Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015

The Rose Of The World



















Ποίημα τοῦ Γουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς

Ποιός ὠνειρεύτ’ ἡ ὀμορφιὰ πώς, ὄνειρον, περνᾷ;
Γιὰ τέτοια χείλη κόκκινα κι’ ἀγέρωχα ὅλο ὀδύνη,
-ὀδύνη ὅτι θαῦμα νηὸ δὲν μέλλει νά ’ρθῃ πειά-
σὲ νεκρικὴ φεγγοβολὴν ἡ Τροία μῦθος γίνη
καὶ πέθαναν τοῦ Οὔσνα τὰ παιδιά.

Ἐμεῖς κι’ ὁ κόσμος ποὺ μοχθεῖ εἴμαστε ποὺ περνοῦμε:
Ἐν μέσῳ ἀνθρώπινων ψυχῶν ποὺ ὑποχωροῦν μὲ δισταγμὸ
σὰν τὰ θολὰ τὰ ὕδατα, κατάκρυα ποὺ κυλοῦνε,
ὑπὸ τῶν ἄστρων τὴν πομπή, τ’ οὐράνιου θόλου τὸν ἀφρό,
ζῇ πάντα ἡ μοναχική της ἡ μορφή.

Ὑποκλιθῆτε ἀρχάγγελοι ἐντὸς τοῦ οἴκου σας τοῦ θαμποῦ:
Προτοῦ σεῖς κἂν ὑπάρξετε ἢ ἄλλης καρδιᾶς ῥυθμός,
βαριεστημένη καὶ ἁβρὴ παράστεκε στὸν θρόνο Αὐτοῦ,
τὸ Πᾶν Οὗτος ἐποίησεν νά ’ναι χλοερὰ ὁδὸς
στὴν θέα τοῦ ὡραίου της ποδιοῦ.


Φωτογραφία: Alice Boughton


Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

Bright Star




















Ποίημα το Τζν Κτς

Ἄστρο λαμπρό, ὅπως καὶ σὺ νά ’ταν ν’ ἀκινητῶ,
μὰ ὄχι νὰ φέγγω μοναχός, νύχιος μετέωρος δείκτης,
μὲ βλέφαρα ποὺ δὲν σφαλνοῦν αἰώνια, νὰ θωρῶ
-τῆς φύσεως καρτερικὸς κι’ ἄγρυπνος ἐρημίτης-

τὰ ὕδατα, νὰ κυματοῦν σ’ ἱερουργία παληά,
καὶ τοῦ ἀνθρώπου τὶς ἀκτές, παγκόσμια, νὰ ἐξαγνίζουν·
ἢ ν’ ἀτενίζω, νηόστρωτη κι’ ἀφράτη, τὴν θωριὰ
χιονιοῦ, ποὺ βάλτους καὶ βουνὰ σκέπασε καὶ λευκίζουν…

Ὄχι! Μὰ λέω ν’ ἀκινητῶ κι’ ἄφθαρτος νὰ ξαπλώνω
στῆς ὄμορφης ἀγάπης μου τὰ στήθια τὰ μεστά·
νὰ νιώθω, αἰώνια, ἁπαλὰ πῶς πνέουν, πῶς φουσκώνουν,
κι’, αἰώνια, τρικύμισμα γλυκὸ νὰ μὲ ξυπνᾷ.

Κι’ ἀκόμα λέω ν’ ἀγροικῶ τὴν τρυφερὴ ἀναπνοιά της,
κι’ ἔτσι νὰ ὑπάρξω· ἢ ἂς χαθῶ μὲς στὴν λιγοθυμιά της.


Πίνακας: William Hilton

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Night



















Ποίημα το λόρδου Ντάνσανυ

Στὴν ἔρημην, πέφτει τὸ βράδυ,
Σαχάρα· σπίθα μὲ τὴν σπίθα
Ἄραβες, ποιοὶ ἦσαν δὲν κατεῖχα,
φωτιὲς ἀνάβουν στὸ σκοτάδι.

