Τὸ στρώσιμον τοῦ πλακόστρωτου
σοϚ΄
Γεῖς τόπος ἦτο τῆς αὐλῆς, ἀποθηκοῦλα ὀπίσω,
σιδεροστῦλοι τρόγυρα, κισσὸς ἀπανωσκέπη,
δάπεδο κάτω παληακό, τσιμέντο ῥαγισμένο.
Τὸ ἤφερεν, τὸ ξέτασεν, πολλὰ καλοστοχάστη,
ἂν μπόρειε το πέτρα νὰ μπῇ, λίθους ἀτὸς ν’ ἁπλώσῃ,
κι’ ἔλαβε τὴν ἀπόφασι κι’ εἰς τὸν σκοπὸν ἐστρώθη.
Μαστόρων ἔργα ἐμέτρησε κι’ εἶδ’ ὀπτικὰ μαέστρων,
τὴν πέτρα πῶς ἀργάζονται, πέτρες πῶς συνταιριάζουν,
τὸ πῶς γιομίζουν τοὺς ἁρμούς, πῶς δένουν κι’ ἀλφαδιάζουν.
Σειριὰ τσιμέντα ἐστοίβαξε κι’ ἄμμους χοντρὲς ψηλώνει,
καὶ πλάκες καβαλιώτικες χαμαὶ τὲς ἀραδιάζει.
Ἐβούρτσιζε κι’ ἐξέβγαζε, καθάριες νὰ κολλήσουν,
στὴν σκάφην ἀνακάτωνε κι’ ἔῤῥιχνε τὸ χαρμάνι,
ἔπιανε κι’ ἄφηνε μυστρὶ κι’ ἀνάμεσο τ’ ἀλφάδι,
πλάκα τὴν πλάκα ἐπάταγε, μωσαϊκὸ νὰ γένῃ.
Κι’ ὅντες ἡ στρῶσι ἐτέλεψε βαστάει τὸν χρωστῆρα,
ξασπρίζει γύρω τοὺς ἁρμούς, τοὺς λίθους βερνικώνει,
στράφτουν τοῦ βράχου τὰ νερὰ ποὺ τὸ λευκὸ τὰ ζώνει.
Κι’ ὅσον τὰ χέρια ἐδούλευαν μονολογοῦσ’ ὁ νοῦς του:
«Ἐδῶ οὖζον νὰ γεύωμαι καὶ οἶνον νὰ κερνάω·
πότε μ’ ἀνθρώπους νὰ ὁμιλῶ κι’ ἀκέρηα ν’ ἀθθιβάλλω,
πότε μὲ τ’ ἄστρη νὰ γελῶ, τοῦ ἡλιοῦ πόνους νὰ λέγω,
πότε γενηὲς ν’ ἀνιστορῶ, νεκροὺς νὰ μνημονεύω,
σάμπως περνοῦσαν οἱ παληοί, ἁπλοῖ καὶ μερακλῆδες,
κι’ ἀλάργ’ ἀπ’ τὴν κυρίλα των, πέρ’ ἀπ’ τὰ κοσμικά των».
Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2024
Τὸ στρώσιμον τοῦ πλακόστρωτου
Παρασκευή 23 Αυγούστου 2024
«Ἀργανθωνίου μακροβιώτερος»
«Ἀργανθωνίου μακροβιώτερος»
σοε΄
Χαρά σου, Ἀργανθώνιε, τῆς Ταρτησσός αὐθέντη!
Ὀγδόντα χρόνους ῥήγευες, κατὸν εἴκοσι εὑρέθης,
κι’ ἐβόηθησες τοὺς Φωκηανοὺς καὶ καστροετείχισάς τους.
Ὅλοι ζητοῦν τὰ ἔτη σου, ῥεμβάζουν τὰ φλωριά σου,
δέω τὴν ἀγήτρα σου ἀρετή, νείρομαι τὴν καρδιά σου.
Πέμπτη 22 Αυγούστου 2024
Ποῦμα
Ποῦμα
σοδ΄
Τὸ κᾶμμα κάμει κύματα κι’ ἡ ἄσφαλτος
πυρώνει,
κι’ ὅπου τοῦ χόρτου οἱ θάλασσες ἀφρίζουν στ’ ἀκροδρόμι,
γεῖς πύθων ἐσφιχτόζωσε νὰ πνίξῃ τὸ ἐλαφάκι.
