελα παλάτια
σ’ ἄθεστο ἐκλείστης μνῆμα – ὁ κόραξ τῆς Νεμέσεως.

Κι’ ἀφοῦ εὐφράνθη ὄλεθρο κι’ ἐχόρτασε τὴν πτῶσι
φριχτὸν ἔκρωξε τὸν κρωγμό, τὴν ἐρημιὰ στοιχειώνει·
στὸ ἀστροφόρο αἰώνιον, ὕμνο ν’ ἀφιερώσῃ,
τὴν κεφαλή του ὑψώνει ὁ κόραξ τῆς Νεμέσεως.

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018

Ὀρφικὸς ὕμνος Ἑστίας


Ἀπόδοσις τοῦ ὀρφικοῦ ὕμνου Ἑστίας

Ἄνασσα Ἑστία τοῦ ἰσχυροῦ τοῦ Κρόνου θυγατέρα,
τ’ ἀενάου μέγιστου πυρὸς πό ’χεις τὸ μέσο δῶμα,
τοὺς ὅσιους μύστες ἄμποτε στὲς τελετὲς νὰ ὑψώσῃς,
ν’ ἀειθάλλουν, νὰ πολυευτυχοῦν, νὰ εὐφρονοῦν, ν’ ἁγνεύουν·
κάστρο θεῶν μακάριων, θνητῶν τὸ δυναμάρι,
αἰώνια καὶ πολύμορφη, παμπόθητη, ὡσὰν χλόη,
μακάρια, χαμογελαστή, θυσίες δῶ καλοδέξου,
κι’ οὔρια εὐτυχία φύσηξε κι’ ὑγειὰ ἁπαλυνοχέρα.


Ἱστίη εὐδυνάτοιο Κρόνου θύγατερ βασίλεια,
ἣ μέσον οἶκον ἔχεις πυρὸς ἀενάοιο μεγίστου,
τούσδε σὺ ἐν τελεταῖς ὁσίους μύστας ἀναδείξαις,
θεῖσ’ αἰειθαλέας, πολυόλβους, εὔφρονας, ἁγνούς·
οἶκε θεῶν μακάρων, θνητῶν στήριγμα κραταιόν,
ἀϊδίη, πολύμορφε, ποθεινοτάτη, χλοόμορφε,
μειδιόωσα, μάκαιρα, τάδ’ ἱερὰ δέξαι προθύμως,
ὄλβον ἐπιπνείουσα καὶ ἠπιόχειρ’ ὑγίειαν.

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2018

Τροπάριον εἰς Πλάτωνα


Τροπάριον εἰς Πλάτωνα

σκη΄

Τοῦ ἀστροφόρου κόσμου ἐφανέρωσας τὴν φύσιν,
κατέδειξας ἀγῶνα πρὸς τῶν ὄντων τὸν λειμῶνα,
ἐκήρυξας τὸ σῶμα ψυχῆς ἀθανάτου δῶμα,
τὴν ἀρετ’ εἶπας γνῶσιν καὶ ἀνάμνησιν τὴν γνῶσιν·
δεῦτ’ ἐλευθερωθῶμεν οἱ δεσμῶται τοῦ σπηλαίου,
πλησίον τοῦ στομίου φῶς ἀνέσπερον θεῶμαι,
τοῦ ἀγαθοῦ τὸ ἄστρον ὑπερούσιον αὐγάζει.
Χαῖρε ὁ φιλόσοφος, ὁ τοῦ γένους μέγας αὐλητήρ.
Χαῖρε ὁ μυθοποιός, ὁ τοῦ θείου λόγου ῥαψῳδός.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2018

Ὁ ἱερὸς γάμος


Ὁ ἱερὸς γάμος

σκζ΄

Ἥλιος ἐπρωτοχάραξε, βροχὴ οὐρανόθε τρέχει,
φωτοσαϊττεύει τὰ δεντρά, τὸν ἄμμο ἀχτιδοβρέχει.
Πᾶς ἥσκιος ὀπισωπατεῖ, σέρπεται τὸ σκοτάδι,
ὀφίδ’ ὑπάγει καταγῆς, φεύγει τ’ ἀητοῦ τὸ σκιάδι.

Ἥλιος ἀντρειώθη βαθμηδὸν καὶ χρώματ’ ἀχνοῤῥαίνει,
χτίζει τὰ σχήματ’ ἁρμαθιές, γραμμὲς ὁλοῦθε δένει.
Τὸ νύχιο κῦμα ἐπάγωσε καὶ σκορποκαταλυέται,
μορφὴ ἐκ τὰ βύθη φαίνεται, στὸ ἡλιόφως ἀναδυέται.

Ἥλιος ἀκέρηος ἔλαμψε κι’ ἡ νύχτα σπηληοκρύφθη,
ἔλειψε τ’ ἀξεδιάλυτο, τὸ πᾶν γεωμετρήθη.
Τοῦ σκοτοχάους τ’ ὄνειρον ἀνεστολίσθη κόσμος,
τὸ ἐδύνετον φανερωθῇ ἐφανερώθη νόμος.

Στοχάζομ’ ὡς ἀγρόκηπο τὴν πρὶν τοῦ κόσμου χώρα,
μήτ’ ἦσαν δέντρη καὶ ἀνθοί, μήτ’ ὕδωρ, γῆ, μήτ’ ὥρα.
Κεῖτο ζυμάρι ἀνείδωτο καὶ ὅ,τι μπόρειε ὑπάρξῃ
σπέρμα ἐκοιμᾶτο, τρίσβαθα, στοῦ ἀνύπαρκτου τὴν τάξι.

Τρισήλιος πρωτανέτειλε, τὴν λάσπη δοξαρεύει,
σπαρνᾷ τὸ ἀσάλευτο κορμί, στὴν ξιφαριὰ σαλεύει.
Κι’ ἐγιόμισε μορφὴ παντοῦ, γεωμετρία καστρώθη,
κι’ ἀπ’ τοῦ Νοητοῦ τὴν δοξαριὰ πλάσις ἐθεμελιώθη.

Κι’ ὑγιὸς γεννήθη ὁ μέγας Πᾶν, τ’ ὁλόλαμπρο βλαστάρι,
ποὺ ἄπαυτα στροβιλίζεται, γυροβολᾷ μὲ χάρι.
Κι’ ἀντάμα ἡμεῖς χορεύομε κι’ ὁμοῦ γυροβολοῦμε,
κάθε στιγμὴ τοῦ αἰώνιου γάμον ἱερὸ τελοῦμε.

Πίσω ἀπ’ τὸν Ἄθω ἐῤῥόδισε, φωτίσθ’ ἡ Σιθωνία,
τοῦ ἀρχῆθεν γάμου ἀνάμνησις τελέσθ’ ἡ ἱερουργία.
Στὴ φοῦχτα μου ἁρμυρὸ νερό, σπονδὴ στὸν ἄμμο ῥαίνω,
σηκώνομαι, τινάζομαι, κι’ εἶν’ ὥρα νὰ πηγαίνω.

(Δυὸ φωτοστῆλες ἀντικρύ, στὰ σκότη ὡς γυμνωθοῦμε,
ἥλιος μου, γῆ σου, κι’ ἥλιος σου καὶ γῆ μου, θὰ πιωθοῦμε.
Κι’ ὣς μὲς στὴν κεντρικὴ φωτιὰ θὲ νὰ ὑψωθῇ ἡ δίνη,
τῆς πρωταυγῆς ἡ θύμησις στὴν αὐγινή μας κλίνη.)