Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

Στὸν Μανώλη Μπικάκη

ρν΄

Στὸν Μανώλη Μπικάκη

Διγενς ψυχομαχε κα τρέμει τ βασίλειο,
στὴ δύσιν γροικήθηκεν, σ’ νατολ θρυλλήθη.
Μισοπιστεύουν το οἱ χτρο κα καρτερον το ο φίλοι,
φυλάγουν τὴ χαρν ο χτροί, κρατον τν λύπη ο φίλοι,
δοιάζουν, μὴν εν ψευδαγγελιά, μετρον μν εναι ψεμα
κι ὁμο παντες δρεμαν στο Διγεν τ κάστρον.

Σπάνια, Φραγκιὰ κα Βενετιά, δόγηδες κα ηγάδες,
Σύρα, Μισίρι καὶ Τουρκιά, σουλτάνοι κι μηράδες,
κι ἀπ τν πόλι βασιλις κ’ ο ρχοντοκεφαλάδες.
Τὰ πυργοθύρια του βροντᾶν, τν ρρωστον ζητονε,
στὴν κάμαρή του δν χωρον, γιομίζουν κα τς σκάλες,
δὲν φτάνουν τ σκαλοστασι κ’ φραξεν αλή του,
ξεχείλισαν τὰ πέργερα, μαυρολογν κ’ ο γροί του.
Σκύβουν δεξιὰ ο φίλοι του, γέρνουν ζερβ ο χτροί του,
κ’ οἱ φίλοι τὸν παρηγορον κ’ ο χτροί του τν παινεύουν,
κι ὁ Διγενς γυμνόστερνος στν πέτρινή του κλίνη.

Πρωτορωτᾶ τν Διγεν τς δύσεως ήγας:
«Ποιά θλίψι σὲ καρδιόφαγεν κα σ θανατοσέρνει;
Μὴν τυχες κ’ σκότωσες τ στοιχειωμένο λάφι
πού ’χε σταυροὺς στὰ κέρατα, στ κούτελό του στέρι
κι ἀναμεσς στ δίπλατα εχε τν Παναγία;
Τοὺς μενεστρέλους κουσα πο τέτοια τραγουδοσαν».
Κ’ εἰς τν ηγάρχη τς Φραγκις κρίτης ποκρίθη:
«Ψέμματα οἱ βάρδοι τραγουδον, ψέμμα κ’ ο μενεστρέλοι».
Δεύτερος, τῆς νατολῆς, ωτ πατισάχης:
«Ποιανῆς σεβντς σ’ πόθανε, ποιάν χασες κ’ χάθης;
Κάτω στὰ ούσια χώματα μν τν καλ σο κλέψαν
καὶ μ’ λλονε τν ελογον, μ’ λλον τν στεφανώνουν,
παντρευαρραβωνιάζουν την καὶ σένα σ’ στοχονε;
Κι ἄκουσα τς χανούμισσες ποὺ τέτοια τραγουδοῦσαν».
Στὸν σάχη τς νατολς κρίτης ποκρίθη:
«Τῆς Χαλιμς μωρολογιές, το χαρεμιο παιγνίδια».
Τρίτος τὸν στερνορώτησεν κύρης τν ωμαίων:
«Γιατί τὸν λιο ντράπηκες, πισωπατες στν δην;
Χάρος σ’ ἀντροκάλεσεν στ μαρμαρένιο λώνι
κ’ ἑφτ φορς τν πλάγιασες, τν γδοη σ ξαπλώνει
καὶ δν τν θέλεις τν ζων ες τν πάνω κόσμον;
Στὰ πανηγύρια τ’ κουσα πο τέτοια τραγουδοσαν».
Κ’ εἰς τν ωμαο βασιλι κρίτης ποκρίθη:
«Κρασόπιαν, κρασομέθυσαν καὶ κρασοανιστοροσαν».
Θωρεῖ Φράγκος τν ωμη κα ωμης τν σάχη
κι ὁμάδιν λοξοθώραγαν τν Διγενν κρίτην,
κι ὁ κρίτης χνογέλασε κα τν ηγάδων επε:

