Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Ψῆφος καὶ γνώμη


Ψῆφος κα γνώμη

ρκζ΄

Τὴν ψφον μο δωκες, Ξουσιά, κι’ πρες μου τν γνώμην,
αὐτεξουσίως κυβερνητν τς γνμες ν ψηφίζω.
Μὰ οδες τν γνώμην μου ψηφ κι’ ψήφιστα μ παίρνουν,
θεν ψηφίζω ο γνμες μου, ξουσιές, ν κυβερνον σε.

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Ἡ δόξα τῶν ἄστρων


δόξα τν στρων
(Τὸ τραγούδι τς Λιραζλ)

ρκϚ΄

Στν Φωτειν Γ.

π’ τν νάλλαγη ἐμμορφι ποθοσα ν’ λαργέψω,
στὸν θάνατο ν κατεβ, στς ρες ν βαδίσω,
δέντρη χρυσᾶ, δέντρη γυμνά, μ’ ἀνθος δεντρ ν παίξω,
κι’ ἔτσι, ξωθιά, ηγόπουλον στερξα ν’ γαπήσω.

Μοιάζουν τὰ κάλλη δ μ’ κε μ φαίνονται κι’ νόμοια,
φόβον μ’ ἐλπίδα δένουνε, κερνον χαρ μ θλψι,
κι,τι λατρεύτη θ παυτ κι’ ,τι νθισε θ λείψ,
πλέουν οἱ ρμάδες τν ψυχν μ δίχως φτα αώνια.

Μὰ ὅντες ντάρα το λιο καταλυθ τ δείλι
κι θέρας στ κρουστόφαντο, γυμνώνεται, σκοτάδι,
πῶς γλυκοφραίνεσαι ἀμμαθι σ δς στ οράνιο μίλι
τ’ ἀστεροφλογοκέντητο νυχτεριν καβάδι!

νάξιοι σες θεο τς γς κι’ νάξια προσκυνον σας,
γύφτοι, ῥηγαίους καμώνεστε, τρῶγλες, παινιέστε κάστρη·
λιοι θνητο πο σβήνετε μ τος θνητος πιστούς σας,
μὰ γώ ’μαι μάραντη ξωθι κα προσκυνάω τ’ στρη.

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Ἡ πειὸ βαθειὰ εὐγένεια


πει βαθει εγένεια

ρκε΄

Κατὰ τν στερν καιρν ννολα γιαγιά μου
τὸ φς της χαμήλωσεν κι’ λο θαμπ θωροσεν.
Κις μπρός της στεκόμασταν γ ξάδελφός μου,
τὸ γγόνι της μελέταγεν, τ χέρι σκιοβαστοσεν.
Κι’ ἤλεγε «Σ εσαι Σσσ…», ντρεπόταν νὰ λαθέψ,
σ’ ἔδινε χρόνο ν τ επς, γύρευε ν μαντέψ.

λλενοι τς νατολς, γενηά μου «φανισμένη»,
ποὺ «λληνισμς» σπάθισαν στ ξύλο ο σταυρωτές σας,
(καμμιὰ φορ στν πνο της κραύγαζε λαφιασμένη)
κιδωνις «ερεθήκατε» κι’ εδαν φς ο ζωές σας.
Πληθυντικοὺς δν λέγατε, φερσίματα μελένια,
μὰ κόλασις σς ντυσε τν πει βαθειν εγένεια.

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Παγανιστικὸν


Παγανιστικὸν

ρκγ΄

λιε, σν ρματοδρομς κα ορανοδιαβαίνς,
τὰ μύρια κροδαχτύλια σου, τ’ χνομαλαμματένια,
λον τν κόσμο ζωγραφον, μ’ λον τν κόσμο παίζουν.
Παίζουν μὲ τς δεντροκορφές, τ μυρωδτα δάση,
μὲ τ γαλάζιο πέλαγο, τν ζαχαρένιαν ἄμμον,
μὲ τν νθρώπω τ χωρι κα μ τ’ γριοτόπια.
Ληόδεντρα ἀργυροπράσινα κι’ λιοχρουσολουσμένα,
μπέλια χτιδοδιάφανα κα φωτοχαϊδεμμένα,
πλάτη, ἀχυρόξανθοι γροί, περβόλια, λοφοκάμποι,
κῆποι, μελισσολείβαδα κα λόχμες κα ρμάνια·
κι’ ἀκέρηα ἡ γ, χρυσς μπαξές, κάμνεις, λιε, κα λάμπει.

Νοτιά, σὰν πνές, σν φυσς τν λαγαρ ναπνοιά σου,
τρώγεις τοῦ κόσμου τν σκουρι κι’ κόσμος ναθάλλει·
καὶ κουβαλες ’π’ τ’ νάλλαγα τ ξωτικοβασίλεια
γεραγιδίστικες λαλιές, δροσονεραϊδογέλια,
γλεντιῶν τ’ χολογήματα, χορν σκοπος κα σκάρους.
Μὲ τί λαχτάρα ο ψυχς τ χάδι σου δράχνουν,
στρώνουν σοφράδες στὲς αλς κα τάβλες στ μπαλκόνια,
νὰ κοινωνήσουν μ πιοτά, ν μεταλάβουν λόγια,
νὰ τς φυσήξς ορια, ν νειραρμενίσουν,
νὰ ξαγναντέψουν τς στερηὲς τς γιας τους πατρίδας.
Χαῖρε! λήθεια το Πανς κάμνεις, Νοτιά, κα λάμπει.