Κόκκοι τῆς στάχτης στὸν καπνὸ
κι’ ἕνας μικρὸς πῶς νὰ μαντέψῃ
ποιὰ ἡ φλόγα πού ’χει τον χωνέψει
ἢ γιὰ ποιόν, τρέχει, προορισμό;

Στὶς μαῦρες τοῦ Παντὸς ἐρμιὲς
σπεῖρες γαλαξιῶν γυρίζουν,
σπίθα ἐπὶ σπίθα στροβιλίζουν,
κι’ ἐμεῖς εἴμαστε μιὰ ἀπ’ αὐτές.

Ποιός νὰ γνωρίζῃ τὸν σκοπὸ
ποὺ ἐγέρθηκαν ἢ ποῦ τὸ δείλι;
Ὅλα τὰ πνεύματα ῥωτῶ,
στέκουν… τὸ δάχτυλο στὰ χείλη.



Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Nyarlathotep

Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

 

Ἀπ’ τῆς Αἰγύπτου τ’ ἄδυτα, στὰ ἔσχατα φερμένος,
ὁ μαῦρος ἦρθ’ ἐξάγγελος, πού ’παν θεὸ οἱ φελλάχοι,
πρίγκηψ ἰσχνὸς καὶ σιωπηλὸς καὶ μυστικὰ ἐπαρμένος,
μὲ ἱμάτιο ὡς δείλι πορφυρό, στὸν κόσμο μπρὸς ἐστάθη.

 

Πλῆθος συνέῤῥεε μανιακό, τὸν λόγο του διψοῦσε,
μὰ ὡς φεῦγαν, τὰ ποὺ κήρυττε κάτι ἔκλεβ’ ἀπ’ τὴν μνήμη,
ἐνῷ τὰ ἔθνη ἐπάγωσε φριχτὴ κι’ ἀβέβαιη φήμη,
πὼς ἄγρια κτήνη τοῦ ἔγλειφαν τὰ χέρια ὡς προχωροῦσε.

 

Μετὰ ξέρασε ἡ θάλασσα στερηὲς καταραμένες,
τρούλλους χρυσοῦς φυκόπλεχτους ἀνέδυσαν οἱ αἰῶνες,
ῥαγίστ’ ἡ γῆ κι’ ἐσάρωσαν σελάων τρελοὶ τυφῶνες
τὶς ἀκροπόλεις τῶν θνητῶν ποὺ ἐτρέμαν κλονισμένες.

 

Τότε, ἄτσαλο σφυρί, χτυπᾷ στῆς μέθεξης τ’ ἀμόνι
τ’ ἄλογον χάος· κι’ ἐτίναξε στ’ ἄστρα τῆς γῆς τὴν σκόνη.


Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Στοὺς ὁμομητρίους κύνες Βροῦτο καὶ Λεοπόλδο


Στοὺς μομητρίους κύνες Βροτο κα Λεοπόλδο

ρνζ΄

Μετὰ πο κρούγει τ σπαθ τραβιέται στ σκουτάρι,
τὴν βάρκα πάει τ πέλαγο, μ δίχως τ κουπί.
Γοργὴ σαγίττα δν πετ μ λάσκα τ δοξάρι,
χωρὶς τ’ μόνι σίδερον δν σιάζει τ σφυρί.
Στὸ σκαλιστήρι τ’ λαφρ μακρό, πρέπει, στειλιάρι,
καὶ μ τ’ λφάδιν δηγ τν πέτρα τ μυστρί.

Μάρτυς τοῦ βασιλη τ φς, μάρτυς ο χτδες το στρου,
τοῦ ρχαίου πρωτοβιγλάτορα, το τετραψήλου κάστρου,
τι, στς χρες πο φωτ, φύσις τσι ξιώνει,
ὅσα τὸ ζεγος καταχτ, γες δν τ ζυγώνει.
«Οὔτε ρακλς μ δυό», το ρχιλόχου ρμήνεια,
κι’ οἱ πο ζευγάριν πολεμον βαστον το βιο τ κμα.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

Ἡ κόρη καὶ ὁ γκρὰς


Ἡ κόρη καὶ ὁ γκρὰς

ρνϚ΄

Φῶς αὐγινὸ νηοθώρητο, κινᾷ γιὰ νὰ σκαλίσῃ,
κρεμιέται ὁ γκρὰς στὸν ὦμον της, σιωπᾷ μὰ σὰν λαλήσῃ
ἀλὶ σ’ ἐκειὸν ποὺ θρασευτῇ καὶ δὲν πισωπατήσει.

