Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Εἰς τὴν λουομένην ΙΙ

Εἰς τὴν λουομένην ΙΙ

τ΄

Δοξάρι ὁ ἥλιος τέντωσε, τὸ πέλαγο ἀχτιδοβολεῖ,
σαϊττιὰ ἐκ φωτὸς ζωντάνεψε, χιονάτη σάρκα πλέει.
Ταράσσουν πόδι’ ἀμμοβυθούς, τὸ κῦμα στήθη ἀφροδινοῦν·
μιὰ κόρη τῆς Καφθὼρ βουτάει κι’ ὁλογδυμνὴ ἀναῤῥέει.
 

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

Αἴτησις (Τὸ κύπελλον τοῦ Νέστορος)

Αἴτησις
(Τὸ κύπελλον τοῦ Νέστορος)

σϚθ΄

«Νέστορος εἰμὶ εὔποτον ποτήριον·
ὃς δ' ἂν τοῦδε πίησι ποτηρίου αὐτίκα κῆνον
ἵμερος αἱρήσει καλλιστεφάνου Ἀφροδίτης»
Ἐπιγραφὴ οἰνοχόης, Πιθηκοῦσσες, 8ος αἰῶνας π.Χ.

Νέστορ, ἀχρείαστον νὰ πιῶ κι’ οἶνος νὰ μὲ ποτίσῃ,
γιὰ νά ’ρθῃ ὁ πόθος τῆς Κυρᾶς κι’ ὁλόκορμος νὰ πυρωθῶ.
Ἀρκεῖ νὰ ἰδῶ την, φίλε μου, μιὰ ὡρηὰ ποὺ μ’ ἔχει γδύσει,
κι’ ἔῤῥιξεν τ’ ἀστρομμάτια της στὸ σῶμα ὡς ἔκαιγεν γυμνό.
Σὰν κορφοβούνι βραχωτὸ ποὺ ἥλιος ὅντες φλογίσῃ
λάβρα τὸ βράζει ἀνήλεη, τὸ φλέγει ὁλόρθο καὶ σκληρό.

Μὲ χέρια ν’ ἑρμηνεύσω την κι’ ὅλην ν’ ἀργογυμνώσω,
γλῶσσα νὰ ὀργάζῃ τὸ κορμί, σπήληα νὰ πιῇ, λοφοπλαγιές.
Δρακοαναπνοιές μας νὰ σμειχτοῦν, γῆ της ν’ ἀχνοδαγκώσω,
νὰ μπῶ στὰ λεῖα της μηριὰ ν’ ἀγωνιστῶ μύριες χαρές.
Στὸν μαῦρο ἱππότην πό ’ρχεται τὸ ἡλιόφως της νὰ ὑψώσω·
τὸ ἐμὸν ποτήριον εἶν’ αὐτὴ κι’ εἴθε νὰ λέῃ «Μέσα μου πιές».

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Παραίτησις

Παραίτησις

σϚη΄  

Βαραίνει, φίλε, ἡ πρᾶξις μου καὶ ἀνημπόρετος γερνῶ,
ἦτο σπαθὶν ἀμφίστομο καὶ ἡ πεῖρα τὴν στομώνει.
Σκουριάζει στὸ θηκάρι μου, δὲν σύρνω πλέον, δὲν τραβῶ,
τὴν πρᾶξι ἐσφυρηλάτησα νὰ κρούῃ καὶ νὰ τελειώνῃ.
Καὶ τώρα, μάχη ἂς μαίνεται, τὰ πλήθη ἄπραγος θωρῶ,
σκοπὸ ν’ ἀξιωθῶ ζητάω κι’ οὐδεὶς νὰ μ’ ἀντρειώνῃ.

Πέρ’ ἀπὸ βίου φάλαγγες κι’ ἄγρια φουσσᾶτα τῆς ζωῆς,
τὸν μαῦρο ἱππότην ἀγροικῶ, ζυγώνει με καθάρια.
Σφίγγω λαβή, δὲν ἀνασπῶ, δὲν εἶμαι πειὰ πολεμιστής,
κι’ ὅλα τὰ νιώθω μάταια, λιμαρισμένα ζάρια.
Τὴν ἡσυχία νείρομαι, γυρεύω ἀνάβρες τῆς σιωπῆς,
τὴν πρᾶξι ξαρματώθηκα κειμήλιον στὰ ἑρμάρια.


Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

Ἀνέκδοτον ἐμφυλίου πολέμου (Ἡ φωτογραφία)

Ἀνέκδοτον ἐμφυλίου πολέμου
(Ἡ φωτογραφία)

σϞζ΄

«Καβαλλαρία χωριανοί! Φτάνουν γιὰ ζῳοκλοπές!»,
πορτοπαράθυρα σφαλνοῦν, οἱ ῥοῦγες ἐρημῶσαν·
ἀρματωμένοι ἐκάλπασαν καὶ τὸ χωριὸν περζῶσαν,
τ’ ἀγέριν στοιχειακὸ φυσᾷ, πεταλοκροῦν ὁπλές.

Στὲς γειτονιὲς ἐσκόρπισαν, ψάχνουν κοττέτσια, αὐλές,
ν’ ἁρπάξουν τὰ πουλερικά, τὰ ζωντανὰ νὰ κλέψουν,
κροτάει τουφέκι ἀδέσποτον, κόκκινοι μὴν θαῤῥέψουν,
μὰ ποῦ ’ναι ζῷα κι’ ἄνθρωποι, ποῦ εἶν’ οἱ φαμελιές;

Στῆς ὥρηας Κάτω Ἀγόριανης τὸν πάνω μαχαλλά,
ὅπου τὸ κάστρο ἐδέσποζε, τὸν κάμπον πέρα ἐθώρει,
γεῖς καβαλλάρης φτέρνισεν κι’ ὑπάγει τὸ ἀνηφόρι,
κοντοκρατεῖ τὸν μαῦρο του, βιγλίζει ἀπ’ τ’ ἁψηλά.

Τοὺς εἶδεν, ζῷα κι’ ἄνθρωποι, κι’ ὁμάδι εἶχαν κρυφτῆ,
διαβῆκαν στὸν θεσσαλικό, τὸ βιὸς νὰ φυγαδέψουν·
τοὺς ἄντρες γοργομάζωξεν, χυθῆκαν νὰ κουρσέψουν,
μὲ τ’ ἄλογ’ ἄγρια τοὺς γυρνοῦν, γίνη χλαπαταγή.