Νύχτα, σὰν ρματοδρομς κα ορανοδιαβαίνς,
δύεις τοῦ βασιλη τ φς, μυριάδων νατέλλεις,
γκρεμᾷς τ κάστρη τν μορφν, τ τείχη τν πραγμάτων,
κι’ ὅλα στν κόσμον σμείγει τα, τ μελαν μαντύ σου.
Κι’ ὅποιος στ σώψυχα δεχτ τν μυστικν αδήν σου,
τραβᾷ π’ τ μάταια τν ματι κι’ ες τ’ στρη τν σηκώνει.
νώπιο σου ψέμμα δν ζ κι’ πάτη δν βαστιέται.
Κι’ ὅποιος στ μάγια σου πιστε, τν ρισμόν σου ἀρνιέται,
σ’ ἄβυσσον γεωμέτρητην λυσωμένον σρε,
νὰ σκιοπατ στν Τάρταρον, γαλήνη μν ξανάβρ.
λυμπος μς στς καρδις κάμνεις, Νύχτα, κα λάμπει.

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Ὁ κύων τοῦ μίσους

κύων το μίσους

ρκβ΄

Στὴ ογαν, καταντίπερην, σν σαματς βροντάει,
σάμπως κλέφτες νὰ κλέφτουσιν; Κακοργοι κακουργοσιν;
Γέρθην καὶ κρυφαγνάντεψα ’π’ τ πάνω πανωθύριν.
Μήτε κλέφτες καὶ κλέφτουσιν, κακοργοι κακουργοσιν,
μὸν νι γέρων κουρελλς πο ταραχν σκώνει,
μὲς στν σωρ ψαχούλευεν, βρωμις νακατώνει,
πράγματα χρείας διάλεγεν στὸ παίθριον τ ρμάριν.
Οἱ παρωρτες φαίνονται, στ σκότη ποτραβιέται,
κις ες τ σκότη προσπερνον, δειλ δειλ θωριέται.
Κάμω νὰ δ ν ξεύρω τον, κάλλιον νὰ μν ξεύρω.
Νὰ κοιμηθ ξανάπεσα, γαλήνη δν ζυγώνει,
σάστισα, ἐβρυκολάκιασα κι’ ώρων τ ταβάνι,
κι’ ἤλεγα λειανοτράγουδον γι ν μ νανουρίσ:
«Μῖσος, μοβόρικο σκυλί, δάγκωνε τὴν καρδιά μου,
κομμάτιαζέ την, σκίζε την, νὰ μν τος λησμονάῃ,
κις ξημερώσ γδικιωμός, πάνω τους σ μολνάει».

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Παρατηρητὴς

Παρατηρητὴς

ρκα΄

Τὸν χρόνο τόπο διάλεξα, τος στοχασμος γι χρόνο,
μετὰ τν στοχασμν γερν κα στέκομαι ες τν χρόνο.
Καὶ διάγω ες τ μελλούμενα κα τ παλη μαντεύω,
τὰ τωρεσν λο νοσταλγ, τος κύκλους προφητεύω.
Μπρὸς στ’ ὁλοφάνερον τυφλός, στν σκιο ητς κοιτάζω,
στὸ θαμα πονηρεύομαι κα τ κοιν θαυμάζω.
Κουφὸς στ περιλάλητα, μ τ βουβ γροικάω,
κις τ λαλεν ρχεύουσιν, γ τ σιωπν τιμάω.
λιον γυρεύουν ο πολλοί, σκάβω στ γς λαγούμια,
πελάγου ἁπλάδα πεθυμον, δρομ ες τ κορφοβούνια.
Γλυκὺν παινεαν τ κρασί; Γευόμην ξινισμένο,
δασκάλεψές με, μάννα μου,πὸ ξένα ν μν παίρνω.

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Σκουριὲς


Σκουριὲς
(Ἡ πενα τς Δήμητρος)

ρκ΄

γ μας εν’ πανίερη, τ δάση γιασμένα,
κιπο κρατον τ σπλάχνα τους ς μένουσιν κρυμμένα.
Μὸν στς ψυχς πο σβήσασιν τ μάλαμμα γυαλίζει,
χωμάτινοι τὸ λαχταρον, τος πήλινους πλουμίζει.
Τῶν μονοφθάλμων ὁρμαθός, λιον, τ καμαρώνει,
μὰ καίγουν ο χτδες του σν παγωμένο χιόνι.

Κι ρυσίχθων κάποτες, βλάστημος κα μ θράσος,
τὰ δέντρη πελέκησεν κι’ σώριασεν τ δάσος.
Κι’ ἤθελε λεκα τν ξωθιν γι τάβλα κα καδρόνι,
νὰ κάμ οκο καλόφτειαστον, φίλους νὰ τραπεζών.
Πεῖνα τοῦ θέργιεψ’ θεά, ποτς ν μν χορτάσ,
τὴν πλάσι καταβρόχθισεν κι’ ρέγοταν τν πλάσι.
Κιφο τ πάντα μάσησεν κι’ οδν ηρε ν φά,
μὲ δάκρυα κι’ ορλιαχτ φριχτ τ κρέας του μασάει.
Σεῖς πο πειντε γι χρυσν κα δάση χερσοτόπους,
λογιάστε τ’ ἀντιγύρισμα στος φρονες νθρώπους.



Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Ἀκόντιος καὶ Κυδίππη


Ἀκόντιος καὶ Κυδίππη

ριθ΄

Ὁ Ἀκόντιος τὸν ἔκλεψε τὸν ὅρκον τῆς ἀγάπης
πρὸς τὴν Κυδίππη ὡς ἔῤῥιξεν ὁλόχρυσο κυδώνι.
Στὰ πόδια της ἐκύλησεν, στὰ πόδια της ἐστάθη,
κι’ ἄδολα ἐκείνη ἔσκυψεν κι’ ἄδολα βάστηξέν το,
κι’ ἄδολ’ ἀνέγνωσεν γραφὴ στὴ φλοῦδα χαραγμένην,
κι’ ἄδολα λόγια πέταξαν καὶ τῆς θεᾶς ἀμώνει:
«Μὲς στὰ ἱερά σου δώματα, Ἄρτεμι, σοῦ τ’ ἀμώνω
τ’ Ἀκόντιου ταίρι νὰ γενῶ καὶ γι’ ἄντρα νὰ τὸν πάρω».
Τὸν δόλο ἡ δόλια νόγησε, πέταξε τὸ κυδώνι,
κι’ ἀπ’ ἐντροπὴ κοκκίνησεν κι’ ἀπ’ ὄργητα κορώνει,
κι’ ἀπ’ τὴν ῥωτοκατεργαριὰν ἔτρεξε δακρυσμένη…
Ἡ κόρη ἀῤῥαβωνίζεται, χλωμὴ στὴν κλίνη ἐστρώθη,
κι’ ὁ ἀῤῥαβῶνας λύνεται, τριαντάφυλλο σηκώθη.
Δεύτερη ἀῤῥαβωνίζεται κι’ ὁ πυρετὸς τὴν καίει,
κι’ ὁ ἀῤῥαβῶνας λύνεται, δροσίζει καὶ ῥοδίζει.
Τρίτην ἀῤῥαβωνίζεται, χτικιὸ τὴν κατατρώγει,
κι’ ὁ ἀῤῥαβῶνας λύνεται, ἥλιος Μαγιοῦ καὶ λάμπει.
Ἐσάστισεν ὁ κύρης της κι’ εἰς τοὺς Δελφοὺς μηνάει,
καὶ οἱ Δελφοὶ τοῦ κύρη της ἀντιμηνύουσίν του:
«Ἀπὸ τὴν Κέα κάλεσε γαμπρό σου τὸν Ἀκόντιο».
Ὅτι ἡ θεὰ τὸν ἔστρεξε τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης,
τ’ Ἀκόντιου ταίρι νὰ γενῇ καὶ γι’ ἄντρα νὰ τὸν πάρῃ.
Θεά, γιατί τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Ἀστόχαστα κι’ ἂν μίλησεν, ἄκριτα κι’ ἂν ἐλάλει,
μὲς στὸν ναὸ σὰν ἄμωσεν, ὁ ὅρκος δὲν ξεστρέχει.
-Μὰ σεῖς οἱ παντελήμονες, σεῖς καὶ οἱ παντογνῶστες,
καὶ δὲν ξεσυνερίζεστε ἀστόχαστα κοράσια.
Θεά, γιατί τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Τοῦ νηοῦ ἡ ἀγάπη ξόβεργα, κόλλησ’ ἡ καρδερῖνα,
κι’ ὅταν γι’ ἀλλοῦ φτεροκοπᾷ, λαβώνει καὶ πονεῖ την.
-Τὴν λευτεριὰ κι’ ἂν ἀψηφᾷ, τ’ αὐτόβουλο ἂν δαμάζῃ,
δὲν εἶναι ἀγάπη μὰ γητειὰ ποὺ δοῦλον ἐξουσιάζει.
Θεά, γιατί τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Μοῖρα, γραφτὸ καὶ ῥιζικό, τύχη καὶ πεπρωμένο,
τοῦτα τὴν ἐπροξένεψαν, τοῦτα τὴν ὑπαντρέψαν.
- Τὸ πεπρωμένο τρίστρατα κι’ ἡ μοῖρα σταυροδρόμια,
μὰ ὁ δοιπόρος τὰ περνᾷ, διαβαίνει τα ἀπατός του.
Θεά, γιατί τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Ψυχὲς συνταξειδιώτισσες, ψυχὲς ἀστροπεράτες,
κλῆρο καὶ βιὸν ἐδιάλεξαν ζευγάριν νὰ γενοῦσιν,
πρὶν εἰς τὴν γῆ κατέβουσιν καὶ πρὶν νὰ γεννηθοῦσιν.
-Θεά, γιὰ τοῦτο ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς ἀγάπης!


Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Τὸ ὄνειρον τοῦ πατισὰχ

ριη΄

Τὸ νειρον το πατισχ

Ξημέρωμα, φθινόπωρον καὶ βράδυ τοῦ Σεπτέμβρη
καὶ ἡ Κωνσταντινούπολις σὰν ζωγραφιὰ κοιμᾶται.
Κοιμοῦνται τ’ ἀρχοντόσπιτα κι’ οἱ φτωχομαχαλλάδες,
κοιμοῦνται τὰ πολλὰ τζαμιὰ ποὺ οἱ χότζες ντελαλίζουν,
καὶ τοῦ Βοσπόρου τὰ νερὰ τ’ ἀστέρια καθρεφτίζουν.
Κοιμοῦνται κι’ ὅλοι οἱ αὐλικοὶ μὲς στὸ γενὶ σεράϊ,
μὰ ὁ σουλτᾶνος ὁ Μεμέτ, στοιχειό, δὲν γαληνεύει.
Τρὶς σφάλισεν τὰ βλέφαρα καὶ τρὶς χλωμὸς πετάχτη·
τὴν μιὰ πετάχτη σὰν πανί, τὴν ἄλλην σὰν λεμόνι,
τὴν τρίτη ἀσκώθη κάτασπρος, σὰν τοῦ βουνοῦ τὸ χιόνι.
Ξύπνησε ἡ Ῥεθυμνιώτισσα ποὺ ἀγγελικὰ κοιμότουν
κι’ ἀνασηκώθη πλάϊν του, τὰ στήθη γυμνωμένα:
«Σουλτᾶνε μου τί τρώγει σε καὶ τί σὲ κατατρέχει;
Ποιοί ὀνειροδαίμονες σκληροὶ τὸν ὕπνο σοῦ ξορίζουν
καὶ μιὰ πετιέσαι σὰν πανί, τὴν ἄλλην σὰν λεμόνι,
καὶ κάτασπρος τὴν ὑστερνή, σὰν τοῦ βουνοῦ τὸ χιόνι;
Ξήγα μου ποὺ ὀνειρεύεσαι, κομμάτι ν’ ἀλαφρώσῃς».
Καὶ ὁ σουλτᾶνος ξήγησιν κινάει ἀλαφιασμένος:
«Εἰς τόπον ἄγριο κι’ ἄξενο μονάχος περπατοῦσα,
κλεισούραν ἀνεγνώριστη, παντέρημον δερβένι,
καὶ μ’ ἔτρωγ’ ἡ κουφόβρασις καὶ τὸ συννεφοκᾶμμα.
Χορτάρια κεῖ δὲν χλόϊζαν κι’ ἀνθοὶ δὲν εὐωδοῦσαν,
δέντρη δὲν ἡσκιοδρόσιζαν, αὖρες δὲ κρυοφυσοῦσαν,
γύρω ἁψηλὲς βραχοπλαγιές, τρόχαλοι καὶ στουρνάρια,
κι’ ἐπέρνα φιδογυριστὰ μιὰ φαγωμένη στράτα,
ὅλον μ’ ἀγκάθι στὶς ὀχθιές, λιθόστρωτο στὴ μέσιν.
Δὲν ξεύρω κεῖ ποὺ στέκομουν ὥρα νὰ λογαριάσω,
κι’ ἀλλιῶς ὁ χρόνος περπατεῖ κι’ εἰς τ’ ὄνειρον κυλάει,
κι’ εἶδα ἱππότη καὶ σπαχὴ καὶ μαῦρον καβαλλάρη
κι’ ἦτον ὡσὰν νὰ ἐκέντρισε σκορπιὸς μὲς στὴν καρδιά μου.
Πίσω ἀπὸ βράχον ζάρωσα, λουφάζω φυλαγμένος,
καὶ πλειότερον ποὺ ζύγωνε, κλεφτὰ συχνοτηροῦσα,
κι’ ὅσο τὸν καλοξέταζα, βαριὰ σεκλετιζόμουν.
Κοντάριν ἐκουβάλαγεν, μαῦρο πανὶ δεμένον,
μαῦρα σκουτιὰ ἐφόραγεν, μαῦρα καὶ τὰ χειρόκτια,
μαῦρο καὶ τὸ ζωνάριν του, μαῦρα καὶ τὰ τζεγκιά του,
κι’ ἡ ζάβα εἰς τὸ στῆθος του δαχτυλιδοϋφασμένη,
μὲ δαχτυλίδια ἀνθρωπινὰ χρυσαλυσοπλεγμένη.
Κι’ ἡ κάππα του πηχτὸς καπνός, διαβολεμμένη ἀσβόλη,
σὰν τὴ νυχτιὰν ἐπλάκωνε τοῦ μαύρου τὰ καπούλια,
κι’ εἰς τόπο ἀπάγκειο ἀνέμιζεν καὶ ζωντανὴ ἐκυμάτει.
Κι’ ὁ μαῦρος του κατάφραγος, χαλκοφολιδωμένος,
χαλκοντυμένο κούτελον, χαλκοντυμένο στέρνο,
μαῦρο τουφὶ στὴν κεφαλή, μαῦρο τουφὶ γιὰ γένι,
τριπόδιζε ἀκαπίστρωτος κι’ ἀγριωπὸς χλιμίντρα,
κι’ ἐξέρναγεν τὰ χνῶτα του παγοκρουσταλλωμένα,
κι’ ἀπὸ τὸ πεταλόκρουσμα σειόταν ἡ λιθοστράτα.
Τ’ ἀλλόκοτο κασσίδιν του, στραφταλιστό, χαλκᾶτον,
μορφὲς θεργιῶν παράσταινε καὶ προτομὲς μιμότουν,
καὶ τὴν μορφὴ ποὺ ἐθώρας μιᾶς, δεύτερη δὲν φαινότουν.
Κι’ ἐτήραες ληοντοκεφαλή, τάχατες ποὺ βρυχᾶται,
καὶ λύκον ὅπου ξάσπριζε τὰ δόντια λυσσιασμένος,
ἀητόν, κυνηγογέρακα, κουφαροβόρο ἀγιοῦπα,
καὶ τράγο στριφτοκέρατον, κάπρον μὲ χαυλιοδόντες,
ῥῆσον καὶ ταυροκεφαλὴ καὶ δράκο ἀγκαθοχαίτην,
κι’ ἄλλα λογιῶν ποὺ σ’ ἔφερναν σύγκρυο καὶ κομμάρα.
Κι’ ἦτον ῥιχτὸ εἰς τὴν πλάτη του ξυλόφραγο σκουτάριν,