Κρύο σταμνί, δεκατιανό, τρώγει νὰ καρδαμώσῃ,
στὸ σοφραδάκι ,ἀνάγειρτον, τὸν γκρὰ ἔχει ἀπιθώσει,
τζοχανταραῖο στὸν δὲν σκιαχτῇ, κατὴ στὸν ποὺ θ’ ἁπλώσῃ.

Φλόγα τὴν πλάσι ἐμάρανε, στὸν ἥσκιο ὕπνος τραβιέται,
πλάγι στὸ ἀφρόπλαστο κορμὶν ὁ γκρὰς λαγοκοιμιέται,
κι’ ἔχει τοῦ σκανδαλίζεται σκανδάλη καὶ πατιέται.

Λιόγερμα κι’ ἔρμη περπατεῖ, πάει τοῦ χωριοῦ τὸ μίλι,
παληὸ σκοπὸν ἐρωτικὸ τερέτιζαν τὰ χείλη,
στὸν θέλει βιάσει τὰ φιλιὰ ὁ γκρὰς καυτὰ θὰ στείλῃ.

Στὸ λιακωτὸ ἐδείπνησε, κοιμήθη στὸ κλινάρι,
πρόσμενε, λέει, τὸν ἀγαπῶ, στὸ ῥέμμα καβαλλάρη,
ἀμὴ τὸν γκρὰ εἰς τ’ ὄνειρον βαστᾷ τὸ παλληκάρι.

Φῶς αὐγινὸ ξημέρωσεν, τὴν ἀνιμένει ὁ δρόμος.
«Φόβος τὰ ἔρημα φυλᾷ» διδάχνει ἄγραφτος νόμος,
τὸν γκρὰ ὁ τοῖχος ἄφηκεν καὶ τὸν φορτώθη ὁ ὦμος.

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015

Ὁ θλιμμένος ἑκατόνταρχος ΙΙ


θλιμμένος κατόνταρχος ΙΙ

ρνε΄

Πολέμαγε ὁ κατόνταρχος σ κορσα κα πολέμους,
στὸν πόλεμον λάβωτος κι’ ες τν φιλι λαβώθη.
Μὲ τ φεγγάρια ξαγρυπν, μ τ’ στρη συντυχαίνει,
πηγαινοφέρνει τὶς σπαθιές, τ’ γκάθια ξεκορφιάζει,
ρμος δειπν, πίνει βουβς κα ξέμακρος εμβάζει.
-Ἄρχοντα, ποιά σ’ γήτεψεν, ποιά σ νεραϊδοπρεν;
-Κυρά μου,σ μ’ γήτεψες, σ μ νεραϊδοπρες,
στὸ τρίστρατο ντες πέζευα, στν μαρμαρένια κρήνη,
κι’ ἤπια πιοτ τ μάγια σου κι’ αώνια μπόδεσάν με.
Τ’ ἕνα πού ’δα τὸν κόλπο σου, σν γιόμιζες γερμένη.
Τ’ ἄλλο σν καλημέρισα κι’ λαφιασμένη στράφης.
Τὸ τρίτον πο ντευχήθης με κι’ μαθα τν φωνή σου.

Κόρον δ' οὐχ εὗρον ὀπωπῆς ΙΙ


Κόρον δ' οὐχ ερον πωπς ΙΙ

ρνδ΄

Κάποια πανώρηα λυγερὴ τν λιον γαποσε·
στὸν μμον λύνει τ μαλλιά, στν μμον γυμνώθη,
στὸν μμο νάερα πλάγιασε, στν λιον φανερώθη.
Στάχυ χρυσὸ τ χνούδι της κα μπροντζο τ κορμί της,
κι βασιλης δν χόρταινε τν κόρη ν βιγλίζ,
κι’ ἐχαμογέλα κι’ φεγγε λαμπρύτερ’ π’ τ πρτα.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

Τοῦ ὀνείρου οἱ καστρόπορτες


Τοῦ νείρου ο καστρόπορτες

ρνγ΄

Τοῦ νείρου ο καστρόπορτες δν στέκουν φιλντισένιες,
μήτε μαρμαροτοξωτὲς κα τρουλλοπυργωμένες.
χουν τ κάγκελλο χαμν κι’ ες τν ποδι χορτάρια
καὶ πίσω αλς πο γιόμιζαν μ’ γνν παιδιν τ σμάρια.