Ξεπέζεψαν κι’ ἐῤῥίχτηκαν, πιάνουν πουλερικά,
κόττες σκορποῦν ἀλλόφρονες, ξοπίσω τὲς μαζεύουν,
στὲς σέλλες ἁρμαθιάζουν τες, τὰ ζῷα τοὺς δυσκολεύουν,
κι’ οἱ χωρικοί, ἀνήμποροι, θωροῦσαν τὴν κλεψιά.

Κοράσι στέκει ἀναμεσίς, θά ’ταν πέντε χρονῶν,
τὸν ποὺ προστάζει ἐκοίταζεν, εἰς τ’ ἄρματα ζωσμένον,
μαλλιὰ μακριὰ κι’ ἀνάκατα, χειμαῤῥιασμένο γένειον·
τ’ ἄλογα καταφόρτωσαν, φεύγουν μὲ κουρνιαχτόν…

Κείν’ ἡ εἰκὼν τῆς γράφτηκεν, τυπώθη στὸ μυαλό,
ζῇ ὡς ὄναρ, δὲν ξεθώριασεν, κι’ ἀκόμη τὸ θυμᾶται,
κι’ ὅταν φορὲς ἀνιστορῇ κι’ ἐτοῦτον μὲ διηγᾶται,
καφὲ μαζὶ ποὺ πίνομε καὶ λέει γιὰ τὸ χωριό.

Φωτογραφίες ἐγύρεψα στὸ δίκτυο νὰ τῆς βρῶ,
τὸν καβαλλάρην ἔδειξα, παρατηρεῖ τον ὥρα.
«Λὲς χρόνια δὲν ἐπέρασαν, σὰν νὰ τὸν βλέπω τώρα!
Ὁ καπετάνιος ἤτανε ποὺ εἶδα παιδὶ μικρό».

«Μάννα» τῆς λέω «ἔζησες σπαγγέττι γουέστερν κεῖ».
«Ἔζησα, πῶς δὲν ἔζησα», γελῶντας μ’ ἀπαντάει.
«Μόνον αὐτά; Βομβαρδισμό, κι’ ὁ κόσμος νὰ χαλάῃ.
Σεῖς τέτοια νὰ μὴν ζήσετε, καιρὸς μὴν ξαναρθῇ».

Στὸ κάστρον ὅταν ἔβρεχε ξέβραζεν εἰς τὸν δρόμον
νομίσματα ποὺ ἔκοψαν οἱ ἀρχαῖοι Ἐκκαρεῖς·
παίγνιον ἦσαν τῶν παιδιῶν κι’ ἀξίας λὲν μικρῆς·
στὴν Ἀχαΐα Φθιώτιδα τῶν πάλαι Μυρμιδόνων.


Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

1211 – Ἐν μονῇ Ὑακίνθου

1211 – Ἐν μονῇ Ὑακίνθου

σϞϚ΄

Τὰ σκότη φέρνουν νέφη ἐρμιᾶς, ἀπελπισία βρέχουν,
ἀλήθεια ἡ ἄβυσσος βροντᾷ κι’ ἡ νύχτα ῥητορεύει,
δαχτυλοδείχνει ἡ σιωπὴ καὶ κρίνει καὶ δικάζει.
Κάθεται εἰς τὸ φτωχὸ κελλί, μελισσοκέρι φέγγει,
στέκει τὸ φῶς του σύνορον κι’ ὁρίζει τ’ ἀκρογκρέμι·
δῶθε στὸ ἑδώλιο πάντερμος, τῶν ἥσκιων κεῖθε οἱ θρόνοι,
δημηγοροῦν, καταλαλοῦν, αἰτιάζουν κι’ ἀγορεύουν,
καμώματά του μαρτυροῦν, πράξεις του μνημονεύουν.
Δίχως μετάνοιες ἀπαντᾷ, τὰ δίκηα του κηρύττει,
πάλι ἐρωτοῦν ὁλονυχτίς, μήτε κι’ ἐν ὕπνῳ παύουν,
γένοντ’ ὀνειροφαντασιὲς κι’ ἔργα του παρασταίνουν.
Συνωμοσίες, γδικιωμοί, τυφλώσεις, προδοσίες,
σπατάλες, φόροι, φονικά, ἧττες βαρειές, δειλίες,
περιπλανήσεις, μηχανές, κι’ ἀνόσιες συμμαχίες.
Ὅλα τ’ ἀρνιέται, ἀντιλογεῖ, τὲς σκιὲς ἀποστομώνει,
«Ἡ βασιλεία τ’ ἀπαίτησεν, οἱ ἐχθροὶ τὰ προκαλέσαν,
πάλεψ’ ἀνάντια στοὺς καιροὺς κι’ οἱ γενεὲς ἂς κρίνουν».
Εἶναι φορὲς περιπατεῖ, θωρεῖ τοὺς καλογέρους,
παράξενους νομίζει τους, πῶς ζοῦν, πῶς ἡσυχάζουν·
τὸ κομποσκοίνι των μετροῦν τὲς προσευχὲς ὡς λέγουν,
οὗτος τὰ μεγαλεῖα κλαίει, δόξ’ ἀριθμεῖ χαμένη,
κι’ ἔνδον, μήτε τ’ ὁμολογεῖ, προσμένει γιὰ εὐκαιρία.
Ἔτσι περνᾷ τὸν χρόνο του, τὲς ὑστερνές του ἡμέρες,
στοῦ Ὑακίνθου τὴν μονὴ ποὺ ὁ ῥῆγας ἔκλεισέ τον,
ὁ κὺρ Ἀλέξιος Ἄγγελος ποὺ Κομνηνὸς βαπτίσθη.
Εἷς φόβος μὸν στοιχειώνει τον, εἷς τρόμος τὸν περζώνει:
Εἰς κάποια εἰκόνα, μιὰ γωνιά, στὴν ἐκκλησιά, στὸν κῆπο,
στοὺς λόγους ἅγιου γέροντος, στῶν ἀστεριῶν τὸ λάμπος,
στοῦ νοῦ τὴν γνώριμη φωνή, μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ βύθη,
Ἐκεῖνος αἴφνης μὴν φανῇ, Κεῖνον μὴν ἀπαντήσῃ,
Κεῖνος «Ἀλέξιε» μὴν εἰπῇ…


Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

1211 – Τὸ ἀντροκάλιον τοῦ Καϋχοσρόη εἰς τὸν Θεόδωρον Λάσκαρι

1211 – Τὸ ἀντροκάλιον τοῦ Καϋχοσρόη εἰς τὸν Θεόδωρον Λάσκαρι

σϞε΄

«Ὦ Νίκη, διὰ τοὺς Ἕλληνας
στεφάνους πλέξε· ἀλλ᾿ ὄχι
’σὰν ’κείνους ’ποὺ χαρίζεις
εἰς βασιλέα κενόδοξον
αἱματοπότην·»
Ἀνδρέας Κάλβος, Εἰς τὴν Νίκην.

Ὁ Καϋχοσρόης κόνιαλης, σουλτᾶνος τῶν Σελτζούκων,
Ῥωμαίων χώρα ὀρέγεται, πόλεμον ἐβουλήθη.
Συνάζει ἀσκέρια πληθερά, μυριάδες δυὸ περίττου,
πεζούρα, καβαλλάρηδες καὶ τειχοκαταπέλτες,
τὸν κὺρ Ἀλέξιον Ἄγγελο συναφορμὴ πολέμου.
Μαντατοφόρους ἔπεμψε, μηνάει τοῦ Θεοδώρου,
τὸ βασιλεύειν ν’ ἀρνηθῇ κι’ ἀνόμως τὸ κατέχει,
καὶ Τουρκομάνους ἀμολνᾷ, τὴν χώρα διαγουμίζουν.
Στὴν Ἀντιόχεια κινάει, στὸ κάστρον τοῦ Μαιάνδρου,
μὲ σφίγξι περιζώνει την ἵνα τὸν προσκυνήσῃ,
κι’ ἡ Φιλαδέλφεια σὰν παρθῇ τὴν Νίκαια νὰ πατήσῃ.
Συνάζει κι’ ὁ Θεόδωρος τῆς Νίκαιας τὸ φουσσᾶτον,
τοὺς μισταρκοὺς Λατινικούς, ἱππότες ὀχτακόσιοι,
ὅτι εἰς αὐτὸν ἐῤῥόγεψαν τοῦ πάπα ἀφωρεσμένοι,
καὶ τῶν Ῥωμαίων τὸν ἀνθόν, ἄντρες χίλιοι διακόσιοι,
κι’ ὡσὰν πετρίτης πέταξεν, τὸν Καϋχοσρόη νὰ σμείξῃ.
Σπεύδουν καὶ ὀρδινιάζονται κι’ ἀντικρυστὰ ταχθῆκαν,
κι’ ὁ Καϋχοσρόης ἐμέτρει τους, πόλεμον δὲν ἐκίνει,
Λάσκαρις ἦτο ἀκράτητος, τοὺς φραγκοϊππότας στέλνει.
Χυθῆκαν κῦμα σιδηροῦν, κοντάρια ἐχαμηλῶσαν,
μαῦροι πεταλοκροῦν τὴ γῆς, κοσκινισμένη ἀφήνουν,
κι’ ἀπανωπέφτουν στὴν Τουρκιὰ καὶ τοὺς ζυγοὺς σκορπίζουν.
Στὸ ἔμπα πλήθια ἔκοψαν, στὸ ἔβγ’ ἄμετρους κόβουν,
τρίτον γυρίζουν πέρασμα κι’ οἱ Τοῦρκοι ἐκύκλωσάν τους.
Ἔρμα ληοντάρια μάχονται ποὺ ὑαινῶν ἀγέλες ζώνουν,
σκοτώνουν καὶ δὲν σώνονται, σώνονται ὡς τοὺς σκοτώνουν.
Καὶ οἱ Ῥωμαῖοι ἐχύθηκαν, κοντάρια ἐχαμηλῶσαν,
οἱ μαῦροι των λαφροπατοῦν, ἀφρὸς ποὺ ῥέει στὸ κῦμα,
καὶ πλέκονται μὲ τὴν Τουρκιά, τὰ γαίματα ῥαντίζουν.
Σκουτάρι’ ἀλληλοσπρώχνονται κι’ οἱ μαῦροι ἀγριοφρουμάζουν,
σπαθιὰ σπαθίζουν, λόγχες κροῦν, χαντζάρες χαντζαρώνουν,
σκοτώνουν καὶ δὲν σώνονται, σώνονται ὡς τοὺς σκοτώνουν.
Εἶδεν ὁ κὺρ Θεόδωρος κι’ ἐν τάξει τοὺς τραβάει,
τοὺς ἐσωθῆκαν δέχεται, μ’ ὀλίγους πολεμάει.
Καβάλλα κι’ ὁ σουλτᾶνος πάει στὸ θηόρατον φαρί του,
ποὺ ἦτο σὰν πύργος ἁψηλόν, φίλους κι’ ὀχτροὺς ἡσκιάζει,
κι’ ἐγύρευεν τὸν βασιληά, νὰ τὸν ἀντροκαλέσῃ.
Τὸ λάβαρόν του ἐγνώρισεν, φτερνίζει τὴν φοράδα,
κι’ ὁρμᾷ, στοιχειὸ κατάφραχτον, καὶ λόγια τέτοια κράζει:
«Θωρεῖς το τὸ ἀσκέριν σου ὁλοῦθε ὅπου νικιέται;
Βγές, Ῥῆγα, νὰ παλεύωμεν κι’ ἡ ἀμάχη νὰ τελέψῃ.
Ἡ Ῥωμανία ἐπέρασεν, στανιὸ πειὰ δὲν βαστιέται,
νῦν ἦρτεν τῆς Τουρκιᾶς καιρὸς τὸν κόσμο ν’ αὐθεντέψῃ.
Καὶ δέξου τὸ κισμέτι σας, σ’ ἐμᾶς τοῦ Ἀλλὰχ τὸ χέρι·