Κραυγὴ γροικιέτ’ ὅμοια βροντή, βραχνὸ στοιχειοῦ λαρύγγι·
μολάει ὁ πύθων τὴν λαβή, στὰ χόρτα γοργοχάθη,
τὸ λάφι ἀσκώθη κι’ ἤτρεμε κι’ εἰς τὸ φευγιὸ ἀμπηδάει.
Τὸ ποῦμα κοντοζύγωνε, τοῦ ὄρους τὸ λεοντάρι·
μήτε εἰς τὸν πύθωνα χυμᾷ μήτε κι’ εἰς τὸ λαφάκι,
μὸν δρόμο ὑπάγει, ἀργοπατεῖ, καὶ βασιλοβαδίζει.
Κι’ ὅλον βρουχιέται ἀπόκοσμα καὶ τρομοκαταλύει·
κι’ ἒν ἡ λαλιά του ῥώμη του κι’ ἡ ἀγριωσύνη βιά του,
ἄστρη ὁποὺ καίγουν φονικὸν ἡ κίτρινη ματιά του.
Δευτέρα 8 Ιουλίου 2024
Ἰαγουάρος
Ἰαγουάρος
σογ΄
Σὰν κατραμένιο κάτεργο μαυρόπαννο
ποὺ ὕπουλ’ ἀρμενίζει στ’ ἀκροπέλαγα,
κι’ ἔχει στὸ νοῦ τὸ κοῦρσος καὶ τὸ φονικό,
γλιστρᾷ ὁ καϊμάνης ὁ κροκόδειλος·
τρόμος, ὅπου τὸν ποταμὸν ἀργόσχιζε.
Στὴν ἀκροχθιά, τὴν ἁψηλὴ κι’ ἀπόκρημνη,
θάνατος ἐκαθότουν, πέρ’ ἀγνάντευε,
κι’ ἐβίγλιζε τὰ ἡλιόφωτα θολόνερα.
Θωρεῖ τὸν καϊμάνην νὰ κατωπερνᾷ
κι’ ὀρθὸς ἀσκώθη, σκύβει στὸ κρημνόχειλον·
στὰ ὀμμάτια του στεῤῥὴ στράφτ’ ἡ ἀπόφασις,
ὁ φόνος λάμπει καὶ τ’ ἀγρέως τὸ ζύγιασμα…
Ἰδού, πηδᾷ! Ἰδού, σαλτάρει ὁ θάνατος!
Βουτάει χρυσοῦς καὶ μελανοκυκλόστικτος.
Ἰδού, βαρειὰ σαγίττα κρούγει ὁ θάνατος!
Ἀφρίζουν τὰ νερὰ κι’ ὁλοτινάζονται,
μέλη ἀναδυόνται καὶ ξαναβυθίζονται,
θεριῶν ἡ ἀπάλη, δυὸ στιγμὲς κι’ ἐτέλεψεν.
Τί θαῦμα νὰ θωρῇς το, νὰ τὸ διαμετρᾷς!
Στραγγίζ’ ὁ ἰαγουάρος ἀπ’ τὰ ὕδατα,
κι’ ἄγρα τὸν θηρευτὴ βαστᾷ στὸ στόμα του.
Χτυπιέται καὶ στριφογυρνᾷ ὁ κροκόδειλος,
μά ’χει τὰ δόντι’ ἀτσάλι, βράχο τὸν λαιμό,
μά ’χει πόδια τανάλιες στὸν ἀνήφορο,
στὴν ζοῦγκλα εἰσέβη, στὴν σκοτείνια χάνεται.