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Τὸ σπαθὶ καὶ τὸ δρεπάνι


Τὸ σπαθὶ καὶ τὸ δρεπάνι

ρνβ΄

Στν Ἰολία

Κάλεσε τὸν ὑγιόκαν του ὁ Διγενὴς σιμά του
κι’ ἐχούφτωνε βαρὺ σπαθὶ κι’ ἄδραχνε καὶ δρεπάνι,
κι’ ὁλόρθα τὰ ἐσήκωνεν καὶ τά ’δειχνεν τοῦ ἀγούρου.
Ἀτσάλινο ἦτον τὸ σπαθί, σίδερο τὸ δρεπάνι,
κι’ ἀστραφτερὸ ἦτον τὸ σπαθὶ καὶ γκρίζο τὸ δρεπάνι,
κι’ ἔμμορφον κι’ ἴσιον τὸ σπαθί, γαμψὸ ἦτον τὸ δρεπάνι,
καὶ σκαλισμένο τὸ σπαθί, γδυμνὸ ἦτον τὸ δρεπάνι.
Κι’ ὁ Διγενὴς ἠρώτησεν μετὰ πονηροσύνης:
«Ὑγιέ μ’ ποιός ἒν ὁ δέσποτας; Ποιός ἒν ὁ ὑπηρέτης;»
Καλοστοχάστη ὁ ἄγουρος νὰ δαχτυλοδιαλέξῃ:
«Δρεπάνι νὰ ἒν ὁ δέσποτας, σπαθίον ὁ ὑπηρέτης;
Σπαθίον τάχα ὁ δέσποτας, δρεπάνι ὁ ὑπηρέτης;
Οὐδείς, κύρη μου, ὁ δέσποτας, οὐδεὶς κι’ ὁ ὑπηρέτης,
μόνε συντρόφοι, ξύμμαχοι, τῆς προκοπῆς ἀργάτες.
Τό ’να κερδίζει τὴν ζωήν, τ’ ἄλλο τοῦ ὀχτροῦ χαλνάει.
Τό ’να αὐγαταίνει πλούτια, βιὸν καὶ τ’ ἄλλο τὰ φυλάει.
Τό ’να θερίζει τοὺς καρπούς, τ’ ἄλλο θερίζει δάκρυ.
Τό ’να χαρίζει τὴν τιμή, τ’ ἄλλο τήνε βλεπίζει…»
Ἐσταύρωσεν ὁ Διγενὴς σπαθὶ μὲ τὸ δρεπάνι.
«…κι’ ὅσον ὁμοῦ παλεύουσιν, ἡ λευτεριὰ γεννιέται…»
Ἐχώρισεν ὁ Διγενὴς σπαθὶν ἀπ’ τὸ δρεπάνι.
«…κι’ ὅντες ἀνάντια περπατοῦν ἡ ἀσκήμια βασιλεύει…»
Βροντογελᾷ ὁ Διγενὴς καὶ ὁ πέργερος τραντάχτη
καὶ θηκαρώνει τὸ σπαθὶ κι’ ἐζώστη τὸ δρεπάνι
κι’ ἔπαιξε κι’ ἀνεκάτωσε τὴν κεφαλὴ τοῦ ὑγιοῦ του.
«Θύρα, κλινάριν καὶ σκεπὴν ὄνομα ἔχουν σπίτιν,
τὸν γεωργὸν πολεμιστὴν γνωρίζουν τον ἀκρίτην.
Σὰν τὸν Ἀνταῖον ὁποὺ ἡ γῆς ἄτρωτο τόνε φτειάνει,
ἀκαταγώνιστα σπαθιὰ μᾶς θρέφει τὸ δρεπάνι.
Τὸ σύντροφοι δοξάζει τα, τὸ χώρια τ’ ἀτιμάζει,
τό ’να εἰς τὸ κοῦρσος καταντᾷ, τ’ ἄλλο ἡ σκλαβιὰ ῥημάζει».