κουφάρια κεῖστε σὺ κι’ αὐτή, λάβετε τὸ χαμπέρι».
Στράφη ἀνάντια ὁ Λάσκαρις κι’ ἐφτέρνισεν τὸν μαῦρον,
κι’ ὡς τὸν κοντεύει κι’ ἤκουσεν ἐτοῦτα τοῦ ἀποκρίθη:
«Μὲ λύκους στέπας δύνεσαι κόσμους νὰ κυβερνήσῃς;
Πνέμμα καὶ ὕλη ὁ ἄνθρωπος, ἀητὸς μὲ δυὸ κεφάλια.
Ἡ θνητουριὰ τὰ δυὸ διψᾷ, σὺ γαῖμα θὰ ποτίσῃς,
τὴν οἰκουμένη ἐπέταξες χαλάλι στὰ καρτάλια.
Κι’ ἡ Ῥωμηοσύνη δὲν περνᾷ κι’ ἔν’ τοῦ Χριστοῦ βασίλειον,
κάτω ἀπ’ τὸν ἥλιο ἁπλώνεται μὰ ζῇ ὑπὸ τὴν Τρισήλιον».
Ἐζύγωσαν νὰ χτυπηθοῦν, προφταίνει ὁ σουλτᾶνος,
βαρὺ βαρδούκι ἐσήκωσεν, τοῦ ῥῆγα κατεβάζει,
κι’ ηὗρε κασσίδιν ἡ ξυλιὰ κι’ ἀπ’ τ’ ἄλογόν του πέφτει,
χαμαὶ στὲς λάσπες κύλησεν, σκοτείνια τὸν τυλίγει.
Στρέφει ὁ σουλτᾶνος τὸ φαρὶ καὶ τοὺς πλησίους προστάζει,
καὶ λέγει ὡσὰν νὰ ἔφτυνεν «Ἐδαῦτον ἁλυσῶστε»·
θρίαμβος καίει τὰ ὀμμάτια του ὡς πῦρ ποὺ καίει τὸ δάσος,
παννὶ μὲ οὔριον ἄνεμον τὰ στήθια του ἐφουσκῶναν.
Ἀντρειώθη ὁ ῥῆγας Λάσκαρις, ἦρθεν στὰ συγκαλά του,
ἠγέρθη ἐκ τὴν λασπουριὰ καὶ σύρνει τὸ σπαθίν του,
μὲ χέρια δυὸ τὸ ἐφούχτωσεν κι’ ἐῤῥίχθη τοῦ σουλτάνου,
χτυπᾷ μὲ ῥώμη περισσή, τοῦ ἀλόγου κρούει τὰ πόδια·
κι’ ὡς ὅντες τρεμοσειέται ἡ γῆς, τραντάζ’ οἶκον πανώρηο,
καὶ σύγκορμος χαμοβροντᾷ, σκορπάει πέτρα καὶ σκόνη,
ὅμοια ἐσωριάστη τὸ φαρίν, ὁμοῦ κι’ ὁ καβαλλάρης.
Δεύτερην ἔδωκεν σπαθιά, τὴν κεφαλὴ τοῦ κόβει,
ξιφάρι ἁρπάχνει κονταριοῦ κι’ ἀπάνω τὴν καρφώνει,
καὶ τὸ κοντάριν ὕψωσεν, οἱ ὀχτροὶ νὰ τὸ βιγλίσουν.
Κι’ ὡς ὁ Περσεὺς τὴν κεφαλὴν τῆς Μέδουσας ἀνέσπα
κι’ εἰς τοὺς ὀχτροὺς ἀντέστρεφεν, εὐθὺς λίθοι ἀπομέναν,
οὕτως οἱ Τοῦρκοι ἐπέτρωσαν κι’ οἱ Πέρσες μαρμαρῶσαν.
Οἱ δὲ Ῥωμαῖοι ἐκραύγασαν, πολλὰ πάλι ἀντρειωθῆκαν,
κι’ ἂς λαβωμένοι, ἐτάχθησαν, κι’ ἂς λιγοστοί, ἐχυθῆκαν,
κι’ ἀπανωπέφτουν στὴν Τουρκιὰ κι’ ἐπῆραν τους φαλάγγι.
Κουφάρια ὁ τόπος γιόμισεν καὶ βαρυπληγωμένους,
θρήνους, σφαγῆς πνιχτὲς φωνὲς καὶ ῥόγχους τοῦ θανάτου,
καντάρια ἱδρῶταν ἤπιε ἡ γῆς, μὲ γαίματα ἐζυμώθη.
Κουρσέψαν τὸ στρατόπεδον ποὺ οἱ Τοῦρκοι ἀπλικεῦαν,
σωρειὲς στοιβιάζουν λάφυρα καὶ σκλάβους ἁρμαθιάζουν,
εὐγενικοὺς καὶ ταπεινούς, στρατιῶτες, κεφαλᾶδες,
τὸν κὺρ Ἀλέξιον Ἄγγελο, τὸν πενθερὸ τοῦ ῥῆγα,
τὸν πάλαι βασιλέα των, νῦν τουρκοπωλημένον.
Τὰ καστροπόρτια τοῦ ἄνοιξαν οἱ Ἀντιοχεῖς καὶ διέβη,
τὸν νικητὴν ἐδέχθησαν, τῆς πόλεως τὸν σωτῆρα,
στὲς ἐκκλησιὲς δοξολογοῦν, στὲς ῥοῦγες λιτανεύουν,
κρασοκερνοῦν στὰ καπηλειά, στὰ δεῖπνα ἐπαινοῦν τον.
Συγχαίρου οἱ ξένοι εἰς τὰ ὀμπρός, πίσω κρυφοφοβοῦνται,
καὶ πίστιν εἰς τὸν βασιληὰ δηλώνουν οἱ Ῥωμαῖοι.
Ἤγουν ὁ δρόμος στρώθηκεν κι’ ἡ μοῖρα ἐκαναλίσθη
νὰ πέσ’ ἡ Φραγκοβενετιά, νὰ λυτρωθῇ ἡ Πόλις.

