Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

The Artist



















Πεζὸ ποίημα τοῦ Ὄσκαρ Γουάιλντ

Κάποιαν ἑσπέραν ἐφώλιασεν ἐντὸς τῆς ψυχῆς του ἡ ἐπιθυμία νὰ πλάσῃ μιὰν ἀπεικόνισι «Τῆς Χαρᾶς ποὺ ἀντέχει γιὰ μιὰ στιγμή». Καὶ ἀνεχώρησεν ἐντὸς τοῦ κόσμου πρὸς ἀναζήτησιν ὀρειχάλκου. Ὅτι μόνον μὲ ὀρείχαλκο μποροῦσε νὰ ὁραματίζεται.

Ὅμως ὅλος ὁ ὀρείχαλκος τοῦ κόσμου ὁλάκερου εἶχεν ἐξαφανισθῆ, μήτε ὁπουδήποτε ἐντὸς τοῦ κόσμου ὁλάκερου ὑπῆρχε λίγος ὀρείχαλκος γιὰ νὰ βρεθῇ, ἐκτὸς μόνον ἀπὸ τὸν ὀρείχαλκο στὴν ἀπεικόνισι «Ἡ Θλῖψι ποὺ διαρκεῖ γιὰ πάντα».

Τούτη τὴν ἀπεικόνισιν εἶχεν ὁ ἴδιος, μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια, πλάσει, καὶ τὴν εἶχε τοποθετήσει ἐπὶ τοῦ μνήματος τοῦ μοναδικοῦ ὄντος ποὺ ἀγάπησε στὴν ζωή. Ἐπὶ τοῦ μνήματος τοῦ νεκροῦ ὄντος ποὺ πειότερον ἀγάπησεν εἶχε τοποθετήσει τὴν ἀπεικόνισι ποὺ ἦταν δικό του πλάσμα, ὥστε νὰ μπορῇ νὰ χρησιμεύῃ ὡς ἔνδειξι τῆς ἀγάπης τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δὲν πεθαίνει ποτέ, καὶ ὡς σύμβολο τῆς θλίψεως τοῦ ἀνθρώπου ποὺ διαρκεῖ γιὰ πάντα. Καὶ στὸν κόσμον ὁλάκερο δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος ὀρείχαλκος ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ὀρείχαλκο τούτης τῆς ἀπεικονίσεως.

Καὶ ἔλαβε τὴν ἀπεικόνισι ποὺ εἶχε πλάσει, καὶ τὴν ἐτοποθέτησεν ἐντὸς μεγάλης καμίνου, καὶ τὴν παρέδωσε στὴν φωτιά.

Καὶ μὲ τὸν ὀρείχαλκο τῆς ἀπεικονίσεως «Ἡ Θλῖψι ποὺ διαρκεῖ γιὰ πάντα» ἔπλασε μιὰν ἀπεικόνισι «Τῆς Χαρᾶς ποὺ ἀντέχει γιὰ μιὰ στιγμή».


Φωτογραφία: Napoleon Sarony

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

Εἰς μίαν κυριακὴν τοῦ 1980

Εἰς μίαν κυριακὴν τοῦ 1980

ρπα΄

Κυριακή, δρομεῖ * ἀστραφτερὸ τ’ ἁμάξι,
ἀγροί, ληοστάσια * προσπερνοῦν ὡς σιμώνουν.
Κι’ ὕστερα ἥλιος * κι’ ὥρα χρυσῆ· τὸ γέρας
κῦμα κρύσταλλο, * πετράδια τῆς ἁρμύρας.
Καὶ τὸ σύθαμπο * γυμνὰ κορμιὰ ποὺ ἱδρώνουν· 
στὸ τραπεζάκι * καπνὸς στηλώνει, κι’ οἶνος,
«καὶ καλύτερα…» * κηρύττει ἕνα τραγούδι.  
Κι’ ἀπὸ τὰ βένθη * τῶν στοιχειακῶν ῥηγάτων
φριχτὲς ὑλακὲς * ἀσβολερῶν φουσσάτων
λογχίζουν καρδιὲς * ποὺ ἐν τρόμῳ προμαντεύουν
πὼς πειὰ θ’ ἀνέβουν * στὸ φῶς οἱ ἀβυσσόθεν.


Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

Εἰς Ἄραβα ἐν Ἀλεξανδρείᾳ


Εἰς Ἄραβα ἐν Ἀλεξανδρείᾳ

ρπ΄

Ἀλεξανδρείας * κατακτηθείσης Ἄραψ
τοῦτα μαρτυρεῖ. * «Νυχθημερὸν ἡ πόλις,
λευκομάρμαρη, * φεγγοβολᾷ ὁλόθεν·
ὥστε καὶ ῥάφτης, * νύκτωρ, δίχως λυχνάρι
ἄκοπα περνᾷ * κλωστὴν ἀπὸ βελόνη.  
Τοὺς δὲ ὀφθαλμοὺς * οἱ ἐν ὁδοῖς καλύπτουν».
Ἂν ηὗρες τρόπον, * Ἄραβα, τ’ ἀκριβά σου
μάτια νὰ φυλᾷς, * βάδιζε, μὴ σὲ σκιάζῃ
τῆς μαρμαρίνης * πόλεως ἡ λευκότης.
Γιὰ τῶν Ἑλλήνων * τὸ φῶς ἔγνοια μὴν ἔχῃς,
ἀλεξήλιον * ἄτρωτο ἤδη κατέχεις
τῆς πίστεώς σου * τοὺς ἥσκιους καὶ τὰ σκότη. 

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

Εἰς τὴν σιωπήσασαν

Εἰς τὴν σιωπήσασαν

ροθ΄

Μίλα, σ’ ἀγαπῶ * μ’ ἁπλῆ θεοῦ ἀγάπη.
Πύρινοι, ἁλυχτοῦν, * λύκοι τὰ πρῶτα τ’ ἄστρη
στὲς μαῦρες λόχμες * τῆς νυχτιᾶς ποὺ ζυγώνει.
Κι’ οἱ ψυχές, κύνες, * χοροὺς κι’ ὄργια θυμοῦνται,
νυχτέρια, καρτέρια, * μ’ ἄγρες ὁ νοῦς γιομώνει
κι’ ὀρθὲς κορμώνουν· * κι’ ἀπὸ τῆς γῆς τὰ κάστρη
μ’ ὄψιν μανιακὴ * τὲς ἅλυσες δαγκώνουν.
Ἔρως ἂς χυθῇ * τὴ σάρκα νὰ σκοτώσῃ
κι’ αἷμα νὰ γευτῇ, * πλούσιο σὰν πιδακίσῃ,
φόνος ἱερός, * τὸ πνεῦμα θὰ λυτρώσῃ.  
Νὰ φτερακίσῃ * στ’ ἀμόλευτα τὰ δάση,
μὲ τὴ φλογινὴν * ἀγέλην νὰ σμειχτοῦνε,
νὰ τρέξουν, νὰ παίξουν, * νὰ μυριστοῦνε. Μίλα.  
Καὶ ν’ ἀποκριθῇς * στοὺς λυκηθμοὺς τῶν ἄστρων.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

Περὶ εὐγενείας

Περὶ εὐγενείας

ροη΄

Στὸ προαύλιο * κλωτσῶντας πετραδάκια
προχωρᾷ σκυφτός. * «Ἅμα τὰ ὅσα εἶπε
ἡ κυρία μας * στὸ μάθημ’ ἀληθεύουν,
ἡ εὐγένεια * κάποια μαγεία θά ’ναι.
Στὸν κὺρ Θόδωρα, * ὄχι στὸν κὺρ Ἀντώνη,
στὸν κὺρ Θόδωρα * θὰ πάω ν’ ἀγοράσω,
πού ’ναι φωνακλᾶς * καὶ συνεχῶς γκρινιάζει.
Κι’ ἅμα σκλαβωθῇ, * τρόπους σὰν δοκιμάσω,
ἀπὸ δῶ κι’ ἐμπρὸς * εὐγενικός, ναί, θά ’μαι».
 

