Εἰς τὸ
σπασμένον ποτήρι
σοζ΄
Γυαλί, ποτήρι σ’ ἔκαμαν, νὰ πίνουσιν οἱ ἀνθρῶποι,
κι’ ἐγιόμιζά σε κι’ ἔπινα, γευόμην, ξεδιψοῦσα,
καὶ νῦν ἐστρώθης καταγῆς σκορπιοκομματιασμένο.
Τέτοιος ἔνι ὁ θάνατος, θαῤῥῶ κι’ ὁ μέγας ἔρως·
πρὶν εἶχες χρῆσι καὶ μορφή, μορφὴ καὶ χρῆσι οὐκ ἔχεις,
καὶ πάλι ἀστράφτεις γυάλινο, δίχως μορφὴν οὐσία.
Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2024
Εἰς τὸ σπασμένον ποτήρι
Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2024
In the Gold Room - A Harmony
Ποίημα τοῦ Ὄσκαρ Γουάιλντ
Τὰ φιλντισένια χέρια της σὲ πλῆκτρα φιλντισένια
σὲ φαντασία μεταβλητὴ γλιστροῦν καὶ ξεστρατίζουν,
ὅπως στὶς λεῦκες, τὰ δεντρά, ἡ λάμψις ἡ ἀσημένια
ὅταν τ’ ἀχνόχροα φύλλα των ἀργόσυρτα θροΐζουν,
ἢ ὅπως ὁ ἐπιπλέων ἀφρὸς εἰς πέλαο τρικυμίζον
δόντια ὡς δείχνουν τὰ κύματα σ’ ἀγέρια φουσκωμένα.
Πέφτουν χρυσᾶ της τὰ μαλλιὰ στὸν χρυσωμένο τοῖχο
ὅπως τ’ ἁβρὸ ἀραχνόπεπλο μπλέκεται ὑφασμένο
ἐπάνω εἰς τοῦ κατιφὲ τὸν στιλβωμένο δίσκο,
ἢ ὅπως τὸ ἡλιοτρόπιο στὸ ἡλιόφως πάει γερμένο
ὅταν κυανόμαυρης νυχτιᾶς τὸ σκότος πειὰ εἶν’ ληγμένο,
καὶ σκέπῃ φωτοστέφανο τοῦ κρινακίου τὸν μίσχο.
Κι’ ἡδύ, ἐρυθρὸ τ’ ἀχείλι της στ’ ἀχείλι μου σφιγμένο
καίγει ὡς ἡ ῥουμπινόχρωμη φωτιὰ ποὺ εἶν’ ἀναμμένη
σὲ βαθυκόκκινου ἱεροῦ λυχνάρι κρεμασμένο,
ἢ ὡς τοῦ ῥοδιοῦ οἱ λαβωματιὲς ποὺ ὁ χυμός του βγαίνει,
ἢ ὅπως τοῦ λωτοῦ ἡ καρδιά, ὁγρὴ καὶ βουτηγμένη
στοῦ ῥοδοκόκκινου κρασιοῦ τὸ αἷμα τὸ χυμένο.
Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2024
TÆDIUM VITÆ
Ποίημα τοῦ Ὄσκαρ Γουάιλντ
Τὴν νηότη μου μ’ ἀπόγνωσης μαχαίρια νὰ καρφώνω,
τούτου τ’ ἀσήμαντου καιροῦ ζωηρὴ λιβρέα νὰ φορῶ,
ν’ ἀφήνω ἀπ’ τὸ ταμεῖο μου νὰ κλέβῃ χέρι ποταπό,
μὲ τὰ μαλλιὰ μιᾶς γυναικὸς ψυχή μου νὰ σ’ ἑνώνω,
κι’ ἁπλῶς νὰ κάμνω τὸν λακέ, τῆς Τύχης, ἱπποκόμο,
ὀμνύω πὼς δὲν τ’ ἀγαπῶ! Τοῦτα πειὸ κάτω θεωρῶ
κι’ ἀπ’ τὸν ἐπὶ τὴν θάλασσα κυματιστὸν ἀρηὸν ἀφρό,
κι’ ἀπ’ τὸν τοῦ θέρους χνουδανθὸ στοῦ ἀγεριοῦ τὸν δρόμο
ποὺ εἶν’ ἄσπορος: Καλύτερα νὰ μείνω ξένο σῶμα,
μακριὰ ’π’ ἀνόητους διαβολεῖς ποὺ μοῦ χλευάζουν τὴν ζωὴ
κι’ ἂς μὴν μὲ ξεύρουν, προτιμῶ τὸ πειὸ ἀχαμνὸ τὸ δῶμα
πρεπὸ γιὰ τὸν πειὸ ἄθλιον χωριάτη νά ’χῃ στρῶμα,
παρὰ ξανὰ μὲς στὴν βραχνὴ σπηληὰ τῆς σύγκρουσης, ποὺ κεῖ
ψυχή μου ἁγνὴ πρωτάγγιξες τῆς ἁμαρτίας τὸ στόμα.
Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2024
TRISTITÆ
Ποίημα τοῦ Ὄσκαρ Γουάιλντ
Αἴλινον, αἴλινον εἰπέ, τὸ
δ’ εὖ νικάτω
Καλῶς γιὰ ἐκεῖνον ὅπου ζῆ ἀναπαυτικὰ
μὲ πλῆθος μάλαμμα ἐντὸς κτήσης τρανῆς,
μήτε πιτσύλισμα προσέχει τῆς βροχῆς,
τὸ νὰ σωριάζωνται τοῦ δάσους τὰ δεντρά.
Καλῶς γιὰ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει ζυμωθῆ
μὲ τὲς ὠδῖνες ἀπ’ τῆς πείνας τὸν καιρό,
μ’ ἕναν πατέρ’ ἀπ’ ἔγνοια, δάκρυα, ψαρό,
μὲ μιὰ μητέρα ποὺ ὅλο κλαίγει μοναχή.
Ὅμως καλῶς στὸν ποὺ τὸ πόδι του πατᾷ
μόχτου κι’ ἀπάλης τὴν κοπιαστικὴν ὁδό,
μὰ μὲ τοῦ βιοῦ του τοὺς καημοὺς γιὰ ὑλικὸ
σκάλες σηκώνει νά’ ρθῃ στὸν θεὸ σιμά.
VITA NUOVA
Ποίημα τοῦ Ὄσκαρ Γουάιλντ
Ἐστάθην μπρὸς στῆς θάλασσας τὸ ἄπιωτο κρασὶ
ὥσπου μαλλιὰ καὶ πρόσωπον τ’ ὁγρὸ κῦμα μουσκεύει·
οἱ κόκκινες μακρὲς φωτιὲς τῆς μέρας ποὺ τελεύει
καῖγαν στὴν δύσι· τ’ ἄνεμου ὁ αὐλὸς μουντὰ ν’ ἀχῇ·
κι’ οἱ φασαριόζοι γλάροι στὴν στερηὰ εἶχαν χαθῆ:
«Ἀλί!» κραυγάζω, «Ὁ βίος μου στὸν πόνο ἔχει πλεύσει,
καὶ ποιὸς στάρι χρυσὸ ἢ καρπὸ δύνεται νὰ συλλέξῃ
’πὸ αὐτοὺς τοὺς ἄχρηστους ἀγροὺς ποὺ ὠδίνουν ἐς ἀεί!»
Χαῖναν πλατιὰ τὰ δίχτυα μου, τρῦπες, ψεγάδια πλήθια,
ὡστόσο τὰ ἐπέταξα ὡς τὴν στερνὴ ῥιξιά μου
ἐντὸς θαλάσσης, κι’ ἔπειτα τὸ τέλος καρτερῶ.
Ὅταν ἰδού! Μιὰ αἰφνίδια λαμπρότης! Κι’
εἶδ’ ἀλήθεια
μέσ’ ἀπὸ τὰ μαυρόνερα, βάσαν’ ἀλλοτινά μου,
λευκῶν μελῶν ν’ ἀνέρχεται τὸ θάμπος τ’ ἀργυρό!
Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2024
AVE MARIA GRATIA PLENA
Ποίημα τοῦ Ὄσκαρ Γουάιλντ
Ὥστε ἡ ἔλευσί Του αὐτή! Νὰ ἰδῶ ἤλπιζα πάλι
σκηνὴ δόξης θεσπέσιας, ὡς ἔχουν διηγηθῆ
γιὰ κάποιονε τρανὸ Θεὸ ποὺ ὡσὰν χρυσῆ βροχὴ
διέῤῥηξε σιδεριὲς βαρειὲς κι’ ἔλουσε τὴν Δανάη:
Ἢ ἕνα θέαμα φριχτὸν ὡς ὅταν ἡ Σεμέλη,
ἀπὸ ἀγάπην ἄῤῥωστη κι’ ἄσβεστη πεθυμιά,
εὐχήθη τὸν Θεὸ νὰ ἰδῇ καθάριον, κι’ ἡ φωτιὰ
ξετέλεψέ τη ἁρπάζοντας τὰ καστανά της μέλη:
Μ’ ὄνειρα τέτοια χαρωπὰ τὸν ἅγιο ἔψαξα τόπο,
καὶ νῦν μὲ μάτια καὶ καρδιὰ γιομᾶτα θᾶμμα στέκω
μὲ τῆς Ἀγάπης τὸ ὕψιστο μυστήριο ἀντικρυστά:
Κάποιο κοράσι ἐν γόνασι χλωμὸ μὲ δίχως πόθο,
κι’ ἄγγελον εἰς τὸ χέρι του κρίνο νὰ φέρῃ βλέπω,
κι’ ἀπάνωθέ των ζάλευκα Περιστεριοῦ φτερά.
Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2024
Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2024
Τὸ στρώσιμον τοῦ πλακόστρωτου
Τὸ στρώσιμον τοῦ πλακόστρωτου
σοϚ΄
Γεῖς τόπος ἦτο τῆς αὐλῆς, ἀποθηκοῦλα ὀπίσω,
σιδεροστῦλοι τρόγυρα, κισσὸς ἀπανωσκέπη,
δάπεδο κάτω παληακό, τσιμέντο ῥαγισμένο.