Τοῦ Ἀμαζονίου ῥῆγα, πρωτοθηρευτή,
δός μοι τὲς μπόρεσές σου, δός μοι δύναμι,
φύσα πνεῦμ’ ἀφοβιᾶς, βρυχήσου ἀπόφασι,
τὸ σερπετὸ τὸ μαῦρο, τὸ φολιδωτό,
τὸ πλέει μὲς στῆς ψυχῆς μου τὰ θολόνερα,
αἰὲν νὰ τὸ φονεύω δίχως δισταγμό·
κι’ ὅσο καὶ νὰ χτυπιέται καὶ νὰ σπαρταρᾷ
μὲ δόντι’ ἀτσάλι νά ’χω το ἀκατέλυτα.
https://youtu.be/hXpOoC2GBvc?si=_adJRlI9BIy4HHnw
Πέμπτη 9 Μαΐου 2024
To Greece
Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ
Οἱ υἱοὶ σεῖς τῆς Ἑλλάδος! Οἱ σ’ εὐθεῖα γραμμὴ δεμένοι
μὲ τῶν Ἀθηνῶν τὴν αἴγλη, καὶ τῆς Σπάρτης τὴν περφάνεια·
κληρονόμοι τοῦ σπινθῆρος ποὺ ἐπυρπόλησε τὸν κόσμο
μὲ νηᾶς Λευτεριᾶς τὲς πρῶτες ἀφυπνιστικὲς ἀχτῖδες·
τέκνα τῆς Ἑλλάδος, ὅπου ἀπ’ τὴν ἀθάνατη καρδιά σας
ἀναβλύσαν ὅσα ἔχουμ’ ἀπὸ τέχνη καὶ σοφία:
Σεῖς, δίχως ντροπή, μπορεῖτε νὰ βαστᾶτ’ ἐπὶ τοῦ θρόνου
ἕναν δέσμιο εἰς παραδόσεις καὶ θεοὺς ὄχι δικά σας;
Οὐρανοί! Τάχα ὁ Πηλείδης, ὁ ἀσύφταστος στὴν μάχη,
τὴν ψυχρὴ-τρελὴ ἐξουσία τῶν Θὼρ κι’ Ὄντιν θὰ ἐπροσκύνα;
Θὰ ἔῤῥιπτεν ὁ Ἀγαμέμνων τὴν στραφταλιστή του ἀσπίδα,
κι’ ἄπραγος θὲ νὰ λυγοῦσεν εἰς τὸν βάρβαρο Γουλιέλμο;
Εἶν’ ντροπή σου, Κωνσταντῖνε! Ἄλλο πλειὸ μὴ βασιλεύῃς,
σὺ ὁ δεύτερος Ἱππίας τῶν χωμάτων τῆς Ἀτθίδος!
Σηκωθῆτε ἀπ’ τὰ μνημούρια, σεῖς νεκροὶ τοῦ Μαραθῶνος!
Ἥσκιοι σεῖς τῆς Σαλαμῖνος, τὸ πλατὺ πέλαο πλουμίστε!
Μάρτυρες τῶν ἐλευθέρων πολιορκημένων, βγῆτε,
σεῖς ποὺ ἡ ἱερή σας μνήμη ἀγρυπνᾷ στὲς θερμοπύλες!
Τὴν γενέτειρα Ἑλλάδα μὲ ἀρχαίαν ἀντρειὰ διδάξτε
νὰ περιφρονῇ τὸν Γότθο, ν’ ἀρνηθῇ κιοτῆ εἰρήνη!
Ὡς τὰ χέρια σας στὰ τότε, ἀκατάβλητα καὶ δίκηα,
πλῆξαν τὸν τύραγνο Ξέρξη κι’ ἔφαγε μπρούμυτα χῶμα·
ξεδοντιάσαν τὸν δυνάστη, διαφυλάξαν τοὺς γενναίους·
ἅρπαξαν τὴν νήπια Εὐρώπη ἀπὸ Πέρσικο κιβούρι·
ἔτσι καὶ στὰ τώρ’ ἀνάντιοι τοῦ δεσπότη νὰ σταθῆτε,
καὶ τῆς γῆς σας ξεσηκῶστε παληὰ κλέη ποὺ κοιμοῦνται.
