Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Ῥεσάλτο

Ῥεσάλτο

ριε΄

Στὴν πόλι μας ἐπλάκωσεν δρολάπι μανιασμένο,
ἐβούρκωσεν ἀποσπερίς, μεσάνυχτα καὶ βρέχει,
σμεῖξαν τ’ ἀγέρι κι’ ἡ βροχὴ κι’ ἀφηνιασμένα δέρνουν.
Δέρνουν καράβια τρίκροτα καὶ ἀχαμνὰ καΐκια,
δέρνουν τὶς ῥοῦγες τῶν φτωχῶν κι’ ὁσπίτια τῶν ἀρχόντων,
τῆς κεφαλῆς τὰ μέγαρα, τὸ κάστρο στὸν λιμνιῶνα,
δέρνουν τρουλλοκαμπαναριά, σταυρούς, ταφομνημούρια.
Τὰ καλντερίμια χείμαῤῥοι καὶ οἱ ἀλάνες βάλτοι,
μήτε φωνὴ στὰ τρίστρατα καὶ φῶς εἰς τὰ χαγιάτια,
μόνε φωτίζουν οἱ ἀστραπὲς καὶ κλαίει τ’ ἀνεμοβρόχι.
Καὶ μέσα εἰς τὸ κρασοπωλειόν, στὴν φουμιστὴ ταβέρνα,
δὲν εἶναι μπόρα καὶ βροχήν, ἡ στιὰ γλυκὰ πυρώνει,
ἔρχονται, πᾶνε οἱ γέμμορφες, κερνοῦν τοὺς χαροκόπους,
μὲ μπροῦσκα, μὲ γλυκόπιοτα, παληὰ καὶ γιοματάρια,
γυρνοῦν πανέρια τὰ ψωμνιά, τὰ φουρνιστὰ κοψίδια,
καὶ μυρωδᾶτος ὁ καπνὸς ἀπ’ τὰ τσιμπούκια βγαίνει.
Κι’ ἕνας ἐπρωτοκίνησεν κι’ ὅλοι σειριὰ ἀφηγιοῦνται.
Ἄλλος φηγιέται γι’ ἀερικά, γιὰ λάμιες καὶ γιὰ μόρες,
ἄλλος γυρεύει θησαυροὺς κι’ ἄλλος τοὺς δένει μάγια,
κι’ ἄλλος ταξείδια ἱστορεῖ καὶ θαύματ’ ἀπ’ ἀλάργου.
Γεῖς τῶν συντρόφων λέγει τους: «Ἐγὼ νὰ τραγουδῶ σας.
Δὲν τραγουδῶ γι’ ἀερικὰ καὶ θαύματ’ ἀπ’ ἀλάργου,
μὸν τὸ ῥεσάλτο τραγουδῶ, ποὺ ἐποῖκαν παλληκάρια,
κλέφτες καὶ πρωταρματολοὶ καὶ πολεμαφεντάδες
ποὺ ἐτρέμαν οἱ κουρσάτορες καὶ οἱ γενιτσὰρ ἀγάδες».
Κι’ ὅλοι τότες ἐσώπασαν, στὴν τάβλα του ἐγυρίσαν!
Κι’ ἐκεῖνος κοῦπα ἐγιόμισεν, κρασὶν ὀλίγο ἐγεύτη,
κι’ ἐταίριασεν τὴν λύρα του, τραγουδιστὰ διηγιέται:
- Στῆς Βόνιτσας τὴν ἀμμουδιὰ μιὰ λάντζα περιμένει.
Ποιούς ἔχει γιὰ τὸ πέραμα; Γιὰ μπάρκο ποιούς νὰ πάρῃ;
Στρατιῶτες κοντοζύγωναν, σολδᾶτοι Βενετσιᾶνοι,
μισοὶ δεξιά, μισοὶ ζερβὰ κι’ οἱ αἰχμάλωτοι στὴν μέσι.
Γυμνοὺς τοὺς πᾶνε ἀπ’ τ’ ἄρματα καὶ στὰ σκοινιὰ ντυμένους.
Μήτε γιὰ Τοῦρκοι φαίνονται, μήτε Φραγκολατῖνοι,
μὸν ἀπ’ τὸ θώρι ἐφαίνονταν Ἕλληνες ἀντρειωμένοι.
Σύρθηκα κάτω ἀπ’ τὰ κλαδιά, χώθηκα στ’ ἁρμυρίκια,
νὰ τοὺς γνωρίσω σὰν περνοῦν, νὰ ἰδῶ τους σὰν κοντεύουν,
κι’ ὡς πέρναγαν κι’ ὡς κόντευαν, εἶδα τοὺς καπετάνιους.
Τὸν βλάχο ἀπὸ τὰ Γιάννενα, τὸν Ἀγγελὴ Σουμίλα,
κι’ ἀπ’ τὴν Κατοῦνα ἐγνώρισα τὸν Πάνο τὸν Μεϊντάνη,
καὶ τὸ μικρὸ Χορμόπουλον ἀπ’ τ’ Ἄγραφ’ ἀκλουθάει.
Στὴ λάντζα τοὺς ἐκάθισαν, γιὰ τὴν γαλέρα λάμνουν,
δεμένους τοὺς ἐμπάρκαραν, δεμένους τοὺς συντάξαν,
δεμένους τοὺς κατέβασαν στὰ μουχλιασμέν’ ἀμπάρια,
νὰ ὑπάγουν τους στὴν Βενετιά, τοὺς κλέφτες νὰ δικάσουν.
Τὸ Ἰόνιο ἐβάλαν πρύμνη τους, τὸ Μοντενέγκρο πλώρη,
τὴν Δαλματία ὡς ξάνοιγαν ἐπέσαν σὲ καρτέρι,
τὸν πηγαιμὸ τοὺς ἔφραξεν μιὰ φοῦστα ’πὸ τ’ Ἀλγέρι:
«Γαλέρα δῶθε δὲν περνᾷς, πέρα δὲν ἀρμενίζεις,
τὸν Ἅγιο Μάρκο ξέχνα τον, τὴν Βενετιὰ λησμόνα.
Γαλέρα μαϊνάρισε, στὴν μπάντα νὰ πλευρίσω,
νὰ πάρω τοὺς εὐγενικοὺς γιὰ τὰ χρυσᾶ τζεκίνια,
νὰ πάρω καὶ τοὺς ταπεινούς, στοὺς πάγκους ν’ ἁλυσώσω».
Καὶ ἡ γαλέρα ἐφρύαξεν, φαρμακερὰ ποκρίθη:
«Φοῦστα δὲν παραδίνομαι, φοῦστα δὲν μαϊνάρω,
τὸν Ἅγιο Μάρκο δὲν ξεχνῶ, στὴν Βενετιὰ ἀρμενίζω,
νὰ φύγω παραμέρισε, στάσου καὶ πολεμῶ σε».
Ῥίχν’ ἡ γαλέρα μιὰ φωτιά, τὸ πέλαγο ἐκαπνίστη,
γοργὴ ἡ φοῦστα ἔῤῥιξεν δυὸ καὶ κρύφτη ἀπὸ τὰ νέφη.
«Κουπιά μου ἄλλο μὴ λάμνετε, λατίνια κατεβῆτε,
κάλλιον δοῦλοι στὰ κάτεργα, κάλλιον χαλκὰ στὰ πόδια,
παρὰ στὸν ἄμμον τοῦ βυθοῦ, νὰ μᾶς δειπνοῦν τὰ ψάρια».
Οἱ αἰχμάλωτοι ἀκουρμαίνονταν στὰ μουχλιασμέν’ ἀμπάρια,
ναυτόπουλον ἐθώρησαν, στὰ φωναχτὰ ῥωτοῦσιν:
«Πόλεμος ἄναψε, μωρέ, μὲ τόπια καὶ μὲ βόλια;
Τάχα φουρτοῦνα δέρνῃ μας, τὸ πλοῖον νὰ βουλιάξῃ;