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

1211 – Εἰς τὴν φοράδα τοῦ Καϋχοσρόη

1211 – Εἰς τὴν φοράδα τοῦ Καϋχοσρόη

σϞδ΄

Ἐμὲ ὁ σουλτᾶνος Καϋχοσρόης στὴν Ἀντιόχεια ὡδήγει,
κι’ ἤμην φαρὶ τρισαψηλόν, ἐθώρουν με κι’ ἐτρέμαν.
Θεόδωρος ὁ Λάσκαρις στὰ πόδια ἐσπάθισέν με,
κι’ ἐκρήμνισα τὸν κύρη μου, τὴν κεφαλή του ἐπῆρεν,
δαμάσθ’ ἡ ἀλαζόνεια του ποὺ ὡσὰν βουνὶ ὠρθωνότουν.
Πειὰ τοὺς πολέμους γλύτωσα κι’ ἀνθρώπων τὲς τυράγνιες,
καὶ χαίρομ’ ἀκαπίστρωτη, σ’ ἁπλάδες δρέμω τοῦ ᾅδη,
μ’ ἄλλ’ ἄτια ὁμάδι εὐφραίνομαι, καλπάζω, τριποδίζω,
σφερδουκλολείβαδα βοσκῶ, γαλήνια χρεμετίζω.
 

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Εἰς τὸν ὀχτρὸν τῆς ἔγνοιας

Εἰς τὸν ὀχτρὸν τῆς ἔγνοιας

σϞγ΄

Ἔγνοιες αὐγὴ ἀρματώνονται κι’ ὁλημερὶς στρατεύουν,
πόλεμο ἀπόγιομα βαστοῦν, κάστρη πατοῦν τὸ γέρμα,
βράδυ ἀρμενίζουν κάτεργα κι’ ὁλονυχτὶς κουρσεύουν.
«Ἔγνοιες, ὀχτρὸν δὲν σκιάζεστε; Θάνατον δὲν φοβεῖσθε;»
«Ἕναν ὀχτρὸν φοβούμαστε καὶ μιὰ μᾶς τρώγει ἔγνοια:
Μὴν σᾶς βαρυγκωμήσουμε, μὴν πολυφορτωθῆτε,  
τ’ ἀβάσταγα τινάξετε κι’ ἀνέγνοιαστοι γενῆτε».

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025

Τοῦ Σουρᾶ

Τοῦ Σουρᾶ

σϞβ΄

Ἀλί! Ὁ Σουράς! Τί συνταγή! Τῶν γεύσεων θεία χάρις!
Πλάτην ἀρνιοῦ διὰ γέμισιν ν’ ἀνοίξῃ ὁ μακελλάρης.
Ῥύζι, ἄνηθο, συκωταριά, σταφίδα, κρεμμυδάκι,
κι’ ὁ φοῦρνος ν’ ἀργολειώνῃ τα ὡς τὴν καρδιὰ μεράκι.
Φέρτε καὶ οὖζο εὐωδιαστὸν κι’ οἱ σοῦβλες δὲν φτουρᾶνε·
σμυρναίϊκα παῖξτε πένθιμα κι’ Ἀνάστασιν γλεντᾶμε.

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

My Grandmother’s Love Letters


 









Ποίημα τοῦ Χάρολντ Χὰρτ Κρέην

Ἀστέρια
δὲν ἔχει ἀπόψε
πλὴν ἐκείνων τῆς μνήμης.
Πόσὅμως περιθώριο γιὰ μνήμη νὰ ὑπάρχῃ
στὸ χαλαρὸ περίζωμα βροχῆς ἁπαλῆς.

Ὑπάρχει περιθώριο ἀκόμη ἀρκετὸ
γιὰ τὶς ἐπιστολὲς τῆς μητρὸς τῆς μητέρας μου,
Ἐλίζαμπεθ,
ὅπου ἔχουν στριμωχθῆ γιὰ τόσον καιρὸ
σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς ὀροφῆς
κιἔχουνε γίνη καστανὲς καὶ μαλακές,
καὶ εὐπαθεῖς νὰ λειώσουνε σὰν χιόνι.

Πάνω στὸ μεγαλεῖο ἑνὸς τέτοιου χώρου
τὰ πατήματα πρέπει νὰ εἶν’ ἐλαφρά.
Ἀπ’ ἄσπρη τρίχ’ ἀόρατην ὅλος κρεμιέτ’ ὣς πέρα.
Τρέμει ὡς σημύδας τὰ κλωνιὰ ποὺ ὑφαίνουν τὸν ἀέρα.

Κι’ ἀναρωτιέμαι:


«Εἶναι τὰ δάχτυλά σου ἀρκετὰ μακριὰ νὰ παίξουν
πλῆκτρα παληὰ ποὺ ἔμειναν μόνον ἠχώ;
Εἶναι ἡ σιωπὴ ἀρκετὰ δυνατὴ
τὴν μουσικὴ νὰ μεταφέρῃ πίσω στὴν πηγή της
καὶ ἀπὸ κεῖ σ’ ἐσένα πάλι
σάμπως καὶ σ’ ἐκείνη;»

Ὡστόσο τὴν γιαγιά μου ἂν τὸ χέρι μου ὡδηγοῦσε
μέσ’ ἀπὸ πράγματα πολλὰ δὲν θὰ τὰ ἐννοοῦσε·
κι’ ἔτσι σκοντάφτω. Κι’ ἡ βροχὴ στὴν στέγη ἐξακολουθεῖ
μὲ τέτοιον ἦχο θαῤῥεῖς τρυφεροῦ συμπονετικοῦ γέλιου.

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

Song (When i am dead my dearest)












Ποίημα τῆς Κριστίνα Τζωρτζίνα Ροσσέτι


Ὅταν θάμαι νεκρή, μονάκριβέ μου,
μὴν πῇς γιὰ ἐμὲ τραγούδια θλιβερά·
στὴν κεφαλή μου ῥόϊδα μὴν φυτέψῃς,
μήτε καὶ κυπαρίσσια ἡσκιερά:
Νάσαι χλωρὸ χορτάρι ἀπάνωθέ μου
ὑγρὸ μἁπαλοβρόχια καὶ δροσιές·
κιἂν τὸ ἐπιθυμῇς, τὴν μνήμη κράτα,
κιἂν τὸ ἐπιθυμῇς, τὴν λήθη πιές.