Εἶν’ ἀνάγκη μὲς στ’ αὐτιά σας γλῶσσα νὰ ἐπαναλάβῃ
τὴν προκλητικὴ φοβέρα τῆς Βανδαλικῆς κατάρας;
Πρέπει βάρδος ἢ προφήτης λύρα πένθιμη νὰ κρούσῃ,
ἢ Δελφῶν γρῖφοι νὰ ὑψώσουν τὴν φωτιά σας ποὺ ἀχνοκαίει;
Διέστε ποὺ ἀπειλεῖ ὁ Τεύτων, ὄντας μὲς στὴν ἐνοχή του,
νόμους, τέχνες ποὺ ἦσαν κτίσμα τῶν ἀφτάστων Ἀθηνῶν σας·
νόμους, τέχνες ἰδικά σας, π’ ἅπλωσ’ ἡ Ῥωμαίου δεινότης
στὴν εὐγνώμονα Εὐρώπη ἴσαμε τὴν Βρεταννία·
καὶ μ’ ἰσχὺ τῆς Βρεταννίας πέρασαν τ’ ὠκεάνιο κῦμα
κεῖ ποὺ ἡ νεαρὴ Κολούμπια τὴν εὑρεῖα Δύσι ὁρίζει·
τὶς κτηνώδεις του κοόρτεις, διέστε, ἀμόλησεν ὁ Οὖννος
κατὰ τῆς ἐλευθερίας ἑνὸς Ἑλληνίου κόσμου!
Τὴν τρανὴ Ἰταλία θωρᾶτε πῶς τραβᾷ πάλι στὴν δόξα,
μέχρι στ’ ὄνομα Ῥωμαῖος οἱ μονάρχες νὰ ῥιγοῦνε·
καὶ τὴν φλογερὴ Γαλλία ποὺ εὐγενεῖς ἀξίες ὑψώνει,
κι’ εἰς τὰ ἔθνη τῶν γειτόνων δείχνει πῶς νὰ πολεμοῦνε·
καὶ μὲ πειότερη περφάνεια, μὲ δεσμοὺς ξανανιωμένους,
πῶς οἱ Σάξονες τ’ ἀδέρφια σκιάζουν τοῦ εἰσβολέα τὸ τσοῦρμο!
Ὅλους τούτους νὰ θωρᾶτε – εἶν’ τοῦ νοῦ σας οἱ ἀπογόνοι –
ἡ Ἑλλάς, πηγὴ τῶν πάντων, πίσω θ’ ἀπομείνῃ μόνη;
Σεῖς οἱ Ἕλληνες μὴν πῆτε πὼς χαθῆκαν οἱ ἀντρειωμένοι
ποὺ τὰ κατακτητικά σας στίφη ἄλλοτ’ ὡδηγοῦσαν·
οἱ πεδιάδες σας μὴν πῆτε ἀπὸ ἥρωες πὼς στερέψαν,
μὴ θρηνῆτ’ ὅτι ὁ Κλεισθένης διάδοχο δὲν ἔχει ἀφήσει·
λέγει ψέμματα ἡ γλῶσσα ποὺ καταλαλιὲς σκορπίζει
τέτοιες στὸ Ἑλλήνιο χῶμα, ἐνῷ ζῇ ὁ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ!
Μ’ ἀρχηγὸ τέτοιον θὰ μπόρειε ἡ πατρίδα σας νὰ ζήσῃ
τὴν ἐλευθεριὰ καὶ φήμη τῶν καιρῶν τῶν περασμένων·
Πάλ’ οἱ τύραγνοι θὰ ἐσμεῖγαν ἄξια πλερωμὴ τῆς μοίρας,
κι’ ἡ Ἑλλήνια ἐλευθερία κράτος θὰ εὐλογοῦσ’ Ἑλλήνιο:
Ἕνας Περικλῆς τῆς Κρήτης τὸ δοιάκι θὰ βαστοῦσε,
κι’ ὡς παληὰ ἡ Ἑλλὰς νὰ πλεύσῃ πρὸς τὴν δόξα θὰ μποροῦσε!