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Χειμῶνας τοῦ 1992

Χειμῶνας τοῦ 1992

ροζ΄

Νεοκλασσικό, * διάλειμμα στὸν ἐξώστη,
λέει ἀνέκδοτα * ἡ ἀνύποπτή μου ἀγάπη
καὶ καπνὸ φυσᾷ· * γελῶ κι’ ἀνάβω κι’ ἄλλο.
Ὀνειροπολῶ * πλησίον κρημνοῦ ἐρεβώδους
καὶ μὲ τὸν ἥλιον * κατάμματα ἐλπίζω.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

Κοντάκιον ἢ μπαλλάντα

Κοντάκιον ἢ μπαλλάντα

ροϚ΄

Τὸ κοντάκιον * ρχαος τον μνος
τῶν φιλοχρίστων· * ν ρχ προοίμιον,
οἶκοι κατόπιν, * κι’ καστον οκο κλείνει
τὸ φύμνιον, * τ διο πάντα σ’ λους.
Τὸ πρτο γράμμα * κάθ’ οκου σχηματίζει
κροστιχίδα, * ῥῆσιν, νομα, φράσιν.
Σκεῦος λόγου βρό, * πο αἰῶνες λησμονήθη,
δύναται ὕψος, * δύναται μεγαλεον!
Πῶς ν τραγουδ * τ θώρι τ γυμνό σου;
Φέρεις τῆς κυρς * τς Κύπριδος τς χάρες,
κάλλος σαρκοθὲν * πο Κάλλος ναβλύζει.
Μὲ κοντάκια, * θαῤῥῶ, πλειότερο ξίζει
παρὰ μ’ ετελες * φραντσέζικες μπαλλάντες.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

Ἀπὸ καὶ πρὸς

Ἀπὸ καὶ πρὸς

ροε΄

Πλήρωσ’, ἐν σιωπῇ, * κατηφὴς στὸ ταμεῖο
φόρον ὁ φτωχὸς * κι’ εὐθὺς τὰ μετρηθέντα
παρεδόθησαν * νὰ μετρηθοῦν καὶ πάλι
ἀπ’ τῆς γλώσσαργης * ξερακιανῆς τσιγγάνας
τὰ κατάφορτα * καὶ χρυσωμένα χέρια.

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016

Εἰς Φίλιππον


Εἰς Φίλιππον

ροδ΄

Σκιάζεται ὁ μέγας βασιλες κι’ ο πόλεις σ φοβονται,
κι’ ἀνέμυαλοι σ μάχονται, τυφλο καταλαλον σε,
κύρης τοῦ κόσμου μ γενς κα πρωτοβασιλέας.
Μὰ σ πλεμμάτιν ίχνεις τους, δίχτυ κρουστ τος πλέκεις,
κι’ ἥσκιους γεννς καὶ κυνηγοῦν, στοιχει κα πολεμον τα,
κι’ ὅλα πο νάντια σου νεργον, κατά των νεργον τα.  
Κόσμον, θαῤῥον, φυλάττουσιν, στ κάστρη του βαστινται,
κι’ ἐσ τ κάστρη προσπερνς κα χτίζεις νέον κόσμον.
Δάση, γυρεύουν, κονταριῶν κα κουρνιαχτος λόγων,
τὴν Οκουμένην δν νογν, πο φαίνει την νος σου,
τῆς τέχνης σου ργαλειός, στημόνι μ τ φάδι.

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Κοῦπα χρυσῆ


Κοῦπα χρυσ

ρογ΄

Πῶς κοπα χρυσν γάπης σν ψώνς
πίνουν καὶ φτύνουν προσπερνον μ’ αθάδεια;
«Μοῖρα» μν επς, «βουλ» μν πς κα «νάγκη».
«Ἄδικο» ν επς κα «νήλεο» κα «κομμάτια…».
μ τν χρυσν τν κοπα σ ν ψώνς
πάλι καὶ ξαν κα συνεχς κα πάλι.