Βροντάγει καὶ ταρακουνᾷ κι’ ἡ μπούλμπερη μᾶς πνίγει,
ναυτόπουλε μολόγα μας, χανόμεθα γιά ζοῦμε;»
«Ἀλιά μας, ἐπιαστήκαμεν τῶν μπαρμπαρέσων πρέζα!»
Τότε ὁ Μεϊντάνης μίλησε, στὸν ναύτην ὁρμηνεύει:
«Μήνα τοῦ κυβερνήτη σου νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ,
πριχοῦ σιμώσουν οἱ ὀχτροὶ τ’ ἄρματα νὰ μᾶς δώσῃ,
στὰ χέρια νὰ τὰ παίξουμε, νὰ τὰ ζωστοῦμε πάλι,
νὰ θαλασσομαχήσουμε τοῦ πέλαου τὸ τσακάλι.
Κι’ ὅσα τ’ ἀργάστη ὁ διάολος, καλὸς θεὸς δὲν στρέχει,
κι’ ἂν θέλῃ το κι’ ὁμογνωμῇ, στὸν πόλεμον συντρέχει».
Ἔτρεξε τὸ ναυτόπουλον, τὰ λέει τοῦ κυβερνήτη,
κι’ ὁ κυβερνήτης ἔστερξεν, τοὺς κλέφτες λευτερώνει
καὶ τ’ ἄρματα, ὁποὺ κράταγεν, μὲ τὸ γοργὸν γυρίζει, 
κι’ εὐθὺς στὰ χέρια ὡς τά ’παιξαν κι’ ὡς τὰ ζωστῆκαν πάλι,
ἀρματωμένοι ἔμμορφα στοὺς ἥλιους ἐφανῆκαν,
κι’ ἀπόμερα ἡσύχαζαν, τὴν φοῦστα νὰ προσμένουν.
«Σίμωσε φοῦστα, σίμωσε, στὴν μπάντα νὰ πλευρίσῃς».
Κροτάει ξερὴ μιὰ μπαταριά, πλαγιάσαν τρεῖς λεβέντες!
Μ’ ἀλαλαγμοὺς πετάχτηκαν, μὲ πιστολιὲς πηδῆξαν,
καὶ μὲς στὴ φοῦστα ὡς πάτησαν τὶς σπάθες τους γυμνῶσαν,
τοὺς μυσαροὺς κουρσάρηδες λεπίδι νὰ περάσουν.
Κόβει Ἀραπάδες ὁ Ἀγγελὴς καὶ Τούρκους ὁ Μεϊντάνης,
κόβει καὶ τὸ Χορμόπουλον σωρὸ τοὺς Μαυριτάνους.
Κι’ οἱ Βενετσιᾶνοι ὡς νόγησαν στὸ φονικὸ ληοντάρια,
τὸν ληόντα στὴν παντιέρα τους, τὸν φτερωτό, ντραπῆκαν
κι’ ἐθάῤῥεψαν κι’ ἐκάρδιωσαν: «Τ’ ἄρματα στὴν κουβέρτα»,
κι’ εἰς τὸ ῥεσάλτο ἐχύθηκαν, στοὺς κλέφτες καταπόδι.
Σκίζουν τζεκούρια, κροῦν σπαθιά, στιλέττα στιλεττώνουν,
γεύονται σάρκα οἱ κονταριές, σφυρᾷ καυτὸ μολύβι,
κι’ οἱ μπαρμπαρέσοι στρώνονται μὲ γένεια ματωμένα.
Καὶ ὁ ῥεῒς ἐσκιάχτηκεν, προστάζει τοὺς λεβέντες:
«Λεβέντες, ῥῖχτε τὰ σπαθιά, τὸν βιόν σας λυπηθῆτε,
κάλλιον δοῦλοι στὰ κάτεργα, κάλλιον χαλκὰ στὰ πόδια,
παρὰ στὸν ἄμμον τοῦ βυθοῦ, νὰ μᾶς δειπνοῦν τὰ ψάρια».
Βροντῆξαν χάμω τὰ σπαθιά, τὴν κεφαλὴ ἐκρεμάσαν,
κι’ οἱ Βενετοὶ ὡς ἀλάλαξαν, τὴν ὄψιν τους ἐχάσαν.
«Καράβια δυὸ ἀγνάντεψα κι’ εἰς τὸν λιμνιῶνα μπαίνουν,
γαλέρα βενετσιάνικη σέρνει φοῦστ’ ἀπ’ τ’ Ἀλγέρι,
θρήνους μακρόθεν ἀγροικῶ, βερβέρικες κατάρες,
κι’ ὁ κυβερνήτης συντροφιὰ μὲ τρία παλληκάρια».
Μετὰ ὁποὺ ξεμπάρκαραν καὶ γῆς ὅταν ἐπιάσαν,
ὁ κυβερνήτης ἔπεμψε γραφὴν τῆς γερουσίας.
Μ’ ἔμμορφα λόγι’ ἁπλώνει τα, καλλίγραφα ξηγᾷ τα,
τὶς ἀντρειωσύνες ἱστορεῖ, παινέματ’ ἀραδιάζει,
καὶ τοὺς αἰχμάλωτους Γραικοὺς βγάζει πολεμιστάδες.
Τ’ ἀνέγνωσεν ἡ γερουσιά, τ’ ἀνέγνωσεν κι’ ὁ δόγης,
τὰ κρίματα τοὺς σχώρεσαν, κατηγοριὲς τοὺς σβῆσαν,
κι’ ἀπ’ τὰ κιτάπια ξέγραψαν τὰ ποὺ καταλαλοῦσαν.
Κτήματα τοὺς ἐχάρισαν κι’ ὀφφίκια ζηλεμμένα,
κι’ εἰς ὄχθρητες μελλούμενες βοηθοὺς τοὺς λογαριάζαν.
«Ποιοί οἱ Γραικοὶ ποὺ σάλπαραν στ’ Ἅη Μάρκου τὴν ἀρμάδα
κι’ εἰς τὰ συμβούλια φαίνονται τ’ ἀρχόντου Μοροζίνι,
κάστρα κι’ ἐνέργειες μελετοῦν καὶ σηκωμοὺς γυρεύουν;»
«Ὁ βλάχος ἀπ’ τὰ Γιάννενα, ὁ Ἀγγελὴς Σουμίλας
καὶ τῆς Κατούνας ὁ ἀητός, ὁ Πάνος ὁ Μεϊντάνης,
καὶ τὸ μικρὸ Χορμόπουλον ἀπ’ τ’ Ἄγραφ’ ἀκλουθάει.
Κλέφτες καὶ πρωταρματολοὶ καὶ πολεμαφεντάδες
ὁποὺ ὁ δόγης τοὺς τιμᾷ καὶ σέβονται οἱ δουκάδες,
ποὺ τρέμουν οἱ ῥεΐζηδες καὶ οἱ γενιτσὰρ ἀγάδες…» -
Τέτοια νὰ λέῃ δὲν χόρταινε, ὣς νὰ μερώσ’ ἡ μπόρα,
ἡ ὁμήγυρις στὸ καπηλειόν, στὴν φουμιστὴ ταβέρνα.
Κι’ ἡ στιὰ γλυκὰ ἐπύρωνεν κι’ οἱ γέμμορφες κερνοῦσαν,
τὰ μπροῦσκα, τὰ γλυκόπιοτα, παληὰ καὶ γιοματάρια,
καὶ μυρωδᾶτος ὁ καπνὸς ἔβγαιν’ ἀπ’ τὰ τσιμπούκια,
κι’ ἀπ’ ὄξ’ ὅλα τὰ ἔδερνε δρολάπι μανιασμένο,
κι’ ἦσαν βουβὰ τὰ τρίστρατα κι’ ἄφωτα τὰ χαγιάτια,
κι’ ἤλαμπαν μόνον οἱ ἀστραπὲς κι’ ἔκλαιε τ’ ἀνεμοβρόχι.
 