Ὄλυμπε νεφοζωσμένε! Εἴθ’ ἡ θεία σου κουστωδία
ὡς παληὰ νὰ κυβερνήσῃ, τ’ ἄλση νὰ στοιχειώσῃ πάλι·
εἴθ’ ὁ Ζεὺς νὰ κεραυνώσῃ τὸ πολεμικὸ τοπίο
ποὺ ποδοπατεῖ ὁ Ὄντιν πάν’ στὸ δύστυχο χορτάρι·
εἴθ’ ἡ πάνοπλη Παλλάδα νὰ ὑψωθῇ μὲ τὴν αἰγίδα
ἀπὸ τοῦ καταπατοῦντος Θὼρ τὴν φάλαγγαν ἀπάνω,
ἐνῷ ἡ τρίαινα τ’ ἀγρίου Ποσειδῶνος, ἡ πρὸς μάχην,
τὸ φριχτὸ ἑρπετὸ νὰ πλήξῃ στὴν ὠκεάνια φωληά του!
Ὤ θεοί! Ἥρωες! Ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος! Μπρὸς νὰ βγῆτε
κι’ εἰς τὴν ἕρπουσα τὴν Ὕδρα τοῦ Βοῤῥᾶ ν’ ἀντισταθῆτε:
Ἡ ἰσχὺς τῆς Ἀχαΐας στοὺς αἰῶνες πάντ’ ἀντέχει –
Ὅλα ἰδικά σας εἶναι, παρελθόν, αἷμα, ἡγέτης!
Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2024
In the Train
Ποίημα
τοῦ Τζαίημς Τόμσον (Μπύς Βανόλις)
Καθὼς ὁρμᾶμε, μὲς στὸ τραῖνο μὲ σβελτάδα,
δέντρη καὶ σπίτια πᾶνε ἀνάντια μας γυρνῶντας,
μὰ οὐράνια ἀστρόσπαρτα ποὺ σκέπουν τὴν ἁπλάδα
πάνω στὲς ῥᾶγες μας φτάνουν πετῶντας.
Ὅλα τὰ ἔμμορφ’ ἄστρη στ’ οὐρανοῦ τὸ βράδυ,
τοῦ Νύχτιου δάσους τ’ ἀσημένια περιστέρια,
πάνω ἀπ’ τὴν γκρίζα γῆ σμάρια πετοῦν ὁμάδι,
τὸ πέταγμά μας συνοδεύουν ταίρια.
Παντοτινὰ μὲ δίχως φόβον θὰ ὁρμᾶμε·
ἂς εἶν’ ἀλάργα ὁ σκοπός, πτῆσι γοργή!
Ὅτι, ἀκριβή, τὰ Οὐράνια ἀντάμα κουβαλᾶμε,
ἐνῷ γλιστρᾷ κάτω ἀπ’ τὰ πόδια μας ἡ Γῆ!
Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023
Ὁ ψίθυρος τοῦ ἀλλόκοσμου
Ὁ ψίθυρος τοῦ ἀλλόκοσμου
σοβ΄
Ἡ ὥρα τρεῖς νὰ ἐζύγωνεν, ἡ μνήμη μ’ ἀπατᾷ,
ὡς ἄφηκα τὸ καπηλειό, στὸν οἶκο μου νὰ ὁρίσω·
ἤπια χωρὶς ἀναπαημὸν κι’ ἤπια λογιῶ πιοτά,
κάτι ἀπ’ τὸν φοῦρνον ἅρπαξα, πρὶν πέσω νὰ τσιμπήσω·
τὴν ἅμαξά μου ἐστάθμευσα, σβήνω τὴν μηχανή,
ἀγνόησα τὴν ἐξώθυρα, τρύπωσ’ ἀπ’ τὴν αὐλή.
Χειμών, ἡ ἄπνοια ζωγραφιά, κρύον ξερό, σιγή,
πανσεληνόθε λάμπ’ ἡ νύξ, στὲς κόγχες σκιὲς φωλεύουν·
στράφτουν μεριὲς τ’ ἀκρόδρομα κι’ εἶν’ κάθε ὁγρὸ γυαλί,
οἱ δεντροκλῶνοι ἀνοιοῦν γυμνοὶ κι’ ἀστρόσεν ἱκετεύουν·
καμμέν’ ἡ χλόη καὶ ὠχρὴ κι’ οἱ γλάστρες ἀδειανές,
τὰ κτήρια κάστρη ἐρμότοπων, τὸ πᾶν φύσεις νεκρές.