μαυρόθωρον, μυγδαλωτό, χαλκοστεφανωμένο,
μ’ ὀχιὰν ποὺ πτέρνα ἐδάγκωνε χρυσοζωγραφισμένο.
Κι’ ἐκρέμονταν, παράμηρα, εἰς σκαλιστὸ θηκάριν,
ἡ σπάθα του ἡ φαρμακερὴ καὶ ἡ γερτὴ κοπίδα,
στὴν σέλλα τὸ βαρδούκιν του, τ’ ἀκιδωτὸ ῥαβδίν του,
σαγιτοφόρο κούκκουρον κι’ ἀνέσπλαχνο δοξάριν.
Κι’ ἐχρύσιζεν ἡ ἀρματωσιὰ κι’ ἀνέμιζαν τὰ μαῦρα,
σὰν μαυρονέρης ποταμὸς μὲ χρυσαφένιο κῦμα.
Ξάφνου τοῦ μαύρου ψιθυρᾷ κι’ ὁ μαῦρος κοκκαλώνει,
κι’ εἰς τὰ τρογύρα ἐβίγλιζεν κι’ ἀγνάντευε κι’ ἐρεύνα,
κι’ ὡμοιάζασιν τὰ μάτια του χρονῶν μύριων μυριάδων,
κι’ ὡς στράφη καὶ μ’ ἐκάρφωσαν, ῥουφῆξαν τὴν ψυχή μου
καὶ ἡ φωτιά των μ’ ἔκαψε κι’ ἔμειν’ ἀποκαΐδια.
Κι’ ὡς στάθη καὶ μ’ ὡμίλησεν τὸ θάῤῥος μου ἐστραγγίστη
κι’ ἦρθεν στὸν νοῦ μου σκοτεινιά, στὸν κόρφο πλακωμάρα.
-Χαῖρε σουλτᾶνε κυνηγέ, χαλίφη, πατισάχ μου!
Πῶς ξέκοψες τοῦ δρόμου σου, γυρνᾷς στὴν γειτονιά μου;
-Ξένε, σὰν πῶς γνωρίζεις με, καλεῖς τὰ ὀνόματά μου;
Μὴν εἶσαι ῥῆγας ἢ ἀμηρᾶς, γιὰ μπέης μὴν περνιέσαι;
-Δὲν εἶμαι ῥῆγας κι’ ἀμηρᾶς καὶ μπέης δὲν περνιέμαι,
μὸν σὰν κι’ ἐσένα κυνηγῶ καὶ κυνηγὸς λογιέμαι.
Δὲν κυνηγῶ δασῶν θεργιά, μηδὲ βουνῶν ἀγρίμια,
μὸν τῶν ἀνθρώπων ῥίχνομαι κι’ ἀνθρώπους ξολοθρεύω,
κόβω τους, κονταρίζω τους, βαρῶ τους καὶ σαϊτεύω,
νεκρὰ τομάρια παρατῶ καὶ τὶς ψυχὲς ἁρπάχνω,
στὰ ὑπόγεια βιλαέτια μου, κλαιάμενες, τραβῶ τες,
κι’ εἰς τὰ σφερδουκλολείβαδα μολνῶ τες καὶ βοσκοῦσιν,
κι’ οὐδεὶς ἐσώθη οὐδέποτες, τοῦ κυνηγοῦ νὰ φύγῃ,
κι’ ἀπείτις ξεδιαλέξω τον, δὲν δύνεται νὰ γλύσῃ.
Κι’ ἐγὼ τότες ἀνέμυαλος, ἀνόγητα τοῦ κρένω:
-Κι’ εἰς ποῖο δάσος ἔτρεχες, εἰς ποιό βουνὸ ἐκυνήγας;
Κι’ ἂν τῶν ἀνθρώπων ῥίχνεσαι κι’ ἀνθρώπους ξολοθρεύῃς,
θαῤῥῶ ἐδῶ στὴν ἐρημιὰ κυνήγιν δὲν θὰ εὕρῃς,
κι’ ὥρα πολλὴ περιγυρνῶ κι’ ἄλλο ἄνθρωπο δὲν εἶδα.
-Σήμερον ἐκυνήγησα τὰ πειὸ καλὰ κυνήγια!
Δὲν ἐκυνήγουν στὰ βουνά, δὲν ἔτρεχα στὰ δάση,
μὸν στὶς ἁπλάδες κάλπαζα, στὸν κάμπον τῆς Βιέννης,
ποὺ ἦτον μιλιούνια ἡ Τουρκιά, Τατάροι κι’ Ὀθωμᾶνοι,
ποὺ ἦτον καὶ Καρὰ Μουσταφᾶς, ὁ μέγας σου βεζύρης.
Μὲ τοὺς Ἀψβούργους μάχονταν, τοὺς πολυπαντρεμμένους,
καὶ τὸ καστρὶ τοὺς ἔκλειναν καὶ τὸ στενοχωροῦσαν,
κι΄ ἀπάνωθε καὶ κάτωθε τοὺς καστροπολεμοῦσαν,
ἀπάνω ἡ γιανιτσαριά, κάτω οἱ λαγουμιτζῆδες.
Νὰ κουρσευτῇ ἐκόντευεν, νὰ πέσῃ δὲν ἀργοῦσεν,
κι’ Ἀουστριακοὶ μὲ Σάξονες καὶ Βαυαροὺς φανῆκαν,
καὶ ἀντρειωμένοι Πολωνοί, τὴν ζῶσι νὰ λασκάρουν·
κι’ ἤλεγαν πρωτοστρατηγὸ τὸν Γιάννο τὸν Σομπιέσκην,
τὸν λέοντα τοῦ Λεχιστάν, τῶν Πολωνῶν τὸν ῥῆγα.
Προτοῦ ῥοδίσῃ ἐμπλέξασιν φιλόχριστοι καὶ Τοῦρκοι,
κι’ ἔδωνε τὸ ἀσκέριν σου εἰς δυὸ μεριὲς πολέμους,
μπροστὰ τοῦ κάστρου τὴν φρουρὰ πολέμαε νὰ τινάξῃ,
καὶ τὴν πεζούρα τῶν ὀχτρῶν, στὴν πλάτη, νὰ βαστάξῃ.
Πορεύτη ὁ ἥλιος τὸ πρωΐν, πορεύτη μεσημέριν,
ἔφτασε καὶ τ’ ἀπόγιομα κι’ ὁ πόλεμος δὲν κρίθη.
Καὶ τότες ἀπὸ τ’ ἁψηλὰ κι’ ἀπὸ τοὺς λόφους πάνω,
ἀητοὶ μυριάδες κάλπασαν οἱ φτερωτοὶ χωσιάροι,
καὶ τρεῖς χιλιάδες διαλεχτοὶ τὸ ἔμπα ὡδηγοῦσαν
κι’ εἶχαν τὸν ῥῆγα κεφαλή, τὸν Γιάννο τὸν Σομπιέσκην.