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Τὰ δώδεκα λαγωνικὰ


Τὰ δώδεκα λαγωνικ

ριδ΄

Βούκινο νά ’χω μαγικό, σὰν τ φυσ, σιμά μου,
δώδεκα νά ’ρχωνται στοιχειά, πιστὰ λαγωνικά μου.
Νὰ ξαμολνιονται, ν’ λυχτον, ν’ γρεύουσιν ες τόπους
ποὺ φυόνται ες φιλες ψυχς κα χαλαστς νθρώπους.
Νὰ ξετρυπώνουν στὲς μονις κακς βουλς κα σκέψεις,
καὶ ν ξεσκίζουν τ θεργι πο κρύβου ο δόλιες λέξεις.

Δοξάρι νά ’χω μαγικό, σαγίττες νὰ σκαλίζω,
στοῦ λιου τ φς ν τς βουτ, μ φς ν τς ποτίζω.
Νὰ σαγιττεύω στν χωσι το μάταιου τ’ γρια σμήνη,
δρακόντους, ὄρνεα κι’ αινες, τν πεθυμιν τ κτήνη.
Μὲ φς ν φαρμακώνωνται, ν τρέχουν τ ζαγάρια,
νὰ φέρνουσι στ πόδια μου στερφν παθν κουφάρια.

Νά ’χω καὶ κάστρο ν κρεμ, τοιχοβαλσαμωμένες,
λογιῶ δαιμονοκεφαλές, καρδις ξεστρατισμένες.
Νὰ βλέπω, νὰ θιαμαίνωμαι τ πς κατέντησάν τη
τὴν νθρωπότη ς τύλιξαν σ’ βύσσου τ πλεμμάτι.
Νά ’χω καὶ τος συντρόφους μου, στν στι ποκαρωμένους,
παγάνες νὰ νειρεύωνται κα όγχους ματωμένους.

Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

Ὁ βιγλάτωρ


Ὁ βιγλάτωρ

ριγ΄

Ἀπάνω εἰς τὸ λευκὸ χαρτὶ μαῦρο μελάνι ἁπλώθη,
μελάνι βάφτη ὁ οὐρανὸς κι’ ἡ μέρα ν’ ἐνυχτώθη.
Τῶν προμαχώνω ἀναμεσὶς οἱ ἀγέρηδες σουρίζουν,
βροντοῦν πορτοπαράθυρα, φλάμπουρα πλανταγίζουν.
Τὰ δέντρη ἐγυμνώθησαν, φύλλα χρυσᾶ σκορποῦσιν,
κι’ οἱ μαῦροι μὲς στοὺς στάβλους των μὲ νεῦρον χλιμιντροῦσιν.
Στάλες ἀρηές, στάλες βαρειές, ἐνότισεν τὸ χῶμα,
κι’ ἀπὸ τ’ ὀλίγον ἄνοιξε τῶν οὐρανῶν τὸ πῶμα.
Αὐλάκια καὶ νεροσυρμές, μὸν χαλασμὸς γροικιέται,
κι’ ἀπ’ τῆς βροχῆς τὸν σάλαγον ὁ ἀχὸς τοῦ τόπου σβηέται.
Κάτω στὸν κάμπ’ ὁ ποταμὸς φουσκώνει, κατεβάζει,
θεργιὸν στοῦ κάστρου τὴν ποδηὰν ἀφρίζει κι’ ἀνταριάζει.
Γδέρνει τὲς ἀκροποταμιές, τὲς καλαμιὲς βουρλίζει,
ἐθόλωσέν του τὸ νερὸ κι’ ὡς δράκοντας μουγκρίζει.
Κι’ ἀντίπερα κι’ ἀντίνακρα τῶν ἄπιστων οἱ τόποι,
τῶν Σαρακήνων τὰ χωριά, μωαμέτηδες ἀνθρῶποι.
Κι’ ὅλα ὁ βιγλάτωρ τὰ τηρᾷ κι’ εἰς τὸ κοντάριν γέρνει,
στὴν κάπα του μαζεύεται, βροχὴ νὰ μὴ τὸν παίρνῃ.
Πότε τοῦ νοῦ του χάνεται καὶ πότε στ’ ἀγριοκαίρι,
τὸν πόλεμον ἀνιστορεῖ ποὺ ἐκάμαν καλοκαίρι.
Φουσσᾶτα καὶ μονόκουρσα στὴν χώραν ὅπου ἐμπαῖναν
κι’ οἱ ἀκρῖτες, σὰν ἀγερικά, κατόπι τοὺς ἐπαῖρναν.
Κι’ ἀγέλες ὡς ἐσκόρπιζαν, τὸ κοῦρσος νὰ γυρέψουν,
τῶν χαραμήδων ῥίχνονταν, σειριά, νὰ μακελλέψουν.
Κι’ ὕστερα ὁμάδι ἐχύνονταν, πού ’σαν τσαντιρωμένοι,
κι’ οἱ ἀμηρᾶδες στὰ φαριὰ ἐφεῦγαν ντροπιασμένοι.
Κι’ οἱ Ἀραβίδες σκιάζονταν τ’ ἀκριτικὰ λεοντάρια
μὲ τετραπίθαμα σπαθιά, μὲ τρεῖς ὀργυιὲς κοντάρια.
Σὲ τέτοια ὁ νοῦς δρασκέλαγεν, στῆς βίγλας τὸ πατάρι,
- καὶ μὲς στὴν μπόρα ἐγυάλιζεν τὸ γκρίζο δυναμάρι -
κι’ ἤλεγεν «Θέλημα θεοῦ ἡ Ῥωμανία νὰ μείνῃ,
τῆς Πόλεως τὸ κηφηναριὸν ἂς τρώγῃ καὶ ἂς πίνῃ.
Τὸ μῆλον πέρα ἀπ’ τὴ μηληὰν καμμιὰ φορὰ κυλάει,
τῶν μισανθρώπων ἡ γενηὰ φιλάνθρωπη γεννάει.
Μόνο ἡ ἐλπίδα μὴν χαθῇ κι’ ὁ κόσμος νὰ κρατιέται,
κι’ ὁ ἀνθὸς ὁ μοσχομύριστος στὴν κοπριὰ βαστιέται».

Ἡ Ῥωμανία ἐπέρασεν, πάρθη καὶ καταλύθη,
τῶν ἀκριτῶν τὸ πάλεμα δὲν ἀπολησμονήθη.
Χρόνοι, καιροὶ κι’ ἔτη πολλὰ κι’ αἰῶνες στοὺς αἰῶνες,
κάστρο ἄπαρτο θ’ ἀντροκαλῇ τοὺς Ἕλλενους σ’ ἀγῶνες.
Ὅτι καὶ τώρα στὲς καρδιὲς μαῦρο μελάνι ἁπλώθη,
μισάνθρωπο κηφηναριὸν στὸν κόσμον ἐτρανώθη
καὶ χαραμῆδες γιόμισεν κι’ ἡ μέρα ν’ ἐνυχτώθη.

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Νόμος γραφτὸς

Νόμος γραφτὸς

ριβ΄

Χρείαν δὲν χει νθρωπος το νόμου το γραμμένου,
σὰν βουρκοτόπι βρωμερο κα τρισαποσταμένου.
Κίτρινη λάσπη, καλαμιὲς κι’ φίδια λον φαρμάκι,
δίκηον δὲν καθρεφτίζεται μς στ θολ νεράκι.
Δίκηον δὲν καθρεφτίζεται, καρδις δν ξεδιψοσιν,
κρίματα δὲν ξεπλένονται κείνων πο θ πιοσιν.
Κολλᾷ λας στς χθες του, βουλιάζει, τυραγνιέται,
βδέλλες ῥουφον τ γαμα του κι’ νήμπορος κυλιέται.
Μὰ ο χαραμτες ρχοντες στ λάσπην δν κολλοσιν,
μαρκάρουν ξέρες καὶ πατον κα πόρους κα περνοσιν.
Γενην νθρώπων ριστων νόμος γραφτς δν σώνει,
στὸν βράχον στέκ’ ρετή, στο λους τν γ βαλτώνει.

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Chef d’Estradiots


Chef d’Estradiots

ρια΄

Πέρα, στς Φράγκινες αλές, στς Βενετις τς κορτες,
στρατιώτης διάγει κα περν, τν στρατιωτν αθέντης.
Στν πόλεμον ογεύεται, σ’ ργίαν πολνιέται,
κι’ ο πρωτογέροι τν τιμον κα γι’ ρχοντας περνιέται.
Κα σ μις σκόλης μάζωξιν σμειξεν μ κυράδες,
κι’ ς Διόνυσος φάνταζεν, μ σμάρι π μαινάδες.
Τρισεύγενα γλυκομιλε, φηγιέται ντρειγιωσύνες,
κι’ ο δολες νης λιγώνονται κι’ ο ρχοντοπολες λειώνουν,
κι’ νασαλεύουν ο καρδις στ φουσκωμένα στήθη,
κι’ πίσω π’ τς βεντάλιες τους γλυκογελον κα λέγουν:
«χει δρολάπι στν ματιά». «Μ καίει, γυμν λαμπάδα».
«Μνέει μμορφιά του στς καρδις νειρα κα λιακάδα».
«Μοιάζ’ λικιά του τ σπαθί». «Περπατησι ληοντάρι».
«Τ σέντζιο τς γάπης του ς κάστρον ν μ πάρ».
Μ κενος μαραίνοταν κα πικροτυραγνιόταν.
-Στρατιώτη πς μαραίνεσαι, σν τν νθ στ λάβρα;
Κουρτέσσα μν γάπησες κα στέκει ψηλωμένα;
Πρωτόγερου κόρη κριβ κα μονοθυγατέρα;
Ποθες κοράσι τρυφερ τν φλόγα σου κι’ ρνήθη;
Το ρωτα μελιβάπτιστα ξιφάρια σ’ κεντσαν;
- μμόχωστος κουρσεύτηκεν, Τορκοι τν πατσαν!