Καίει στὸ κορμὶ τὸ οἰνόπνευμα, μαγεύει ἅμα τὸ νοῦ,
τὸν χρόνο λειώνει μέταλλον καὶ ἀλχημειὰ σκαρώνει·
νηόχυτ’ εἰκόν’ ἀπείκασε, νυχτιὰ καλοκαιριοῦ,
φλέγει τὰ βύθη τῆς ψυχῆς, λαχτάρα γιγαντώνει·
κι’ ἀόμματος κηρύττει ὁ νοῦς, «Ποιά τάχα ἡ διαφορά;
Ὅπως τὸ θέρος νὰ γευτῇς, μὸν λίγη ἔχει δροσιά».
Βαδίζω τὸν αὐλόδρομο, πλάκες βαριοπατῶ,
κι’ ὡσὰν μουσκέτο ποὺ ἔῤῥιξε τὸ χνῶτον μου ἀχνίζει·
στὸ σαλονάκι κάθομαι, καιροὺς ἀνακαλῶ
ποὺ τ’ ἄνθη γύρω εὐώδιαζαν, τὴν χλόη νὰ πρασινίζῃ·
ἔστρωσα τὴν τυρόπιττα, δαγκώνω ἄκρη μικρή,
γέρνω στὴν πολυθρόνα μου, κοιμήθηκα ἐκεῖ.
Τρεῖς ἦτον ὑπὸ τὸ μηδὲν κι’ ἔπεφτε διαρκῶς,
τοῦ κρύου ἡ σπάθη ὁσά ’γδερνε πάγος τὰ σαβανώνει·
κόσμος ποὺ ἡ πρᾶξι ἐμίσεψε, κόσμος μορφῶν στεῤῥός,
κόσμον κρυστάλλινο κι’ ἁγνὸ τὸ ψῦχος βαλσαμώνει·
ἔχει τὸ κάλλος τοῦ ἔρωτος, τοῦ ἐνύπνιου τὴν γητειά,
τῆς παρθενιᾶς τὸ ἀμόλευτο, θανάτου νηνεμιά.
Σὰν σ’ ὄνειρο νὰ ἐφάνη νηός, δὲν ξέκρινα μορφή,
γοργὰ μὲ πισωπλεύρισε, τά ’νιωθα κοιμισμένος·
ἔβαλε τὴν παλάμη του, μὲ ψιθυράει στ’ αὐτί,
«Ξύπνησε, θ’ ἀποθάνῃς δῶ, θὰ μείνῃς παγωμένος»·
τραντάχτηκα, τινάχτηκα, τρόγυρα εὐθὺς θωρῶ,
μήτ’ ἥσκιος μήτες ἄνθρωπος, πάντερμος, μόνο ἐγώ.
Σπεύδω μὲ τρόμ’ ὁλόγιομος τὲς σκάλες ν’ ἀνεβῶ,
στερνοκοιτάζω πίσω μου, πρὶν τὴν αὐλὴ ν’ ἀφήσω·
Τοπίο ποὺ μ’ ἐστοίχειωνε μέχρι νὰ κοιμηθῶ,
κι’ ἐτοῦτο ἀναστοχάζομαι πριχοῦ τὰ μάτια κλείσω:
Ἐξ ἀλλοκόσμου ἠθέλησεν, δὲν ξεύρω ἐκεῖθεν ποιός,
κι’ ἔπεμψε τὸ μαντᾶτον του νὰ ὑπάρξω ζωντανός.
Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2023
Gifts
Δὸς σ’ ἄντρα ἕνα ἄλογο νὰ δύνεται νὰ ἱππεύῃ,
δὸς σ’ ἄντρα ἕνα πλεούμενο νὰ τὸ καλαρμενίζῃ·
τὴν θέσι καὶ τὸν πλοῦτο του, τὴν ῥώμη, τὴν ὑγειά του,
πάνω σὲ γῆν ἢ θάλασσα κεῖνος δὲν θὰ λυγίζῃ.
Δὸς σ’ ἄντρα τὸ τσιμπούκι του νὰ πίνῃ τὸν καπνό του,
δὸς σ’ ἄντρα τὸ βιβλίο του νὰ κάτσῃ νὰ διαβάζῃ:
καὶ μὲ μιὰ γαληνὴ χαρὰ τὸ σπιτικό του λάμπει,
κι’ ἂς γύρωθε ἡ κάμαρη πολὺ φτωχὴ φαντάζῃ.