«Στοὺς Ταύρους, στος ντίταυρους γι μνες κυνηγοσα,
λεοντὲς κι ρκουδοτόμαρα φόρτωνα τοῦ μαύρου,
σὰν εδα γραίαν κύκλωναν ξήντα χαραμίτες.
Παιδεῦαν την, χορεαν την, ν κουτσοπάει γελοσαν,
καὶ ν’ σκωθε, σν πεφτε, τν κονταροκεντοσαν.
Βρουχήθην τοῦ πρωτοληστ κι νταρτοκαπετάνιου:
-Πωλεῖς την τν γερόντισσα; -Κι ν τν πωλ πλερώνεις;
-Ξήντα ζωὲς πλερώνω την, σ κα τος ληστές σου.
-Τὴν γλώσσαν χεις κοφτερή, τ λέγει καρδιά σου,
μ πριχο σ’ τν κόψω την, μολόγα τ’ νομά σου.
-Στὸ γένος εμαι διγενς κ’ ες τ’ κρα εμαι κρίτης.
Λαγοὶ στοὺς θάμνους τρούπωσαν, πέρδικες στ πουρνάρια.
-Εὐγνωμον σε ρχοντα, σχόλασες τ μαρτύριον
κι ὅπως καλν μο καμες, καλν ν σ’ τ γυρίσω,
κ’ εἶμαι ες τν τέχνη μάγισσα, Σμυρναία χαρτορίχτρα,
τσιγγάνα χερομάντισσα κι Ἀσσυροβαβυλώνια,
κι ἂν θέλεις το κι ν φέρεις το, τ πλιν ποθες σ’ τ βρίσκω.
Δεύτερον δίχως νὰ σκεφτ κα ν καλοζυγιάσω,
λαλιὰ γροικήθ’ στοχασι κα γλίστρησε π’ τ χείλη:
-Τάχα εἰς τούτηνε τν γν στέκει ντρειότερός μου;
-Καρτέρα, ν’ ἁπλωθε νυχτιά, μένε, ν λάμψουν τ’ ἄστρη.
Τὴν νύχταν ναψα φωτιά, κείνη στν νύχτα χώθη,
μὲ τ ταχ ξεπρόβαλε, στ φς ν μ φωτίσει.
-Εἰς τν καιρν πο περπατες δν ν ντρειότερός σου,
μ εδα τ μελλούμενα, κε ν ντρειότερός σου.
Στοὺς λόφους, εδα, πρόσμενε κα μοναχς κρυβότουν
κ’ εἶχε δοξάρι λλόκοτο κι χτ βαρεις σαγίτες.
ξι φανκαν σερπετά, δρακόντοι τσαλένιοι
π’ εχαν πυργοκεφαλς κ’ δ κ’ κε θωροσαν
καὶ προβοσκίδες σίδερον κι λον φωτι ξερνοσαν,
γιὰ πόδια τους τροχάλυσες κι χνάριαζαν τν πέτρα
καὶ πίσωθέ των ἤφερναν πλθος Τουρκι πεζούρα.
Δὲν σκιάχτη ν πισωσυρθε, δν κιότεψε ν φύγει,
γιομίζει τὸ δοξάριν του ν δρακοπολεμήσει,
πόλλωνας κι η Γιώργιος, πολλ ν τν θαυμάσεις!
Γιόμιζε καὶ λευτέρωνε κα θανατοκερνοσε,
πὸ τάπια ες τάπια πήδαγε κα μυρωδι δὲν παρναν,
φλόγες νὰ φτύσου νάντια του, τν γουρον ν κάψουν.
Σαγίτες ἕξι μόληκεν κα ψένει τος δρακόντους
καὶ μ τς δυό του τς στερνς ψένει κα τν πεζούρα.
-Μὴν τ’ νομά του νέγνωσες, τν τόπο πο κρατιέται;
-Μανώλη τὸν λέγασι κ’ τον π τν Κρήτη…
Φράγκε ὁπ’ ρχεις στν Φραγκι κα σάχη στν σία
καὶ σύ, ωμαε βασιλιά, πρτε στν ωμανία,
τοῦτα, στ φς τ αγινό, μάϊσσα μ’ φηγήθη.
Μὲς στν καρδι τ’ ργάστηκα κ’ ες τ μυαλ τ κλώθω
καὶ λέω, σ γεννηθε κα ζ κα ζήσει πρ ποθάνω,
τάχατες τ’ ἄχθος τς ντρεις γς θελ’ ντέξει;
Κ’ ἔκαμα τν πόφασιν κ’ μήνυσα το Χάρο,
πρὶν Μανώλης γεννηθε, στν δην ν βουλίσω,
κι ὅντες ποθάνει νά ’μαι κε, ν τν καλωσορίσω».