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Ὁ ἄρχων τοῦ δαχτυλιδιοῦ


ρχων το δαχτυλιδιο

ρι΄

Ποιός ἦτον που φύτρωσεν τ νέφια στν λιακάδα,
φυλάκισεν τὰ λιάχτιδα κι’ σκότισαν τ οράνια,
κατωκλονίστη ὁ Τάρταρος κι’ πανωσείστη τόπος,
σάλεψεν κι’ ἀναδεύτ’ γς κα τ λειβάδι σχίστη,
κι’ εἰδώθη σπηληοβάραθρον καὶ χάσμα κα κατώγι,
κατέβη τὸ βοσκόπουλον, Γύγης τσομπνος,
κι’ ηὗρε λογο χαλκόχυτον, μέσα κουφαλιασμένον,
κι’ ηὗρε γιγάντου σκελετν στ κοφος σωριασμένον,
μὲ δαχτυλίδι λόχρυσον στ κοκκαλένιο χέρι,
καὶ τν νεκρν γύμνωσε, τ δαχτυλίδιν κλέβει,
τὸ μελετ, τ χαίρεται, στ δάχτυλον περν το,
κι’ ὡς φόρησέν το μάζεψε κα ταιριαστν το μείνη;
Κι’ ὡς σώθη μνας παληός, το νηο τ πρτο βράδυ,
ποὺ ο πιστικο συνάζονται, τν στι γυροκυκλώνουν,
μετροῦν τ βις το βασιλη, κοπάδια λογαριάζουν,
ν λείπεται, ν αγάτισεν, ν στέκ σν βρισκότουν,
τοῦ Γύγη ποιός μουρμούρισεν, δίχως ν νιώσ το ’πεν,
τῆς πέτρας το δαχτυλιδιο ν στρίψ τ καστόνι;
Πρὸς τν μεριά του τό ’στριβεν, φαντος περνιότουν,
κι’ ἀνάστροφα ς τ γύριζεν, τ πάλιν ἐφαινότουν.
Κι’ ὡς μάθεν το δαχτυλιδιο τν μαγεμμένη χάριν,
τὸν γουρο ποιός φούντωσεν μς στν φλογν τ φέγγος
σὲ γέρους κι’ ντρες μπρς ν βγ, σν ντρας ν ζητήσ;
«Ἐγ ν πάω στο βασιλη, τ βιός του ν’ ναφέρω».
Κι’ εἰς το Κανδαύλη ς φάνηκεν, λογαριασμὸν ν φέρ,
κεῖνον σν ποιός γήτεψεν, τν Γύγη ν’ γαπήσ,
καὶ τν γκλίτσ’ πίθωσεν στν στάνη ν σκεβρών
κι’ ἀμφίστομο κοντόσπαθον στέρηωσε στν ζωστρή του;
Καλυβιαραῖος τονε, παλατιανς γίνη,
κι’ ἀπ προβατοφύλακας χρίστη ηγοφύλαξ.
Κι’ ἔπειτα ποιός τν τύφλωσε κα τά ’χασε Κανδαύλης,
καὶ το Δασκύλου τ παιδ ξεδιάντροπα ρμηνεύει;
«Κι’ οἱ λόγοι σν δν πείθουν σε, τ μάτια θ πιστέψουν,
σάν, τὴν κυρά σου θ χαρς κι’ λόγυμνη χορτάσς!
Κι’ ὁ γδικιωμς τς ήγισσας μν σ μεταμελήσ,
καὶ σ κρυψναν μπάζω σε κι’ νείδωτος θωρς την».
Κι’ ὡς λαίμαργα κατάτρωγεν τς ήγισσας τν γύμνια,
ποιός πῆρεν το δαχτυλιδιο τν μαγεμμένη χάριν
κι’ εἶδε τον πο ξεγλίστραγεν, στ σπλάχνα φαρμακώθη,
κι’ ὁλονυχτς κουβέντιαζαν μ τν ργ συντρόφοι;
Κι’ ὡς κάλεσε, τν μαύρη αγή, τν Γύγη ν δικάσ,
κι’ εἰς τν παλάμη το ’κλεισεν τν σπλαχνη λεπίδα,
«Ἢ στν λαιμό σου πέρνα το το Κανδαύλη κόψε»,
τὴν γνώμη ποιός πολέμησεν ν σκοτωθ τός του
κι’ ἐβάρυνε στν ζυγαρι τν φόνο το φεντός του;
Καὶ τέλος ποιός τὸν θράσυνε κι’ σφαξε τν Κανδαύλη,
σ’ αἱμάτου θρόνο κάθισεν, αμάτου άβδο πρεν,
σ’ αἱμάτου κλίνη πλάγιασεν το βασιλη τ ταίρι;
γ πο τ σοφίστηκα κι’ γέλασα τν Γύγη.
γώ, δαίμων, τ στοιχει πού ’ναι στ δαχτυλίδι!
Μὲ τν χρυσ σς κυβερν, κορσος βαρ σς παίρνω,
σ’ ἅλυσους χρυσοκρίκωτους, σκλάβους πικρούς, σς σέρνω.
Μὲ τν χρυσ σς ξέκοψα, τ’ νθρωπιν κοπάδι,
τρίσβαθα σᾶς ξεμάκρυνα στς νύχτας τ πηγάδι.
Στὶς κοπες μου γλυκοκερν τ γαμα τν καρδιν σας,
σὲ μαρες τάβλες γεύομαι τν σάρκα τν ψυχν σας.
Τὰ ορλιαχτά σας κι’ ο δυρμο τραγούδια μ γλεντίζουν,
τ’ ἄθλια πο καμώνεστε, πολλ μ ξεκαρδίζουν.
Γύρω μοσχοβολίζει με, ὁ βορκος πο ξερντε,
τὰ ψεύτικα ς ρέγεστε, τ μάταια ς λαχταρτε.
Τὸ γένος τ ρωϊκν μ λύσσα πολεμετε,
καὶ τν χρυσν σας λυση, καμαρωτοί, κρατετε.
Κι’ ἔχω τν γ κονάκι μου, κπο μου κα φυτεύω,
μαντρί μου γιὰ ν κυνηγ, στέρνα μου ν ψαρεύω.
Νὰ βόσκου ο νεκροζώντανοι κι’ μ ν προσκυνοσιν,
αἰώνια ν πεθαίνουσιν κι’ αώνια νὰ μ ζοσιν.