Δὸς σ’ ἄντρα μία κοπελλιὰ γιὰ νὰ τὴν ἀγαπήσῃ,
ὅπως ἐγώ, ἀγάπη μου, ἐσένα ἀγαπῶ·
καὶ μὲ τῆς Μοίρας τὸν παλμὸ τρανώνει ἡ καρδιά του,
πάνω στὴν γῆ, στὴν θάλασσα, μέσα στὸ σπιτικό.
Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2023
The Wine of Love
Ποίημα τοῦ Τζαίημς Τόμσον (Μπύς Βανόλις)
Ἡ μουσικὴ εἶναι ὁ οἶνος τῆς Ἀγάπης,
κι’ εἶν’ τὸ τραγούδι τῆς Ἀγάπης ἡ γιορτή:
κι’ ὅταν ἡ Ἀγάπη παρακάθεται στὸν δεῖπνο,
ἡ Ἀγάπη κάθεται πολύ:
Πολὺ κάθεται κι’ ἐγείρεται πιωμένος,
ὅμως ὄχι ἀπ’ τὴν γιορτὴ κι’ ἀπὸ τὸν οἶνο·
παραπαίει ἀπ’ τὴν ἴδια τὴν καρδιά του,
τὸ πλούσιο καὶ μέγ’ Ἀμπέλι κεῖνο.
Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2023
Μόρα
Μόρα
σοα΄
Ἄστρωσε, πυκνοβράδιασε κι’ ὕπνου ζυγώνει ὥρα,
ἀνάβουν φῶτα στὲς ὁδούς, στὰ πανωθύρια σβηόνται,
οἱ ὀλίγοι ὅπου ξαγρυπνοῦν, πειότεροι νὰ κοιμιῶνται.
Εἰς τὸ δωμάτιο μπήκαμεν, ἐγὼ κι’ ὁ ἀδελφός μου·
στ’ ἀκροτοιχιὸ ἡ κλίνη του τὴν πόρταν ἀντικρύζει,
στ’ ἄλλο ἀκροτοίχι ἡ κλίνη μου λοξοθωρεῖ τὴν πόρτα.
Ἐκειὸς στρώνει, κλινόγειρεν κι’ εὐθὺς ἀποκοιμήθη,
ἐγὼ στρώνω, κλινόγειρα κι’ ὁ ὕπνος ξεμακραίνει,
κι’ ἐπαίδευα συλλογισμούς, σκέψεις λογιῶ ἐβαστοῦσα,
κι’ ὅπως θωρεῖς τὰ πέλαγα τὴν πόρταν ἐθωροῦσα.
Κι’ ἂς ἦτον βράδυ ἔβλεπα, τ’ ἀλάφρωνε φωταύγεια,
λίγο ἀπ’ τὰ φῶτα στὲς ὁδούς, λίγο ἀπ’ τὴν φεγγαράδα.
Τότε τὸ πρᾶμμαν ἤλλαξεν, σὰν συγνεφιὰ μ’ ἡλιόφως,
κι’ ἀπὸ τὴν πόρτα πό ’χασκε ῥουφήχτηκ’ ἡ φωταύγεια,
κι’ ἦρθαν σκότη ἀκατέλυτα, ὁλόπηχτη μαυρίλα·
κῦμα κακοῦ ἀφροχείλιζε καὶ κίνδυνο ξερνοῦσε,
τὸ βλέμμα μου ἀγκύρωσε καὶ ῥῖγος μ’ ἐτρυποῦσε.
Τὰ σκότη ἀργοβάδισεν, ἀπ’ τὴν μαυρίλα ἐβγῆκε
κι’ ἐστύλωσε μπρὸς στὸ κελλί, στεκόταν στὸ κατώφλι.