Ὅτι τοὺς ἥσκιους δὲν θὰ ἀντικρύζω,
ὅτι δὲν θὰ αἰσθάνομαι βροχή·
ὅτι δὲν θἀγροικῶ τὸ ἀηδονάκι
ὥρα νὰ κελαηδᾷ, σὰν νὰ πονῇ:
Κιὡς θὰ ὀνειροβαδίζω στὸ λυκόφως
ποὺ αὐγὴ δὲν ἔχει κιοὔτε νυχτωμό,
τυχαῖα ἴσως μνήμη νἀνασύρω,
κιἴσως τυχαῖα νἀπολησμονῶ
.


Πίνακας: Dante Gabriel Rossetti



Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

The Harp of Alfred












Ποίημα τοῦ Ρόμπερτ Ἔρβιν Χάουαρντ


Τὴν ἄκουσα τὴν ἅρπα τοῦ Ἀλφρέδου
καθὼς περνοῦσα τὶς κατηφοριές,
ὅταν δεντρὰ ἀκανθώδη στέκαν ὅμοια
σὰν μοναχοὶ μὲ ῥόμπες σκοτεινές·
τὴν μελῳδιὰ κι Γκούθρουμ πόχε ἀκούσει
σὲ κωμοπόλεις δίπλα ἐρημικές:

Ὅταν Ἀλφρέδος, ἴδιος μὲ χωριάτη,
ἦρθε ἀπτὸν λόφο ἁρπίζοντας σκοπό,
καὶ οἱ Δανοὶ πιωμένοι ἐγλεντοῦσαν
μἐκεῖνον ποὺ ζητοῦν νὰ ἰδοῦν νεκρό,
κι Σάξων ῥὴξ στὰ γένεια των γελοῦσε,
κιἔκαμαν τὸ δικό του μἀστανιό.

Τὴν ἄκουσα τὴν ἅρπα τοῦ Ἀλφρέδου
ὡς τὸ λυκόφως σβηόταν στὴ νυχτιά·
στοιχειὰ φουσσᾶτἀκούω βροντοπατοῦσαν,
τἀχνὰ ἀστέρια ὡς ἔφεγγαν λευκά·
κι Γκούθρουμ περπατοῦσε στὰ ζερβά μου,
κι Ἀλφρέδος προχωροῦσε στὰ δεξιά
.

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025

Forbidden Magic

 











Ποίημα
τοῦ Ρόμπερτ Ἔρβιν Χάουαρντ


Ἐφάνη ὀμπρός μου Ἄνθρωπος, κιἤτανε βράδυ θερινό,
ὡς κάτω ἀπτἄστρη ὁλάκερος κόσμος ἐσιωποῦσε,
κι μήνη ἀπόκοσμα ῥαβδιὰ στὴν κάμαρη ἐσκορποῦσε.
Ὑπαινιγμοὺς ψιθύρισεν γιἀνόσιο θώρι, ἐξωτικό·

ἀκολουθῶ κιεἰς κύματα ἀπὸ ἕνα φῶς φασματικὸ
μὲς στῆς ψυχῆς μου τὶς στιλπνὲς σκάλες ἀνωτραβοῦσα
ποὺ ἀράχνες κεῖ φεγγαρωχρές, μὄγκο δρακῶν, γλιστροῦσαν
σκοροειδεῖς τρανὲς μορφές, πόχαν φτερὰ μἀχνὸ λευκό.

Ἀνὰ τὸν κόσμο φύσημα παγοβουτιοῦ ἀνακινεῖ
λίμνες μἀχλὲς ποὺ ἔστεφαν τῆς ψευδαυγῆς οἱ λάμψεις·
ῥοδόχρους λαμποκόπησεν τοῦ ὁρίζοντος μιναρές·

ξυπνῶ ἐν φόβῳ, κιἔπειτα μὲ ἱδρῶτες κιαἵματα μαθές,
σφυρηλατῶ ὀνείρων μου τὶς σιδηρὲς ὑφάνσεις,
κιἔπλασα δίχτυ ἀπαὐτὲς νὰ πιάσω τὸ φεγγάρι ἐκεῖ.

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2025

Εἰς τοὺς πλατωνικοὺς διαλόγους

Εἰς τοὺς πλατωνικοὺς διαλόγους

σϞα΄

Ν’ ἀνοίγῃς ν’ ἀναγνώθῃς μας, στεῤῥῶς μελέτησέ μας,
ἀπηλογήσου, ἐρώτα μας, στοχάσου, δούλευγέ μας.
Κατόπι ἀπολησμόνα μας· στήσαμεν δυναμάρια,
πλέκομεν ῥίζες στὴν ψυχή, στὸ νοῦ πρεμνοβλαστάρια.
Κι’ εἴμεθ’ ἀμπέλι θαλερόν, λογιῶν κρασὶ ἐσοδιάζει,
κι’ ὄχι ἅπαξ ποὺ ἐβαρέλιασες στ’ ἀμπάρια καὶ ξιδιάζει.


Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2025

Τὸ παλαιὸ νεκροταφεῖον

Τὸ παλαιὸ νεκροταφεῖον

σϞ΄

«δοιαὶ γάρ τε πύλαι ἀμενηνῶν εἰσὶν ὀνείρων·
αἱ μὲν γὰρ κεράεσσι τετεύχαται, αἱ δ᾽ ἐλέφαντι·
τῶν οἳ μέν κ᾽ ἔλθωσι διὰ πριστοῦ ἐλέφαντος,
οἵ ῥ᾽ ἐλεφαίρονται, ἔπε᾽ ἀκράαντα φέροντες·
οἳ δὲ διὰ ξεστῶν κεράων ἔλθωσι θύραζε,
οἵ ῥ᾽ ἔτυμα κραίνουσι, βροτῶν ὅτε κέν τις ἴδηται.»
Ὁμήρου Ὀδύσσεια, ῥαψῳδία Τ