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Τὸ ἀνδραγάθημα τοῦ Θωμᾶ τοῦ Ἀργείου

Τὸ ἀνδραγάθημα τοῦ Θωμᾶ τοῦ Ἀργείου

ρθ΄


Ἔφεξε αὐγοῦλα λιόφωτη, χαρὰ θεοῦ ἡμέραν
κι’ ὁ βασιλεὺς τῆς Ἄγγλιας, τῆς Ἀλβιῶνος ῥῆγας,
κατέβη κι’ ἐσεργιάνιζεν στοῦ παλατιοῦ τοὺς κήπους.
Πουλ’ εἶδεν ξωμερίτικο καὶ θαλασσοφερμένο.
«Πουλάκι μου ὡρηοφτέρουγον τάχα πόθεν μᾶς ἦρθες;»
Ὡς ἄνθρωπος ὡμίλησεν καὶ τοῦ ῥηγὸς ποκρίθη.
«Ἀπ’ τὴν Εὐρώπη ἐπέταξα κι’ εἰς τὴν Φραγκιὰ φωλιάζω,
τὸ πέλαγον ἐπέρασα, τῆς Μάγχης τὸ κανάλι,
τὰ δόλια ποὺ σοῦ πλέκονται νὰ σοῦ τὰ μαρτυρήσω
καὶ μαῦρα ὀφίδια ζώνουν σε καὶ μήτε ποὺ νογᾷς το,
κι’ ὁ βασιλέας τῆς Φραγκιᾶς φουσσᾶτον ἀρματώνει,
νὰ σοῦ πατήσῃ, βούλεται, τὸ κάστρον τῆς Βολώνης».
Κι’ ὁ ῥῆγας ὡς τὰ γροίκησεν, λυπήθη κι’ ἐταράχτη
κι’ ἐβάλθη κι’ ἐστοχάζονταν, στὸν νοῦ του κλωθογύρνα.
«Τίνος νὰ δώσω τὰ κλειδιά, τὸ κάστρον νὰ φυλάξῃ;
Νὰ στείλω σαγιττάριους καὶ δορυδρεπανάτους,
καὶ κοντοττιέρους Ἰταλούς, Σπανοὺς ἀρκεβουζιέρους,
νὰ στείλω κι’ ἀπ’ τοὺς Ἕλληνους κι’ ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες.
Σῦρτε, μηνῦστε τοῦ Θωμᾶ π’ ὁρίζει τοὺς Ναυπλιῶτες,
τὴν κάτω χώρα δίνω του, τοῦ κάστρου τὸν λιμνιῶναν,
καὶ καστελλᾶν’ ὁρίζω τον στὴν κάτω τὴν Βολώνη,
ἀπὸ τοῦ Φράγκου τὸ σπαθὶ νὰ μοῦ τήνε βλεπίσῃ».
Τὰ κάτεργα φορτώνουσι, δικούβερτα γαλιόνια,
τ’ ἀμπάρια μὲ γεννήματα, μὲ χρεῖες τοῦ πολέμου,
τὴν Μάγχη θαλασσοπερνοῦν κι’ ἀράζουν στὸν λιμνιῶναν.
Πνίγη ὁ τόπος στ’ ἄρματα, φεγγοβολάει στ’ ἀτσάλι.
Στὶς βίγλες οἱ βιγλάτορες, στὶς τάπιες βαρδιατόροι,
κι’ οἱ στρατιῶτες τοῦ Θωμᾶ στοὺς μαύρους καβαλλάροι.
Στοὺς κάμπους μπαινοβγαίνουσιν, χτυποῦν, ἀντροκαλίζουν
κι’ ὡς ἀλογόμυγα κακιὰ τὸ ἄλογον κεντρίζουν,
καὶ τὸν ὀχτρὸν παιδεύουσιν, τὸν ξαγρυπνοῦν στὴν ἔγνοια.
Ἀνθρώπους του ξαπέστειλεν εἰς τῶν ὀχτρῶν τὰ μέρη.
«Σὰν τί ’δατε, ἀκράνηδες, κι’ ὁ Φράγκος  ἀπεργάστη;»
«Σὰν τί νὰ ἰδοῦμε κάπο μας καὶ καπετὰν Θωμᾶ μας;
Τὰ κάστρα θέλου ἐφοδιαστῆ καὶ θέλουν δυναμώσει,
καὶ τὴν ἡμέραν πό ’ρχεται καὶ ποὺ θὰ ξημερώσῃ
ἀπ’ τὴν Φραγκούπολιν κινᾷ πολέμου καραβάνι,
καβαλλαρία κατάφραχτη κι’ ἁμάξια φορτωμένα».
«Καβαλλικέψτε τ’ ἄλογα, χουφτῶστε τὰ κοντάρια,
πᾶρτε ματζούκια καὶ ῥαβδιά, τὶς πάλες σας ζωστῆτε,
νὰ πᾶμε νὰ ὑπαντήσουμε τοὺς σιδεροντυμένους,
κι’ ἂν ἔχουσιν τ’ ἀνάκαρα, τότες νὰ μετρηθοῦμε».
Στὰ βουρκοτόπια ἐτέντωσαν, ἡμερινὸν καρτέρι,
στρατεύματα προσμένουσιν, στρατεύματα δὲν ἦρθαν.
Μὲς στὴν ἀχάραγη νυχτιὰν οἱ βάρδιες τοὺς ξυπνοῦνε,
κλαγγὲς καὶ χλιμιντρίσματα τὸ χάραμμα ἀκοῦνε,
κι’ ὁ ἥλιος ὡς καλόφεξεν στρατεύματα ξανοῖξαν,
καβαλλαρία κατάφραχτη κι’ ἀτσαλοσκεπασμένη.
Φράχτης θανάτου, ἐμαύριζαν, κατάβαρα κοντάρια,
ἥλιος μικρός, στραφτάλιζεν, ἡ ἀντιφεγγιὰ ἀπ’ τ’ ἀτσάλι,