Κοντάρια, ἀτσάλι κι’ ἄλογα, φλάμπουρα καὶ φτεροῦγες
σὰν χείμαῤῥος πλημμύρισαν, σὰν κῦμα ἐσαρῶσαν,
κι’ ἐκομματιάσαν τὶς ζυγιές, σκορπίσαν τὶς ὀρτάδες,
ἐξέβησαν κι’ οἱ καστρινοὶ κι’ ὁλοῦθε τοὺς χτυποῦσαν,
κι’ ἂχ νά ’σουν ἀπὸ μιὰ μεριὰ νὰ τήραες τὸ κυνήγιν!
Κεῖνοι κορμιὰ ἐλάβωναν κι’ ἀνθρώπους ξετελειῶναν,
κι’ ἐγώ ’παιρνα στερνὲς πνοές, μαῦρες ψυχὲς μετροῦσα,
στὸν μαῦρο τὶς ἁλύσωνα, νὰ στερνοταξειδέψουν.
Τώρα τέλεψ’ ὁ πόλεμος, παύτη ὁ πολὺς ὁ φόνος
καὶ σέρνω ἀγώγι τοὺς νεκρούς, καρσὶ στὸν κάτω κόσμο.
Τὴν συμφορὰ ὡς ξιστόρησεν, θλιμμένος δῆθεν σιώπει,
κι’ ἐγὼ μετὰ πολλῆς ὀργῆς τοῦ δαίμονος ποκρίθην:
-Ψέμματα λέγεις ἄρχοντα, κάτι μὲ δοκιμάζεις
μὲ παραμύθια Χαλιμᾶς καὶ φτερωτοὺς χωσιάρους.
Νικιοῦνται οἱ γιανίτσαροι; Χάνοντ’ οἱ σιπαχῆδες;
Κι’ οἱ Βενετσιᾶνοι ἐμάθαν το, σὰν πάτησα τὴν Κρήτη,
κι’ ὅλ’ ἡ Εὐρώπ’ ἡ ἄπιστη ἐμὲ θὰ προσκυνήσῃ.
Δὲν εἶπεν… κι’ ἐμειδίασεν μὲ περισσὴ κακία,
τοῦ ἀλόγου του ψιθύρισεν καὶ τ’ ἄλογον προχώρει,
κι’ εἶδα τον ποὺ ξεμάκραινε κι’ ἔσβηνε καὶ χανότουν.
Ἔπειτα ὅλα ἡσύχασαν κι’ ἡ ἐρημιὰ βουβάθη,
κι’ ἐκράτει ἀλλόκοτη σιγὴ καὶ νεκρικὴ γαλήνη,
λὲς στραγγαλίστη ὁ ἄνεμος κι’ οἱ βράχοι ἐῤῥιγῆσαν,
λὲς καὶ τ’ ἀγριοξεράγκαθον πλειότερον ἐξεράθη!
…!
Βουητὸ μακρόθε ἀκούγεται, καθάριον δυναμώνει,
σὰν ἁλυσῶν σουρσίματα, σὰν θρῆνοι ἀπὸ λαρύγγια,
φυσοῦν πνοὲς κατάκρυες, σουρίζουν σὰν ζουρνᾶδες,
σὰν νὰ βαροῦν οἱ μουσικοὶ καὶ οἱ μεχτὲρ μπασῆδες·
κι’ ἀπὰν στὴν φιδογύριστη καὶ φαγωμένη στράτα
διάφανο νέφος περπατεῖ καὶ κουρνιαχτὸς ζυγώνει.
Πίσω ἀπὸ βράχον ζάρωσα, λουφάζω φυλαγμένος,
κι’ ἀπόρουν πότε θὰ διαβῇ, τὸ θαῦμα ν’ ἀντικρύσω.
Κι’ ὡς διάβη καὶ τ’ ἀντίκρυσα κι’ ὡς πρόβαλεν καὶ τό ’δα,
ἐκέρωσα σὰν τὸ κερί, χλώμιασα σὰν λεμόνι,
καὶ κάτασπρος μαρμάρωσα, σὰν τοῦ βουνοῦ τὸ χιόνι,
καὶ τρεῖς φορὲς λαχτάρησα καὶ ἄλλο δὲν κοιμοῦμαι».
«Καὶ τί ’τονε, Σουλτᾶνε μου, τὸ τρομερὸν ὁπού ’δες;»
«Τῶν ἀσωμάτων τὴν στρατιά, τῶν ἄσαρκων τ’ ἀσκέρι,
τῶν ποθαμένων, τῶν νεκρῶν, τῶν νεκροσκλαβωμένων,
φαντάσματα ὡσὰν καπνιά, φουσσᾶτο μὲς στὸ πούσι,
ἀτέλειωτοι παρέλαυναν, χιλιάδες καὶ μυριάδες.
Ἄλλοι βογγοῦσαν, σπάραζαν, γοερὰ μοιργιολογοῦσαν,
κι’ ἄλλοι βουβοὶ ἐβάδιζαν, μὲ μάτια ἀδειασμένα,
καὶ μερικοὶ μ’ ἐγνώρισαν καὶ πονεμένα μ’ εἶπαν:
-Σουλτᾶνε μου δὲν μᾶς μιλεῖς κι’ ἀπολησμόνησές μας;
Μεῖς εἴμεθα οἱ στρατιῶτες σου, οἱ κοσμογροικημένοι
ποὺ ἀπὸ τὴν Ἀνδριανούπολιν φύγαμεν στὸ σεφέρι
νὰ πάρουμε, χατήρι σου, τὸ κάστρον τῆς Βιέννης.
Μὰ ἐκεῖ χυθῆκαν πάνω μας οἱ φτερωτοὶ χωσιάροι,
ἀντάμα μὲ τὸν ῥῆγα τους, τὸν Γιάννο τὸν Σομπιέσκην,
κι’ ἀντὶς νὰ πορευώμαστε τοῦ γυρισμοῦ τὸν δρόμο,
πεσκέσι μᾶς ἀπόστειλαν καρσὶ στὸν ἄλλον κόσμο».
(Κι’ ἔτσι ξαγρύπναες, πατισάχ, καὶ πλειὸν δὲν ἐκοιμήθης,
κι’ ἀνίμενες τὴν χαραυγὴν εἴδησες καὶ μαντᾶτα.
Μορφὲς καὶ γέννες τῆς νυκτὸς τάχατες ποὺ ὠνειρεύτης;
Ἢ ἀληθῶς σ’ τὰ ἐμήνυσεν ὁ μαῦρος καβαλλάρης
κι’ ὁ λέοντας τοῦ Λεχιστὰν κατέφθασεν μιντάτι,
κι’ ἀφάνισε τ’ ἀσκέριν σου στὴν πόρτα τῆς Βιέννης,
καὶ δὶς εἰς τὰ τειχιά της μπρὸς σουλτᾶνος ταπεινώθη.)