Σημείωσις: Στ ποίημα δωσα τν μορφ ψευδοακριτικο.
Τ «ρωτήματα τν βασιλέων» ναφέρονται σ γνωστ
κριτικ τραγούδια.

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Ἡ μπαλλάντα πρὶν τὸ παραμύθι


Ἡ μπαλλάντα πρὶν τὸ παραμύθι

ρμθ΄

Στοίβαξε ξύλα ὁ μάγειρος κι’ ἀνάβει τὸ τσουκάλι
κι’ ὁ πελεκάρης δάγκωσε καὶ μασουλᾷ ἕνα μῆλο·
ὁ νηὸς ὁ ἀγγελοπρόσωπος χαρᾶς γκριμάτσα ἐπῆρε,
τοῦ ἱεροφάντη ποὺ ἔσυρεν, ἀπ’ τὰ ταρώ, τὸ φύλλο.

Κι’ ὁ ψαρογένης γίγαντας, σὰν ν’ ἀγαπᾷ γυναῖκα,
τρίβει σκουτάρι θωριακό, στάζει καὶ τὸ λαδώνει·
τάχα παλεύουν οἱ ἀδελφοί, κάθεται ὁ μπαλλεστρέρης
καὶ μ’ ἀλοιφὴ θανατερὴ σαγίττες φαρμακώνει.

Ὅπως στὸ μέλι ἡ μέλισσα κι’ ὁ πότης στὸ μουχρούτι,
μὰ ὡς κειὸς ῥαβδὶ ποιός ν’ ἀργαστῇ, βαρδούκι νὰ δουλέψῃ;
Λύρα ὁ βοσκάρης κελαηδεῖ, κάλλιον τραβᾷ δοξάρι,
κεντᾷ τὴν ζάβα του ὁ μουγγός, ἡ πλέξις ἂν θ’ ἀντέξῃ.

Ῥεμβάζει τ’ ἀρχοντόπουλο, στὰ μάτια του ἀγριεμάρα,
στὴν μαύρη δρακοντοκαρδιὰ σπαθὶ πῶς νὰ βουτήσῃ·
μιὰ μελετᾷ τὸ ἀτσάλι του, μιὰ στὸ βουνὶ τὸ σπήληο,
κι’ ὁ νοῦς του μηχανὲς γεννᾷ, τὸν πόλεμο νὰ ὁρίσῃ.

Κι’ εἶμαι κι’ ἐγὼ ποὺ γράφω τα καὶ τὴν ἀντρειὰ φηγοῦμαι,
ἀμὴ ὡς κατέβω στὸν καυγὰ παίζω κεστροσφεντόνη.
Ἡ συντροφιὰ μαζώχτηκε, τρῶν στῆς φωτιᾶς τὸν γῦρο,
τοὺς θαμποφέγγει ἡ στιὰ καὶ λέει: «Δώδεκα δρακοκτόνοι».

Οἱ ἕνδεκα ἐπλάγιασαν, βιγλίζει ὁ βαρδιατόρος…
…Ταχιά, κι’ ὁ ἥλιος βοηθός, στὸ φίδι ὁμάδι πᾶμε!
«Καὶ ζήσανε αὐτοὶ καλά…» ξηγᾶν στὰ παραμύθια,
μὰ ὅσους ὁ δράκος χώνεψε πῶς δράκο νὰ ἱστορᾶνε;

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Τὸ μέγα ποίημα


Τὸ μέγα ποίημα
(Οἰκουμένη)