κι’ ἀντικρυστὰ ὡς ἐτάχθησαν ἱππότες καὶ στρατιῶτες,
ἕνας στὸν ἄλλον χαλασμὸν νὰ δώσουν μελετοῦσαν,
οἱ Ἕλληνοι, συνάρματοι, πενῆντα πεντακόσιοι,
κι’ οἱ Φράγκοι τόσοι ὥμοιαζαν καὶ ἀποπάνω τόσοι.
Πῆρε κεφάλιν ὁ Θωμᾶς στοὺς ἄντρες νὰ μιλήσῃ:
«Συντρόφοι μου τὰ ξεύρετε, πατριῶτες μου τὰ ζῆτε,
ἡ μοῖρα ποῦ μᾶς ξέβρασεν καὶ τῆς σκλαβιᾶς οἱ στράτες,
στοῦ ἥλιου τὰ βασιλέμματα, στὸ σύνορον τοῦ κόσμου,
στοῦ ξένου ῥῆγα μισταρκοί, νὰ ξενοπολεμοῦμεν.
Πλούτη καὶ βιὸς δὲν φέραμε, παρὰ τὴν ἀντρειωσύνη,
κι’ ἡ ἀντρειωσύν’ εἶναι κυρὰ καὶ δὲν πισωδρομάει,
κι’ ἂν πειότεροί μας φαίνωνται, ἐμεῖς πειὸ καρδιωμένοι,
κι’ ἂν ῥοῦχ’ ἀτσάλινα φοροῦν, ἀτσάλι τὰ κορμιά μας,
καὶ τῶν Ἑλλήνων τὰ παιδιὰ βαρβάρους δὲν τρομάζουν.
Δεῖχτε πολέμου μαστοριάν, θάῤῥος, πιδεξιοσύνην,
νά ’χῃ νὰ λέγῃ το ἡ Φραγκιά, νὰ τὸ μιλᾷ ἡ Εὐρώπη
κι’ εἰς ὅσους δέρν’ ἡ θάλασσα πέρα νὰ τραγουδιέται,
κι’ ὁ βασιλεὺς τῆς Ἄγγλιας νὰ τό ’χῃ νὰ παινιέται,
νὰ τὸ γνωρίσουν, νὰ τὸ εἰποῦν, νὰ τὸ παραδεχτοῦσιν
πὼς Ἕλληνες δὲν ἔλειψαν καὶ ἡ σποριὰ δὲν σώθη.
Μὲ γαῖμα μαῦρο κι’ ἁλμυρὸν ὁ ἄμμος ἂς βαλτώσῃ,
νὰ κεραστοῦν τὰ κύματα κι’ ὁ ἀφρὸς νὰ πορφυρώσῃ».
Κι’ ὡς εἶπ’ ὅλοι τὸν κάπο τους πολλὰ τὸν καμαρῶσαν.
Τὴν συντροφία χώρισεν, δυὸ ἀλλάγια τὴν ἐποῖκεν,
προστάζει τοῦ Ἐλεάζαρου ὁπού ’χεν φλαμπουριάρην.
«Ἐγὼ ῥίχνομαι πρόσωπο κι’ ἐσὺ φέρε τους γῦρον,
κι’ ὅσον ἐμὲ θὰ πολεμοῦν τὴν πλάτη νὰ τοὺς πάρῃς».
Κι’ οἱ στρατιῶτες φτέρνισαν, χυθῆκαν σὰν σπιλιάδα,
καὶ στὰ κοντάρια τὰ παννιά, φλογᾶτα, πλανταγίζαν.
Γοργοθεργιεύτη κι’ ἡ Φραγκιὰ σὰν ἀτσαλένιο κῦμα,
κι’ ἀπὸ τὸν βροντοκαλπασμὸν ἡ στέρηα γῆς τραντάχτη.
Ἐχύμηξεν καὶ ὁ Θωμᾶς, ἀκράτητος μπροστάρης.
Τὸν πρῶτον ἐκοντάρισεν, χαμαὶ τόνε τινάζει,
τὸν δεύτερον ἐπλάγιασε, τσακίστη τὸ κοντάριν,
τὴν πάλα ξεθηκάρωσεν καὶ μὲ τὸν ὄχλον σμείχτη.
Κι’ ὡς ἔκρουσαν κι’ ἐφίλησαν κι’ ἕνας τὸν ἄλλον δέχτη,
οἱ Φράγκοι δὲν τοὺς βάστηξαν κι’ ἡ φάλαγγα ῥαγίστη,
κι’ ἄρχεται ὁμάδι ὁ σκοτωμὸς κι’ ἀνάκατα ὁ φόνος.
Κόβουν, τρυποῦν καὶ σφάζονται, ῥαντίζονται τὸ γαῖμα,
στενάζουν, πονοκαρτεροῦν, τ’ ἀχείλιν τους δαγκώνουν,
μιὰ στάλα δὲν πισωπατοῦν, μιὰ σπιθαμὴ δὲν δώνουν,
λύκος μὲ ταῦρον μάχονται, θανατοαγκαλιασμένοι.
Σὰν τὸν καιρὸ τοῦ Δαναοῦ, εἰς τ’ Ἄργους μπρὸς τὰ τείχη,
λύκος μὲ ταῦρο ἐπάλεσαν, ξενόφερτος τὸν ντόπιον,
κι’ ὁ λύκος ὡς ἐκράτησεν ὁ Δαναὸς θαῤῥεύτη,
καὶ τὸν Γελάνωρ’ ἔδιωξεν, ξένος, τὸν ντόπιο ῥῆγα.
Καβαλλαραῖοι τὸν Θωμᾶν ἀναμεσὶς τὸν βάλαν,
δεξιά, ζερβὰ τὸν πλεύρισαν, γιὰ νὰ τόνε σουβλίσουν,
κι’ ὡς κονταροχαμήλωσαν, ῥιχτῆκαν μανισμένοι.
Κι’ ἕνας κεντᾷ τον στὸ μερὶ κι’ ἄλλος κεντᾷ τὸν μαῦρον,
κι’ ὁ μαῦρος ἤτονε γοργός, βαρβᾶτος κι’ ἀναμμένος,
στὸ λάβωμα δὲν γονατᾷ, τ’ ἀτσάλι δὲν λυγᾷ τον,
καὶ τ’ ἀφεντός του τὴν ψυχὴ τοῦ Χάρου δὲν τὴν δώνει,