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Ἡ παγαποντιὰ τῶν καλικαντζάρων

Ἡ παγαποντιὰ τῶν καλικαντζάρων

ριζ΄

Ἄχ, βάχ, ὠϊμέ, κι’ ὁλοχρονὶς
μὲ πριόνια καὶ τζεκούρια μας,
τὸ δέντρον ποὺ βαστάει τὴ γῆς
πελεκοπριονίζαμεν·
κοντὰ θὰ τὸ κρημνίζαμεν
τῶν Χριστουγέννω ἀνήμερα,
καὶ πρίχου ἡ γῆς πλακώσῃ μας,
βγαίναμεν τῆς παραμονῆς.

Δώδεκα ἡμέρες, βρὲ παιδιά,
τί ζαβολιές! Πειράγματα!
Τί νυχτοπερπατήματα!
Κλεψιὲς καὶ μαγαρίσματα!
Στῶν καλκαντζάρων τοὺς χοροὺς
σκιάζαμεν τοὺς περαστικούς,
κι’ ὣς πετεινὸς λαλήσῃ τρίς,
τσιγκλούσαμεν ὁλονυχτίς.

Κι’ ὡς ἁγιαζόταν τὰ νερὰ
τῶν φώτων καὶ τῶν φωτισμῶν,
- ὤ τρισαλὶ καὶ συμφορά -
στὸν κάτω κόσμ’ ὀγλήγορα
πηδούσαμεν, κυλούσαμεν
κι’ οἱ κακομοίρηδες γοερὰ
«Ἔθρεψε τὸ δεντρὶ κορμόν!»
τὸν ὀδυρμὸ ἐκινούσαμεν.

Πολλὰ χολιάστη ὁ βασιληάς:
«Νερὸ νὰ πιῇ ποιός δύνεται
σὰν εἶναι τρύπιος ὁ κουβάς;»
Στὶς φάρες στέλνει μπουγιουρντὶ
κι’ εὐθὺς μάζωξι ἐκάλεσεν
πασῶν τῶν καλικάντζαρων·
ὁμοῦ πλέμπα κι’ εὐγενικούς,
πρώτους καὶ παρακατιανούς.