ρμη΄

ργυρος φέγγει σκοτεινός, τ’ τσάλι στράφτει τρόμον,
κιπ’ τν χρυσ λαμπρότερη μν το λιο λαμπρότη.
Τῶν Μυστηρίων ο ργυρο κα Μακεδνο τσαλένιοι
κινδρες χρυσο τν θηνν, χτίσαν τν Οκουμένην.
Εἰς τ’ Ἄρβηλα γεννήθη νηά, στν σκόνη τν λόγων,
κιπόθανε γερόντισσα στ’ η ωμανο τν πόρτα.
ζησ’ αἰῶνες δεκοχτ στς μέσης γς τν κόσμο,
κι’ ἔφεξε στος λαος δαδί, στ θνη καντηλέρι,
κι’ εἰς τν βαρβάρων τ νυχτιν στρόσπαρτο λειβάδι.
Τ’ ἄστρη σου, φτα, ς μ’ δηγν στν χώρα μ τ κρίνα!
Πῶς μ στοιχειώνεις δέσποινα…
Γραικῶν τ μέγα καύχημα, Γραικν τ μέγα ποίημα.

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

Ἔρως καὶ ἀγάπη

ρως κα γάπη

ρμζ΄

Σὰν τ δρολάπι ρωτας ξάφνου ξεσπ μακρόθε
κι’ ὅλον, τειχι τρισκότεινο, μ δέος κοντοζυγώνει.
στραποβρόντια τν φωτν κα νέφια τόνε κρύβουν,
κι’ ἀγέρας σέρνει τ ξερ κα τ δεντρ μανίζει.
Μυρίζ’ ἡ νοτισμένη γῆς κα το νερο τ δρόσος,
τὰ πορτοθύρια τς καρδις νοιγοκλειον κα κρονε.
Κι’ ἀνάρηες στάλες σ κεντον κα τ κορμ ιγάει,
κι’ ὁλόγδυτη, δόλια ψυχή, σ καμτσικώνει μπόρα.
Μήτ’ ἀγροικς, μήτε νογς, μήτε κι’ λάργα βλέπεις,
βουτιέσαι στὰ φαντάσματα κι’ ες τος νερένιους κόσμους.
Κι’ ἡ ντς φουρτονα σκιάζει σε, μ μ καιρ ρμενίζεις,
κι’ ἂν σ τρομάζ τύραγνος τ θαμα σ καρδιώνει.
Καὶ σ βαφτίζει ορανς κι’ ορανς σ λούζει,
ς ν στραγγίσουν ο βροχές, κατράμια κα καθούρια.
Κι’ ὕστερα ο φωτοσαγιττις σαρώνουν τ μπουρίνι
κι’ ὅλα θωρες τα κρούσταλλο, στραφταλιστ μπακίρι.
Καὶ τότε λς το ρου θαν φώτισε τν γάπη,
καὶ δίνεσ’ συγνέφιαστη, ψυχή, το μοναυθέντη.
Κι’ ἄλλοτε πρν τ’ στράχτιδα λύσουν τν σκοτεινάγρα,
πρώτ’ ἡ μελανοφτέρουγη, τν κουκουλώνει, νύχτα.
Καὶ τότε λς δν θρεψεν ρως τν γάπη,
κι’ ἀδάμαστη σ καίει, ψυχή, τς μοναξις πενα.

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

Ὁ σηκωμὸς τοῦ Μυτζηθρᾶ

ρμστ΄

Ὁ σηκωμὸς τοῦ Μυτζηθρᾶ

Θόδωρε Παλαιολόγε, δέσποτα τοῦ Μυτζηθρᾶ,
στὸ παλάτιον κρυφοκλείστης, στ’ ὥριον δυναμάριν σου·
μ’ αὐλικοὺς δὲν συντυχαίνεις, μὲ τοὺς ἄρχοντας σιωπᾶς,
συλλογιέσαι καὶ λυπιέσαι καὶ ἀναστοχάζεσαι:
«Ἀμμουδιὰ χρυσὴ Ῥωμαίϊκο, κῦμα ἐφούσκωσ’ ἡ Τουρκιὰ
κ’ εἰς καιρὸν σ’ ἀφροκατάπιεν, σὲ θαλασσοσκέπασεν,
καὶ δυὸ ξέρες σοῦ ἀπομεῖναν ὄξω ἀπ’ τ’ ἁλμυρὸ νερόν,
τοῦ Μορηᾶ τὸ δεσποτάτον κ’ ἡ Κωνσταντινόπολις.
Πῶς νὰ σὲ κρατῶ Μορέα λεύτερον κι ἀτούρκευτον;
Διὰ φουσσάτα νὰ ῥογέψω θησαυροὶ ποῦ εὑρίσκονται;
Νὰ καλέσω ἀπ’ τοὺς ῥηγάδες, τίς θέλει παρασταθεῖ;
Κάλλιον ἔνε νὰ Φραγκέψεις, κάλλιον νὰ πωλήσω σε».