κι’ ἀκέρηον βγάζει ἀπ’ τ’ ἄπονα τὰ κονταροξιφάρια.
Καὶ τότες στ’ ἀνεπάντεχα κι’ ἀπρόσμενα καὶ ξάφνου
τὸ φλάμπουρον ξεπρόβαλε, τ’ ἀλλάγιον φανερώθη,
κι’ ἔπεσ’ ὁ Ἐλεάζαρος κι’ ἐπῆρεν τους τὴν πλάτη,
κι’ ὡς ἔνιωσαν τὸ ἔμπα του κι’ ἡ μηχανὴ καμώθη,
πίσω κι’ ἐμπρὸς δὲν βάστηξαν μέτωπον νὰ κρατοῦσιν,
κι' ἡ ὀρδινιά τους σκόρπισεν κι’ ἐστράφηκαν στ’ ἀνάντιον.
Δρομοῦν στὸν ἄμμον τὸν βαρύ, δρομοῦν στὰ βουρκοτόπια,
κι’ ἀπ’ τ’ ἄλογα γκρεμίζονται καὶ καταγῆς βροντοῦσιν,
νὰ πολεμοῦν δὲν δύνενται, σιδεροπλακωμένοι.
Κι’ ἄλλοι παίρνοντ’ αἰχμάλωτοι κι’ ἄλλοι θανατωμένοι,
κι’ ἄλλοι πρὸς τὴν Φραγκούπολιν κρύβοντ’ ἀλαφιασμένοι.
«Ἀνοῖχτε οἱ πορτοφύλακες, ἀνοῖχτε οἱ βαρδιατόροι,
κι’ οἱ τοῦ Θωμᾶ προφταίνουν μας κι’, ἀλιά, γοργοσιμώνουν,
πό ’χουν κοντάρια δυὸ ν’ ὀργυιές, κυρτὲς ζώνονται πάλες,
σκούφους καστόρινους φοροῦν, στοιχειὰ καβαλλικεύουν,
κατέχουν καὶ τεχνάσματα, μύριους τοῦ Ἄρη δόλους,
κι’ εἰς τὴν ἀντρειὰ ψόγον οὐδεὶς νὰ τοὺς καταλαλήσῃ.
Μ’ αὐτοὺς στὰ χέρια ἤρθαμεν στοῦ φονικοῦ τὴν ἅψι,
στὸν ἐμπασμὸ καλπάσαμεν περφανοκορδωμένοι,
κι’ εἰς τὸ φευγιὸν μὲ κλάμματα, σκυφτοὶ πισωκοιτῶντα.
Τριάντα καὶ πέντε στρώσαμεν, λαβώσαμεν σαράντα,
καὶ τῶν δικῶν μας οἱ μισοὶ νεκροὶ καὶ λαβωμένοι».
«Ἀνοῖχτε οἱ πορτοφύλακες, ἀνοῖχτε οἱ βαρδιατόροι,
κι’ οἱ τοῦ Θωμᾶ κατέφθασαν στὸ κάστρον τῆς Βολώνης,
πό ’χουν κοντάρια δυὸ ν’ ὀργυιές, κυρτὲς ζώνονται πάλες,
σκούφους καστόρινους φοροῦν, στοιχειὰ καβαλλικεύουν,
κατέχουν καὶ τεχνάσματα, μύριους τοῦ Ἄρη δόλους,
κι’ εἰς τὴν ἀντρειὰ ψόγον οὐδεὶς νὰ τοὺς καταλαλήσῃ.
Πλήθια κουρσέψαν λάφυρα καὶ καραβάνι’ ἁμάξια,
ζῳοτροφὲς καὶ ἄρματα καὶ χρεῖες τοῦ πολέμου,
λουμπάρδες κι’ ἀρκεβούζια καὶ μπαρουτοβαρέλες,
καὶ ἄλογα κατάφραχτα καὶ τριάντα ζῳγρεμμένους.
Τοὺς Φράγκους κατακλείδωσαν καὶ πυργομανταλῶσαν».
Καὶ νικηφόροι ὡς διάβησαν, πολλὰ τοὺς καμαρῶσαν,
καὶ βουργησαῖοι καὶ στρατὸς ὁμοῦ τοὺς τραγουδοῦσιν,
τὰ χέρια σφίγγουν δυνατά, χτυποῦνε τους στὴν πλάτη,
καὶ γιὰ τὸν πόλεμον ῥωτοῦν, τοὺς Φράγκους χωρατεύουν,
μὰ πλειότερον στὰ χείλη τους κι’ εἰς τῶν πολλῶν τὸ στόμα
«Θωμᾶς» ἀκοῦς καὶ λέγεται, «Θωμᾶς» καὶ μαρτυριέται!
Κι’ ὁ βασιλεὺς τῆς Ἄγγλιας χαίρεται καὶ παινιέται.
Ἀνοίγει τὶς κασσέλες του, τὰ θησαυροκελλάρια,
καὶ τὰ πουγγιὰ τῶν Ναυπλιωτῶν μὲ λίρες τὰ φουσκώνει.
Κι’ εἰς τὸν Θωμᾶ ποὺ ἐκέρδισεν γιὰ ἐλόγου του τὴ νίκην,
μιστὸ γερὸ τὸν ἔκοψεν καὶ περισσὸ λογάριν,
καὶ μὲς στοὺς πρωτοστρατηγοὺς τὸν κάπο λογαριάζει.

Ἐτοῦτα τ’ ἄξια ἐκάμασιν μιὰ χοῦφτ’ ἀπὸ στρατιῶτες,
ὁ καπετάνιος ὁ Θωμᾶς κι’ οἱ πρόσφυγες Ναυπλιῶτες,
κι’ ἐσεῖς ποὺ τ’ ἀναγνώθετε παράδειγμα θωρᾶτε,
κείνους νὰ μνημονεύετε κι’ ἐμένα νὰ κερνᾶτε.
Θωμᾶς ὁ Ἀργεῖος, ὁ Ναυπλιώτης μισθοφόρος