Δὲν ἦτο νηά, δὲν ἦτο γρηά, στὸ ἀναμεσὶς γυναῖκα,
μήτ’ ἁψηλή, μήτε κοντή, θωριὰ συνηθισμένη,
λευκὴν ἐφόρειε νυχτικιὰ μὲ γκρίζα λουλουδάκια
κι’ ὣς τὰ μεριὰ τῆς ἔπεφτεν κι’ ἐπάτει γυμνοπόδα·
κι’ εἶχε μαλλιὰ κατάμαυρα κι’ ἦσαν ὀρθά, μπλεγμένα,
κι’ ὀμμάτια γαλανόγκριζα κι’ ὁλόγυρα κατράμι,
κι’ ἐβίγλιζαν στὸ πουθενά, ὡσὰν τῶν ποθαμένων.
Φόβος καὶ περιέργεια ἐντός μου ἀμάχη στῆσαν,
μὰ ἐμάζεψα τὰ θάῤῥητα κι’ ὡμίλησά της κι’ εἶπα.
«Κι’ ἂς εἶσαι ἄνθρωπος φτυστός, δὲν εἶσαι τῶν ἀνθρώπων.
Ποιά εἶσαι; Κάτι δαίμονας! Δῶ πέρα τί γυρεύεις;
Δῶ κόσμος εἶν’ ἀνθρωπινός, νὰ σηκωθῇς νὰ φύγῃς».
Μ’ ἐκοίταζε, ἀντικοίταζα, τὰ ὀμμάτια μας κολλῆσαν,
δὲν μ’ ἀποκρίθη στὰ μιλῶ, πλήθια στιγμὲς κυλῆσαν.
Δυὸ βήματ’ ἀργοβάδισεν, ἐδιάβη τὸ κατώφλι,
στὴν κλίνη ἐστάθη τ’ ἀδελφοῦ, μπρὸς στ’ ἀκροκάγκελλά της,
κι’ ὁ τρόμος μὲ περίζωνε καὶ πάλι ὡμίλησά της.
«Στοιχειὸ καὶ βδέλυγμα τῆς γῆς, γενηὰ τῶν μαύρων ἥσκιων,
τὸν ἀδελφό μου τί θωρεῖς; Κακὸ νὰ μὴν τολμήσῃς.
Γοργὰ ὀπισωπάτησε, χάσου στὸν ἄβυσσόν σου».
Ἁρπαχτικὸ τὸν κοίταζε, μ’ ὄργητα τὴν κοιτοῦσα,
καὶ μήτε νὰ μ’ ἀποκριθῇ κι’ ὅλον στιγμὲς κυλοῦσαν.
Τρία βήματ’ ἀργοβάδισεν στὸ κλινοκεφαλάρι
κι’ ἀνέβασε τὸ γόνα της στὸ στῆθος τ’ ἀδελφοῦ μου,
κι’ ἀνέβασε καὶ τ’ ἄλλον της, τὸ στῆθος του πλακώνει,
κι’ ἐπῆρεν ὕφος πέρφανο, φούσκωνε μ’ ἀλαζόνεια.
Τρόμου μὲ δένουν ἅλυσες, τὰ μέλη καταλυόνται,
μὰ ὁ κίνδυνος μ’ ἐκέντριζε, τὰ μέλη ξανανιώνει,
πῶς νὰ παλέψῃ τὸ στοιχειὸν ὁ νοῦς ἀνερωτιέται,
κι’ ἀπὸ τὰ νεῦρα ἔκλαιγα κι’ εἶπα της φρενιασμένος.
«Σύ, Μόρα, τρισκατάρατη, δαιμόνισσα τοῦ ὕπνου,
κατέβα ἢ σοῦ ῥίχνομαι, τελειώνω ἢ τελειώνεις».
Τὸ σκέπασμά μου ἐτράβηξα, κίνησα νὰ χυμήξω,
ὅταν φωνὴν ἀγροίκησα κι’ ὅλα διὰ μιᾶς ἐσβῆσαν.
«Τί σοῦ συνέβη, ἀδελφέ, κι’ ἔτσι μὲ νεῦρα κλαίγεις;»
Τὰ φῶτα εὐθὺς ἀνάψαμε, τὰ ἔγιναν φηγοῦμαι,
κι’ ὣς νῦν δὲν ἐλησμόνησα, καθάρια τὰ ἐνθυμοῦμαι.