Μὲ τὸ κάτεργο ἀρμενίζεις κ’ εἰς τὴν Ῥόδον ἔδεσες,
στοὺς ἱππότας καλογέρους παζαρέματα κινᾶς:
«Πρῶτον Κόρινθο ἔδωκά σας, δίδω σας καὶ Μυτζηθρὰν
καὶ γιὰ ἐλόγου μου ἀπ’ τὰ κάστρα νά ’χω τὴν Μονεμβασιάν.
Σεῖς λαβαίνετε χαράτζια, προσφορές, δοσίματα,
καὶ ῥογεύετε στρατιῶτες καὶ πολέμους δύνεστε,
καὶ βαστᾶτε τὸν Μορέα λεύτερον κι ἀτούρκευτον».
Τ’ ἀδελφάτο τοῦ Ἰωάννου ποὺ πωλεῖς ἠγόρασαν
καὶ σεντούκιν σὲ χρυσώνουν μὲ δουκάτα καὶ φλωριά.
Πέμπουν κι ἀπ’ τοὺς κεφαλάδες κατὰ Πελλοπόνησον,
κεῖ ποὺ δεσποτοκρατιόσουν κ’ ἡ γενιά σου αὐθέντευε,
κεῖνοι δεσποτάδες ν’ ἄρχουν, κεῖνοι ν’ αὐθεντεύουσιν.

Καὶ μιὰ μολυβένια ἡμέρα, πικρομέλανην αὐγήν,
οἱ πολεμιστάδες φλάροι χῶμα κάστρου ἐπάτησαν.
Μὲς στὰ καλντερίμια πηαίνουν, σὰν παγώνια προχωροῦν,
βλέπουν, δείχνουν, καμαρώνουν, φωναχτὰ μεγαλαυχοῦν.
Κι ὡς μικρόσαρκη φλογίτσα πυρκαϊὰ τρανὴ γεννᾶ
καὶ τρισλαίμαργη φουντώνει, τρώει καὶ πλιὸν δὲν σβήνεται,
ὅμοια ὁ λόγος ὡς γροικήθη τὸν λαὸ πυρπόλησεν
σὰν τὰ κάγκανα τὰ δάση στοῦ Ἁλωνάρη τὸν καιρόν,
«Ὁ κὺρ Θόδωρος πωλεῖ μας! Φράγκεψεν ὁ Μυτζηθράς!»
κι ἄνω χώρα, κάτω χώρα, χύθηκαν ἀγεληδὸν
ξυλομάτζουκα βαστῶντες, πέτρες, λιθαρόπουλα
καὶ τοὺς ἀζυμίτες ζῶσαν γιὰ νὰ τοὺς σκοτώσουσιν.

Ὁ πρωτόπαπας τοῦ τόπου λαφιασμένος πρόκαμεν,
πλάτη μπαίνει στοὺς ἱππότες κ’ εἰς τὸν ὄχλον πρόσωπο:
«Γαληνάρετε ἀδελφοί μου κι ἄσχημα μὴν κάμετε».
«Πισωπάτησε παπά μου κ’ ὕπαγε κι ἄι στὴν εὐχή».
«Πταίσιμον δὲν παίρνουν τοῦτοι, ὁ κὺρ Θόδωρος τὰ πταίει».
«Πταίσιμον παίρνουν κ’ οἱ δυό τους κι ὁ ἀγοράζει κι ὁ πωλεῖ».
«Κ’ εἶναι εἰς δύσιν φουμισμένοι, γδικιωμὸν δὲν σκιάζεστε;»
«Μεῖς τί εἴμεθα; Γομάρια; Στὰ παζάρια νὰ τραβοῦν;»
«Κ’ ἡ Τουρκιὰ χείμαρρος, ῥέμμα καὶ οἱ Φράγκοι τὸ κλαδί».
«Δοῦλοι ἑνὸς νὰ μὴν γενοῦμε, σ’ ἄλλον νὰ δουλεύουμε;»
«Αἷμα ἐπὶ τῶν κεφαλῶν μας κι ἁμαρτία ἀπ’ τὸν θεόν».
«Τρεῖς ἡμέρες… φίλοι ἂν φύγουν. Μεῖναν; Πᾶν στὸν διάολον».