Ἔνι καὶ τ’ ὄνειρον ζωὴ κι’ ἔν’ τῆς ζωῆς τὸ μέρος,
ἀμὴ ζωὴ ἀλλόκοσμη, ἐν φύσει ἀλλοτέῤῥᾳ,
ζῇ ἡ ἐδῶ τοὺς τόπους της, ζῇ κεῖνο ἄλλους τόπους.
Τυχαῖοι κι’ ἅπαξ ἔνιοι ζοῦν κι’ οὐδὲν ξαναθωρεῖς τους,
κι’ εἰς ἄλλους βρίσκεσ’ ἐνιαχοῦ καὶ πάλε περπατεῖς τους.
Γεῖς ἦτον ὀνειρότοπος ὅπου συχνῶς εὑρέθη.
Ἐτράβαε τὴν ἀνηφοριά, τὴν ἅμαξα ὡδηγοῦσεν,
δρομοῦσεν χωματόδρομον, διέσχιζεν χερσοτόπους,
κι’ ἀρηὰ ληοδέντρη ἐβίγλιζεν, τὰ γεροξερανθῆκαν.
Κι’ ἀπάνω εἰς τὴν λοφοπλαγιά, μὲ τῆς ὁδοῦ τὸ πέρας,
ἔσμειγεν πύλην ἁψηλὴν ποὺ σιδηρᾶ ὠρθωνότουν,
ἔσμειγεν καὶ μαντρότοιχον ποὺ τρίμετρος στεκότουν.
Κι’ ὅντες τὴν πύλη ἐδιάβαινεν ἐτοῦτα ἐντὸς ἐθώρει:
Μνημούρια ἐκεῖντο, ἐμάρμαιραν, ἦσαν σταυροὶ ἀράδες,
μὲ χωματένιες περασιὲς κι’ εἰς τάξεις χωρισμένα,
μ’ ἀνθοὺς νὰ καλλωπίζουν τα, δεντρὰ νὰ δροσοσκιάζουν,
κι’ οὐδέποτε συγνέφιαζεν κι’ ἀεὶ λιακάδα ἐκράτει.
Κι’ ἦτο ἐκκλησάκι χθαμαλὸν κι’ ἔλαμπ’ ἀσβεστωμένον,
στασίδια σκοῦρα εἶχε σειριές, δῶ, κεῖ κρέμοντο εἰκόνες,
κι’ εἶχε ἀποθήκη στὴν μεριά, μὲ πόρταν ἐκοινώνει.
Στ’ ὄνειρον τοῦτο εὐφραίνετον, σταλιὰ νὰ ἐφοβότουν,
λευκοὺς σταυροὺς ἐγύριζεν, ἔπλενεν τὰ μνημούρια,
ἀνέγνωθεν τὰ ὀνόματα καὶ συλλογιότουν χρόνους,
τάχα ἱστορίες ἔνιωθεν κι’ ἐμάνθανεν προγόνους,
γαλήνη ἔπιν’ ἐσώκαρδα, τοῦ ἡλιοῦ τὸ χάιδι ἐῤῥούφα.
Ἔν’ οὐροβόρος ὁ καιρός, στ’ ὄνειρον πάλ’ εὑρέθη.
Αἴθουν τὰ σκότη ἀστρόχυτα καὶ φωτοκρουσταλλιάζουν,
πέφτει, κοιμᾶται, πάει βυθούς, κι’ ὀνειροκαταδυέται,
κι’ ἀνηφορίζων ὁδηγεῖ, σιδηροπύλη σμείγει,
γυρνᾷ σταυροὺς μαρμαρινούς, μνημούρια καθαρίζει,
προγόνων βλέπει ὀνόματα κι’ ἡδὺ λούζεται ἡλιόφως.
Πραγμάτων χρείαν ἐννοεῖ, στὴν ἀποθήκ’ ὑπάγει,
ῥάφια, κασσέλες, ψάχνει τα, μπαοῦλ’ ἀνακατώνει,
κι’ ὅπως σκυφτὸς γυρεύει τα, γροικᾷ καὶ πόρτα τρίζει.
Ὀρθώνεται καὶ στρέφεται κι’ ἡ πόρτα μισανοίγει,
φάσμα προβαίνει ἀνάντια του, γυνὴ τὸν ἀντικρύζει,
κορακομάλλ’ ἀγριόθωρη, χλωμή, σκελεθρωμένη,
μ’ ὀμμάτι’ ἄδεια, κυκλόμαυρα, μοβόρα, ἀσπροεντυμένη.
Κραυγάζει τον, οὐρλιάζει τον, λὲς σκίζεται ὁ λαιμός της,
μὰ εἰκόνα, οὐδὲν ἀκούγεται, μιὰ φρίκη ποὺ ἐβουβάθη.
Ἐξ αἴφνης πρῶτον πιάνεται, πισωπατάει σκιαγμένος,
τὸ ψέμμα ἔπειτα μελετᾷ, τὰ θάῤῥητα μαζώνει,
κατά της βγαίνει πότορμος, τὸ φάσμα ἐξηφανίσθη,
τὸ κατωκάσσι ἀνωπερνᾷ, στὸ ἐκκλησάκιν μπαίνει,
στὸ κέντρο στέκει πάντερμος κι’ ὁλόγυρα ἐξετάζει.
Φωτόσφαιρες δυὸ ὑψώνονται, μετέωρες λευκολάμπουν,
μήτε τρανὲς μήτε μικρές, σὰν τόπια ποδοσφαίρου.
Τὰ πέρα δῶθε ἀρχινοῦν, μπρὸς πίσω γύρους φέρνουν,
ἀπ’ τὸ ἱερὸν στὴν εἴσοδον, σιμὰ εἰς τὰ πανωθύρια,
ἀπ’ τὴν σκεπὴ στὸ δάπεδον, διάμεσα εἰς τὰ στασίδια,
μ’ ἀντιτροχιὲς κυκλώνουν τον, σταυρώνονται, μακραίνουν,
πτῆσιν ποιοῦν μ’ ἀλλοκοτιές, πετοῦν δαιμονισμένες.
Ὁλόρθος στέκει, δὲν κουνεῖ, τὸ βλέμμα του ἀκλουθεῖ τες,
κι’ ὡσὰν μ’ ἀνθρώπους νὰ ὁμιλῇ τὰ τέτοια ξεστομίζει:
«Τὸ ἤξευρα, τὸ ἐμάντεψα, τὸ ψέμμα σας γνωρίζω,
