Ὁ
λέων τοῦ πόθου
σι΄
Μύρισε, φυλάξου, * βίγλισ’, ἀκουρμάσου,
φωτοθάλασσα * τὰ σκότη κουκουλώνει
ἐλαφῖνα μου· * μὰ κεῖ στὸ σπηληοστόμα
ληόντας ὁ πόθος,
* κερί, παραμονεύει.
Φλέγετ’ ὁλόκορμος,
* πυρών’ ὁλόγυμνος,
σ’ ὀνειρεύεται,
* πεῖνα σαρκὸς τὸν
λειώνει,
κι’ ὅμως,
νά, βαστᾷ, * καρτερεῖ νὰ ζυγώσῃς.
Κι’ ἂν δὲν σὲ γευτῇ * κατάφλογος πεθαίνει
κι’ ἀνασταίνεται
* κατάφλογος καὶ πάλι.
Πάλι πεῖνα τὸν δέρνει * ἂν σὲ σπαράξῃ
καὶ
σπαράζεται * καὶ πάλι ἀργολειώνει.
Πύρινον κτῆνος * νεκροζώντανο, πάντα
καταραμένος * κι’ ὁλοτελῶς θλιμμένος.
Ὕδωρ τὸ κορμί, * φωτιὰ
βρέχει, τὴν σβήνει.
Φωτιὰ τὸ κορμί, * βουτᾷ στὸ ὕδωρ, σβήνει.
Ἀνὴρ καὶ γυνὴ * γυμνοὶ στὴν πρώτη
κλίνη,
στὴν στερνὴ καὶ σ’ ὅλες * ὕδωρ καὶ πῦρ, γυμνοί.