Θόδωρε Παλαιολόγε, δέσποτα τοῦ Μυτζηθρᾶ,
νύχτωσεν ἡ τρίτ’ ἡμέρα, νύχτωσε κ’ ἡ ἐλπίδα σου,
καὶ φλωριὰ καὶ σταυροφόρους τ’ ἀκριβοχαιρέτησες,
στὸ παλάτιον δὲν εἰσέβης κι ὁ λαὸς ἀρνήθη σε.
Ψευδοδέσποτα σὲ ὑβρίζουν καὶ ἀνάξιον σὲ καλοῦν,
καὶ φιλάργυρο προδότη, κλώζουν καὶ καταλαλοῦν.
Κι ὁ πρωτόπαπας τοῦ τόπου πάλιν ἐμεσίτεψεν,
καὶ τοὺς ἄπιστους γυρίζει, πείθει τοὺς ἀγύριστους
κι ἀλλαξοπροσωπισμένος ταπεινώθης στὸν λαό,
καὶ ὁρκίστης στὰ βαγγέλια κι ἄμωσες εἰς τὰ ἱερὰ
ἀϊδίως ν’ ἀνταγαπιέστε, στ’ ὄνομά του νὰ ἐνεργεῖς
κι ἀπὸ τὸν λαὸ κρυφάδην μὴν κρυφοστοχάζεσαι.

Κ’ εἷς ἐκ τῶν λογιωτάτων τῶν ἀνθρώπων τῶν σοφῶν,
τὴν γενειάδα του χαϊδεύει καὶ τὸ πράγμα μέτραγε:
«Τῆς Φραγκιᾶς ἡ ὁδὸς εἰς δύσιν, τῆς Τουρκιᾶς σ’ ἀνατολὴν…
τέτοιους δρόμους οἱ πρωτάρχοι, Γένος, σοῦ ἀπεργάζονται.
Ἀλλὰ ἐσὺ ἀναγυρεύεις τὴν ὁδὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ,
δὲν γιγνώσκεις ἀμὴ νιώθεις, κεῖ χτυπᾶ ἡ καρδία σου,
δὲν ἠξεύρεις, κεῖ τὰ πόδια μοναχὰ σὲ περπατοῦν,
δὲν θυμᾶσαι, σ’ ὁρμηνεύει τῆς λαλιᾶς σου ἡ φωνή».

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Οἱ κερασιὲς


Οἱ κερασις

ρμε΄

Στοῦ περβολιο μου τν γωνιά, στο φράχτη μου τν κρη,
φύτεψα δυ κερασιές, δυ χαμν δεντράκια,
ν’ ἀνθ ζευγάριν μμορφιά, ν διπλολουλουδίζ.
Στ’ ἄγουρο χμα πάλεψαν, ν δώσουν πολεμσαν,
κι’ ἡ μι ίζες δν τίναξε κα γληγοροξεράνθη,
κι’ ἡ λλη γοργοφούντωσε κα πρόκοψε κι’ πλώθη.
ταν ξυπνήσ’ νοιξις κα κοιμηθ χειμνας
καὶ σκεπαστον τ’ νθόκλωνα μ ζάλευκο μαγνάδι,
θ’ ἀποθαυμάζουν σε, κυρά, τ’ νθρωπινά μου μάτια.
Μὰ τς ψυχς μου οἱ ὀφθαλμοί, τς φαντασις τ μάτια,
θὰ παρασταίνουν πλάϊν σου κα τν νεκρ δελφή σου,
νὰ στέκ λιοπερίχυτη κα τρισλουλουδιασμένη,
ψέμμα δὲν εναι τ πο νος δύνεται κι’ νασταίνει.

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Ἡ ἀνάμνησις τοῦ δρακοκαβαλάρη

ρμδ΄

Ἡ ἀνάμνησις τοῦ δρακοκαβαλάρη

Χαλκάστραφτεν ὁ μαῦρος του σὰ δράκος χρυσαφένιος,
χαλκάστραφτε κι ὁ κύρης μου, ῥήγας παραμυθένιος,
καλλιάρματος, τετράξανθος καὶ δρακοκαβαλάρης!