Τὸ ἤφερεν, τὸ ξέτασεν, πολλὰ καλοστοχάστη,
ἂν μπόρειε το πέτρα νὰ μπῇ, λίθους ἀτὸς ν’ ἁπλώσῃ,
κι’ ἔλαβε τὴν ἀπόφασι κι’ εἰς τὸν σκοπὸν ἐστρώθη.
Μαστόρων ἔργα ἐμέτρησε κι’ εἶδ’ ὀπτικὰ μαέστρων,
τὴν πέτρα πῶς ἀργάζονται, πέτρες πῶς συνταιριάζουν,
τὸ πῶς γιομίζουν τοὺς ἁρμούς, πῶς δένουν κι’ ἀλφαδιάζουν.
Σειριὰ τσιμέντα ἐστοίβαξε κι’ ἄμμους χοντρὲς ψηλώνει,
καὶ πλάκες καβαλιώτικες χαμαὶ τὲς ἀραδιάζει.
Ἐβούρτσιζε κι’ ἐξέβγαζε, καθάριες νὰ κολλήσουν,
στὴν σκάφην ἀνακάτωνε κι’ ἔῤῥιχνε τὸ χαρμάνι,
ἔπιανε κι’ ἄφηνε μυστρὶ κι’ ἀνάμεσο τ’ ἀλφάδι,
πλάκα τὴν πλάκα ἐπάταγε, μωσαϊκὸ νὰ γένῃ.
Κι’ ὅντες ἡ στρῶσι ἐτέλεψε βαστάει τὸν χρωστῆρα,
ξασπρίζει γύρω τοὺς ἁρμούς, τοὺς λίθους βερνικώνει,
στράφτουν τοῦ βράχου τὰ νερὰ ποὺ τὸ λευκὸ τὰ ζώνει.
Κι’ ὅσον τὰ χέρια ἐδούλευαν μονολογοῦσ’ ὁ νοῦς του:
«Ἐδῶ οὖζον νὰ γεύωμαι καὶ οἶνον νὰ κερνάω·
πότε μ’ ἀνθρώπους νὰ ὁμιλῶ κι’ ἀκέρηα ν’ ἀθθιβάλλω,
πότε μὲ τ’ ἄστρη νὰ γελῶ, τοῦ ἡλιοῦ πόνους νὰ λέγω,
πότε γενηὲς ν’ ἀνιστορῶ, νεκροὺς νὰ μνημονεύω,
σάμπως περνοῦσαν οἱ παληοί, ἁπλοῖ καὶ μερακλῆδες,
κι’ ἀλάργ’ ἀπ’ τὴν κυρίλα των, πέρ’ ἀπ’ τὰ κοσμικά των».
Παρασκευή 23 Αυγούστου 2024
«Ἀργανθωνίου μακροβιώτερος»
«Ἀργανθωνίου μακροβιώτερος»
σοε΄
Χαρά σου, Ἀργανθώνιε, τῆς Ταρτησσός αὐθέντη!
Ὀγδόντα χρόνους ῥήγευες, κατὸν εἴκοσι εὑρέθης,
κι’ ἐβόηθησες τοὺς Φωκηανοὺς καὶ καστροετείχισάς τους.
Ὅλοι ζητοῦν τὰ ἔτη σου, ῥεμβάζουν τὰ φλωριά σου,
δέω τὴν ἀγήτρα σου ἀρετή, νείρομαι τὴν καρδιά σου.
Πέμπτη 22 Αυγούστου 2024
Ποῦμα
Ποῦμα
σοδ΄
Τὸ κᾶμμα κάμει κύματα κι’ ἡ ἄσφαλτος
πυρώνει,
κι’ ὅπου τοῦ χόρτου οἱ θάλασσες ἀφρίζουν στ’ ἀκροδρόμι,
γεῖς πύθων ἐσφιχτόζωσε νὰ πνίξῃ τὸ ἐλαφάκι.
Κραυγὴ γροικιέτ’ ὅμοια βροντή, βραχνὸ στοιχειοῦ λαρύγγι·
μολάει ὁ πύθων τὴν λαβή, στὰ χόρτα γοργοχάθη,
τὸ λάφι ἀσκώθη κι’ ἤτρεμε κι’ εἰς τὸ φευγιὸ ἀμπηδάει.
Τὸ ποῦμα κοντοζύγωνε, τοῦ ὄρους τὸ λεοντάρι·
μήτε εἰς τὸν πύθωνα χυμᾷ μήτε κι’ εἰς τὸ λαφάκι,
μὸν δρόμο ὑπάγει, ἀργοπατεῖ, καὶ βασιλοβαδίζει.
Κι’ ὅλον βρουχιέται ἀπόκοσμα καὶ τρομοκαταλύει·
κι’ ἒν ἡ λαλιά του ῥώμη του κι’ ἡ ἀγριωσύνη βιά του,
ἄστρη ὁποὺ καίγουν φονικὸν ἡ κίτρινη ματιά του.