τὸ φάσμα ὅπου ἐχτίσατε νὰ μὲ καταφοβίσῃ·
κι’ ἂν νῦν πετᾶτε στ’ ὄνειρον ἐτοῦτο ὑπογράφω,
στὸ ὑπνοκελλί μου εὑρίσκεσθε, αἰωρεῖσθε ὅπου κοιμοῦμαι,
καὶ θέατρον μοὶ παίζετε, φέρνετε τάχ’ ἀλήθειες,
μυριάδες ἔτη ὡς κάμνετε κι’ ἀνθρώπους ξεγελᾶτε.
Τσίρκο καὶ σαλτιμπαγκολόϊ τῆς φιλντισένιας πύλης!
Νεκράνακτες τῶν διάκενων, δαιμόνοι τοῦ ἀβυσσόθεν,
στὸ θέατρον τοῦ ἀπατηλοῦ δεινοὶ μπερντεδοπαῖχτες.
Τρόμοι, μηνύματα, οἰωνοί, σοφίες, φανερώσεις,
μαντεῖες, δῶρα, ἐξωτισμοί, τέρατα, θεῖα, σημεῖα,
τί ῥεπερτόριον πλούσιον! Σκοπός; Ποδηγεσία.
Οἱ ἁπλοῖ ἀνθρῶποι ἀρνοῦνται σας, δαιμόνου πιάνουν αὔρα
καὶ τὸ κακὸ ἀκρουμαίνονται, πέργυρα ὡς ἀνασαίνει,
κι’ ὀρθώνονται οἱ τρίχες των σὰ ἰδοῦν τὸ νεκροφῶς σας·
φωνὴν ἀηδόνος κι’ ἂν ἀκοῦν τὸ γρύλισμ’ ἀγροικοῦν το,
ὡς λάφια πρὸς φευγιὸ ἀμπηδᾶν καὶ μήτε σᾶς πιστεύουν.
Ἀμ’ ἔχετε κοινὸ πιστόν, τ’ ἀείποτε ἀκλουθεῖ σας,
ἀγέλη ὅπου σᾶς ἁλυχτάει, συνάφι ὅπου καλεῖ σας:
Ῥηγαῖοι καὶ πολιτικοί, εὐγεναριό, αὐθεντάδες,
θεατρῖνοι, ψευδοθεουργοί, χρηματουργοί, λογᾶδες,
κι’ ὅλοι ὅπου δύναμιν πεινοῦν κι’ ἡ ματαιότης ἄρχει,
ἐξυπνοπούλια τοῦ καιροῦ καὶ σούργελα τοῦ ὑπάρχειν,
κοπρόψυχοι μισάνθρωποι, γῆς κι’ οὐρανοῦ ἡ αἰσχύνη,
οἱ ἀθῷον αἷμα γεύονται, κοιμοῦνται ἐν γαλήνῃ. 
Τοῦτοι θαῤῥῶ οἱ πελάτες σας, μὲ δαύτους συνεργεῖτε,
φαίνεσθε ὀμπρός των σὰν θεοί, ταχυδακτυλουργεῖτε,
κι’ ὅσα ποθοῦν τοὺς τάζετε, δολώματα κουνᾶτε,
τοὺς γάντζους ἀσημώνετε, στὸν βοῦρκον τ’ ἀμολνᾶτε.
Κι’ οἱ ἄμοιροι δαγκώνουν τα, σούρνοντ’ ἀγκιστρωμένοι,
συμμάχους σας τοὺς χρίζετε, κρατοῦν γενηὲς δεμένοι,
τάχα εὑρεθῆκαν διαλεχτοί, πρεπὸ νὰ κυβερνοῦν μας,
καὶ μέσῳ αὐτῶν σεῖς ἄρχετε, βαστᾶτε τους, βαστοῦν μας.
Λατρεῖες θεμελιώνετε κι’ οἱ ἀνέμυαλοι ἐξυμνοῦν σας,
εἰς λέσχες τοὺς μαντρώνετε καὶ κρυφοπροσκυνοῦν σας,
διδάσκετε τὸ κακουργεῖν, τὸ κάλλος νὰ φονεύουν,
τὸν βιὸ νὰ πλέκουν μ’ ἀραχνιές, τὸ νοῦ πῶς νὰ μολεύουν.
Τέχνες κατέχετ’ ἄπειρες κι’ ὅλες βαμμένες μαῦρες,
κι’ ὁρμήνειες κεῖ ὅπου δώνετε ξεσποῦν κακοῦ ἀνάβρες,
φτώχεια, πολέμοι, ἀνωμαλιά, φόβος, τυράγνι’, ἀῤῥώστια,
οἱ στεναγμοὶ κι’ οἱ πόνοι μας πρέζα ἰδική σας κι’ ὅστια.
Τὴν θνητουριὰ ἐσκλαβώσατε καὶ πλέει στὴν δυστυχία,
θεοὶ τῆς γῆς κομπάζετε, μὰ εἶστε ἁπλῶς… μαφία».
Σιωπᾷ· μὲ νεῦρα ἐγιόμισεν, μ’ ὄργητα πλημμυρίζει,
τὴν χέρα του σηκώνει εὐθύς, τὴν ῥώμη ἀκέρηα βάζει,
κι’ ὡς οἱ φωτόσφαιρες περνοῦν τὴν μιὰ καταχεριάζει.
Τὸ φῶς της ἐβαθούλωσεν κι’ ὑπάγει λαβωμένη,
κι’ ὡσὰν ἀγιοῦπες τὸν γυρνᾶν, μακρόθεν, δὲν ζυγώνουν,
ὁλόρθος στέκει, δὲν κουνεῖ, τὸ βλέμμα του ἀκλουθεῖ τες,
κι’ ὕστερον σβηέται ἡ θύμησις καὶ τ’ ὄναρ ξεθωριάζει,
φυρονεριὰ ποὺ ὑποχωρεῖ κι’ ἄμμους γυμνοὺς ἀφήνει,
τιτάνιον ἀναδυέται φῶς, τὰ σκότη τρώει, χαράζει.
Τὴν ἄλλη νύχτα ἔπεσεν κι’ ἡσύχως ἐκοιμήθη,
τὴν τρίτη ἐπέμψαν γδικιωμόν, σουκκούμπι τοῦ ἐῤῥίχθη,
ἢ τέτοια ἀρχῆθεν ὕφαιναν, σχέδιο ἀμαυρὸν ἐπλέκαν.