Φόρειε ζωστάρι κόκκινο, φολιδωτὸ λωρίκι,
στὰ πόδια του ἁψηλὰ τζεγκιά, γλαυκὸ πανωλωρίκι,
κῦμα μαντὺ στὶς πλάτες του, βλαττὶ ἀκριβὸ φλογάτο.

Στὸ πλάϊ τὸ παραμήριν του κ’ ἡ σπάθα στὸ θηκάριν,
κυκλοσιδεροστέφανο κι ἀμφαλωτὸ σκουτάριν,
τὸ φλαμπουράκι ἀνέμιζε στοῦ κονταριοῦ τὴν λόγχη.

Κ’ ἐθώρας τον κατάφραχτον κι ὁλόγυρα κλεισμένον,
μπρούτζους, πετσιὰ καὶ σίδερα ὁλοῦθε σκεπασμένον,
στὴν κεφαλή του ἀσκέπαγος, κασσίδι δὲν ἐφόρει.

Ἡ λευκοχέρα ἡ μάνα μου βαστοῦσε τὸ κασσίδιν,
ποὺ εἶχε τουφίον ἄλικο κι ἁλυσωτὸ τραχήλιν,
κι ἀτσάλινο στραφτάλιζε σὰν τ’ ἀργυρὸ φεγγάριν.

Στὴν ἀγκαλιά μου τό ’σφιξεν, ψηλὰ ψηλὰ μ’ ἀσκώνει,
τ’ ἄγουρα χέρια τέντωσα κι ὁ κύρης χαμηλώνει,
κ’ ἔστεψα μ’ ἡλιοστέφανο τὸν δρακοκαβαλάρην.

«Σὰν μ’ ἔστεψεν ὁ ὑγιόκας μου, κύριος εἰμὶ τοῦ κόσμου!
Τὸν ἀμηρὰ ἔχω δοῦλο μου, τὸν Φράγκο λίζιό μου,
καὶ τὸν Ῥωμαῖο βασιλιὰ τρία σκαλιὰ πιὸ κάτω».

Τέτοια ποὺ στερνομίλησες στὸν γιόκα σου πατέρα,
κ’ εἴκοσι χρόνοι ἂς κύλησαν… δὲν λησμονῶ τὴν μέρα,
κι ὡς στὶς ὀχιὲς πορεύομαι, θυμοῦμαι σε κι ἀντρειεύομαι.

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Εἰς μνήμην τοῦ σκύλου Πύῤῥου

Εἰς μνήμην το σκύλου Πύῤῥου

ρμγ΄

Μαῦρα λατίνια φέρνουν σας, ψυχολες, πελαγόθε
κιράζετε στν μμουδι σν λιοπρωταυγίσ,
κιλημερς ργάζεστε στς χώρας τ παζάρια.
Κιταν σκοτίσ χνς σπερνός, τ σύθαμπο στραγγίσ,
τσοῦρμο πάλιν μπαρκάρετε κα χίλια δυ στορτε,
σὰν ο γαλέρες σας γλιστρον, πν στ’ βυσσόχροο κμα,
στὴν βασίλευτη νυχτιά, μ τν στρ τ σμάρια,
καὶ μ τ δοιάκι ν δηγν δαιμόνοι κυβερντες,
ς νη στρογιάλι πο φαν… φίλε μου θ βρεθομε.

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Ἠερίη - Ἡ θυγατέρα μάνα



ρμβ΄

Ἠερίη - Ἡ θυγατέρα μάνα

Σ’ ἀνήλιου σπήλιου τὸν βυθό, πέτρας ὁγρῆς κουφάλα
τὸν Τέκταφο ἐφυλάκισαν, τὸν ῥήγα τῶν Βωλίγγων.
Κι ὁ Δεριάδης πρόσταξεν κεῖ ἔρμος ν’ ἀργολειώσει,
νὰ τρώει ἀέραν πρόγευμα κι ἀέραν γιὰ τὸ δεῖπνο,
νά ’χει τὸν βράχο κούπα του, νὰ γλείφει τὸ πιοτό του,
νὰ τὸν θερίζ’ ἡ πείνα του, στὰ σκότη νὰ λιμάσσει.