«Ὦ κακομούτσουνη γενηά,
ὁλοχρονὶς πριονίζουμε,
τῶν φώτων θρέφεται ὁ κορμὸς
κι’ ἂχ μαρτυροῦμ’ αἰώνια·
θαῤῥέψτε, φτάνει ὁ γδικιωμός!
Κάποια σοφὰ τελώνια,
τὴ γῆς πῶς νὰ κρημνίσουμε,
μ’ ὡρμήνεψαν παγαποντιά».

«Ὤωω!» Τότες ὅλοι ἐθαύμασαν,
μὰ ὁ ῥῆγας ἔσκουξεν: «Σιωπή.
Ποιοί ἀπὸ ἐσᾶς οἱ διαλεχτοὶ
ὡς ἄνθρωποι νὰ ζήσετε;»
«Ἴιι!» Φρούμαξαν καὶ μάνισαν,
μὰ ἦτον ἅγιος ὁ σκοπός,
τῆς γῆς ὁ κατακρημνισμός!
Κι’ ἔτσι πολλοὶ ἐφάνησαν.

Στὴν ἀνθρωπότη ἐσκόρπισαν,
σ’ ὅλους τρυπῶσαν τοὺς λαοὺς
φουσσᾶτο ἀνέγνωρο, κρυφόν·
μὰ τοὺς ἐπείραζεν τὸ φῶς,
κι’ ἔψαχναν μέρη ἀνήλιαγα,
στοές, χαμώγια σκοτεινά,
κι’ ἀγάλια ὑφαῖναν στοὺς καιροὺς
διχόνοιες καὶ ξολοθρεμμούς.

Ὀφφίκια ἁρπάξαν καὶ τιμές,
γίναν ῥηγάδες σεβαστοί,
μινίστροι καὶ βουλευταριόν,
καὶ μεγαλοπαπαδαριόν,
μὰ κι’ ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος,
τῆς μάσας, τοῦ οἰνοπνεύματος,
καὶ ζουρναλίστες μαχητές,
τοκογλυφοχρηματιστές.

Κι’ ὡς ξεύρουν καὶ τὸ συνηθοῦν,
σὰν τὰ γκουβέρνα ἔπιασαν,
βάλαν μπρὸς τέχνες πονηρές·
κόψαν τὶς ῥίζες τῶν λαῶν,
τὸν κόσμο ἐκάμαν παρδαλὸν
καὶ τ’ ἄνομα χρίσαν πρεπά,
καλόν, κακὸ ἀνακάτωσαν
κι’ εἶπαν τὰ λογικὰ ζουρλά.

Μὰ πάνω ἀπ’ ὅλα πόλεμος
καὶ ξαναματαπόλεμος
κι’ ὕστερις πόλεμος ξανά,
ξεριζωμοί, ξευτελισμοί,
ῥημάγματα καὶ χαλασμοί,
μόχθος, ξαναχτισίματα,
καὶ μαῦρος βιὸς μ’ ἀπανθρωπιὲς
καὶ κρίσεις οἰκονομικές.

Κι’ ἄρχισαν δάκρυα νὰ κυλοῦν,
καὶ τῶν ψυχῶν ἡ καταχνιὰ
πηχτὴ ἀντάρα ὅλ’ αὔξαινε,
βάρυνε ὁλάκερη τὴν γῆ·
καὶ τῶν δακρυῶν οἱ ποταμοὶ
τὸ χῶμα ἐπότιζαν γοργὰ
κι’ ἡ γῆς, σφουγγάρι, ἐφούσκωνεν
καὶ γένοταν πολλὰ βαρειά.

Πνιχτογελᾷ ὁ βασιληάς:
«Ἀδέρφια σίμωσε ὁ καιρὸς
κι’ εἰς μιὰ χρονιὰ μελλούμενη
μὲ τόσον βάρος, νὰ τραφῇ
δὲν θὰ προκάμῃ ὁ κορμὸς
κι’ ἡ γῆς κομμάτια θὰ γενῇ
μὲ πάταγον καὶ σαματά,
γι’ αὐτὸ παληόσκυλα δουλειά.

’Πὸ κάτω ἡ πλέμπα ἂς πελεκᾷ,
κι’ εἰς τ’ ἁψηλὰ τ’ ἀρχοντολόϊ
χαλάστε τους, λιανίστε τους,
φοροχαρατσομπῆχτε τους,
γάργαρα δάκρυα νὰ κυλοῦν
καὶ τὰ στερνὰ σὰν στραγγιχτοῦν
θὰ πάῃ τὸ σχέδιο μας ῥολόϊ,
κι’ ἡ νέα τάξις ξεκινᾷ!»

Φίλοι, δὲν ξεύρω νὰ τὸ εἰπῶ
ἂν μὲς στὸν κάταστρο οὐρανὸ
ἐπλάστηκαν κι’ ἄλλοι λαοὶ
πλειὸ τετραπέρατα μωροὶ
ἀπὸ τοὺς καλικάντζαρους.
Οἱ μὲν θὰ καταπλακωθοῦν
κι’ οἱ δὲ θὰ γκρεμοτσακιστοῦν
κι’ ἅπαντες θέλει ἀπολεσθοῦν.

Διῶχτε λοιπὸν τοὺς μουλωχτούς,
ἀφέντες κουτοπόνηρους,
μινίστρους καὶ βολευταριόν,
κι’ ἀμήν, τραγοπαπαδαριόν,
ἀπνεύματους τοῦ πνεύματος
καὶ ζουρναλίστες χλευαστές,
τραπεζοφραγκοπειρατὲς
κι’ ὅλο τὸ καλικαντζαριὸν…
Καλὴ χρονιά! Καλὲς γιορτές!