Λαφίνα ἐπερπάτησε στοῦ σπήλιου τ’ ἄγριον στόμα,
στὴν Ἠερίην ὅμοιαζε, στοῦ αἰχμάλωτου τὴν κόρη.
Τοὺς ἀχαμνοὺς ἐσίμωσεν, τοὺς σερνικοὺς ζυγώνει,
ξέπνοη κλαίει καὶ δέεται, στὸ χῶμα μετανοιάζει.
Στοὺς φύλακας μονολογεῖ, μιλεῖ τῶν βλεπατόρων,
τὸν κύρη της πονεῖ νὰ ἰδεῖ, τὸν μισοπεθαμένο.

Σπλαχνίζονται οἱ φύλακες, λυγᾶνε οἱ βλεπατόροι
καὶ μεταξύ των ἔγνεψαν στὸ σπήλιο νὰ τρυπώσει.
Ἀμὴ πριχοῦ καὶ τραβηχτοῦν κι ὁ δρόμος λευτερώσει,
νυχόκορφα τὴν ἔψαξαν, τριπλοπασπάτεψάν την,
φαγὶν μὴ κρυφοκουβαλεῖ, κρασὶν μὴ κρυφοφέρνει,
κι ὡς κάμαν τόπον ἔδωσαν, στὸ λιθοκλούβι νά ’μπει.

Τὸ ἡμίφως εἰς τὴν πλάτη της, τὸ ἀπόφως ἐμπροστά της,
τὴν κεφαλὴ τοῦ κύρη της ἔστρωσε στὴν ποδιά της,
κι οὐδεὶς ἐμάθε ποὺ ἤτονε πέντε ἡμερῶ λεχώνα.
Κατέβασε τὸ ῥοῦχον της καὶ τὸ βυζὶ γυμνώνει,
κι ἀπόθεσε τὴν ῥώγα της στοῦ αἰχμάλωτου τὸ στόμα.
«Πατέρα τὸ σπολλάτη σου, γεννήθη σου τ’ ἀγγόνι».

Κ’ ἡ θυγατέρα γίνηκεν ἡ μάνα τοῦ κυροῦ της,
καὶ ὁ πατέρας γίνηκεν ὑγιὸς τῆς θυγατρός του.
Καὶ λίξουρος ἐβύζαινε κι ἀχόρταγος τραβοῦσε,
στὸ ἰσόνεκρό του τὸ κορμὶ πότιζε τὸ πιοτό της,
κι ἀντρείωνέ του τὴν καρδιά, τὰ μέλη ἀναζωγροῦσε,
κ’ ἔμπλεκ’ ἡ ἁλμύρα τῶν δακρυῶν γάλα γλυκὸ στ’ ἀχείλι.

Γεῖς τῶν φυλάκων τήραξεν, ὁ πλιὸν πονηρεμένος,
καὶ πρῶτ’ ἄλαλος σάστισε, τσιμπιότουν νὰ ἐξυπνήσει,
κ’ ὕστερις γοργοχούμηξε στὸ φῶς νὰ τήνε σύρει,
κι ἀπὸ τὴ βιάν, ὡς τράβηξεν, ἡ ῥώγα της ματώθη.
Νὰ κρύβουν το γὴ νὰ τὸ εἰποῦν; Κι ἂν τὶς τὸ μαρτυρήσει;
Ὁ ἥλιος γιά ὁ ἄνεμος γιά τῶν πουλιῶ ἡ φωνούλα;

Στὸν Δεριάδη στάθηκαν κι ὅλα τ’ ἀνιστορῆσαν,
κ’ ἐσκύβαν κ’ ἐγονάτιζαν καὶ τιμωριὰ προσμέναν,
ἂμ ὁ σκληρὸς μαλάκωσεν κι ὁ ἀγκρέμιστος γκρεμίστη,
κι ὁ ἀδάκρυτος ἐδάκρυσεν κ’ ἐτοῦτα παραγγέλει:
«Λάβετ’ ἀπ’ τὸ τραπέζι μου, τοῦ ὀχτροῦ μου δεῖπνο στρῶστε,
τέτοιο παιδὶ ποὺ ἀνάθρεψεν ἀξὸς ἔνι νὰ ζήσει!»