Ἐν Μακεδονίᾳ
«μουσικὴν ποίει καὶ ἐργάζου» ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΕΥ. ΣΑΡΡΗΣ
Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025
Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025
Αἴτησις (Τὸ κύπελλον τοῦ Νέστορος)
Αἴτησις
(Τὸ κύπελλον τοῦ Νέστορος)
σϚθ΄
«Νέστορος εἰμὶ εὔποτον ποτήριον·
ὃς δ' ἂν τοῦδε πίησι ποτηρίου αὐτίκα κῆνον
ἵμερος αἱρήσει καλλιστεφάνου Ἀφροδίτης»
Ἐπιγραφὴ οἰνοχόης, Πιθηκοῦσσες, 8ος αἰῶνας π.Χ.
Νέστορ, ἀχρείαστον νὰ πιῶ κι’ οἶνος νὰ μὲ ποτίσῃ,
γιὰ νά ’ρθῃ ὁ πόθος τῆς Κυρᾶς κι’ ὁλόκορμος νὰ πυρωθῶ.
Ἀρκεῖ νὰ ἰδῶ την, φίλε μου, μιὰ ὡρηὰ ποὺ μ’ ἔχει γδύσει,
κι’ ἔῤῥιξεν τ’ ἀστρομμάτια της στὸ σῶμα ὡς ἔκαιγεν γυμνό.
Σὰν κορφοβούνι βραχωτὸ ποὺ ἥλιος ὅντες φλογίσῃ
λάβρα τὸ βράζει ἀνήλεη, τὸ φλέγει ὁλόρθο καὶ σκληρό.
Μὲ χέρια ν’ ἑρμηνεύσω την κι’ ὅλην ν’ ἀργογυμνώσω,
γλῶσσα νὰ ὀργάζῃ τὸ κορμί, σπήληα νὰ πιῇ, λοφοπλαγιές.
Δρακοαναπνοιές μας νὰ σμειχτοῦν, γῆ της ν’ ἀχνοδαγκώσω,
νὰ μπῶ στὰ λεῖα της μηριὰ ν’ ἀγωνιστῶ μύριες χαρές.
Στὸν μαῦρο ἱππότην πό ’ρχεται τὸ ἡλιόφως της νὰ ὑψώσω·
τὸ ἐμὸν ποτήριον εἶν’ αὐτὴ κι’ εἴθε νὰ λέῃ «Μέσα μου πιές».
Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025
Παραίτησις
Παραίτησις
σϚη΄
Βαραίνει, φίλε, ἡ πρᾶξις μου καὶ ἀνημπόρετος γερνῶ,
ἦτο σπαθὶν ἀμφίστομο καὶ ἡ πεῖρα τὴν στομώνει.
Σκουριάζει στὸ θηκάρι μου, δὲν σύρνω πλέον, δὲν τραβῶ,
τὴν πρᾶξι ἐσφυρηλάτησα νὰ κρούῃ καὶ νὰ τελειώνῃ.
Καὶ τώρα, μάχη ἂς μαίνεται, τὰ πλήθη ἄπραγος θωρῶ,
σκοπὸ ν’ ἀξιωθῶ ζητάω κι’ οὐδεὶς νὰ μ’ ἀντρειώνῃ.
Πέρ’ ἀπὸ βίου φάλαγγες κι’ ἄγρια φουσσᾶτα τῆς ζωῆς,
τὸν μαῦρο ἱππότην ἀγροικῶ, ζυγώνει με καθάρια.
Σφίγγω λαβή, δὲν ἀνασπῶ, δὲν εἶμαι πειὰ πολεμιστής,
κι’ ὅλα τὰ νιώθω μάταια, λιμαρισμένα ζάρια.
Τὴν ἡσυχία νείρομαι, γυρεύω ἀνάβρες τῆς σιωπῆς,
τὴν πρᾶξι ξαρματώθηκα κειμήλιον στὰ ἑρμάρια.
Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025
Ἀνέκδοτον ἐμφυλίου πολέμου (Ἡ φωτογραφία)
Ἀνέκδοτον ἐμφυλίου πολέμου
(Ἡ φωτογραφία)
σϞζ΄
«Καβαλλαρία χωριανοί! Φτάνουν γιὰ ζῳοκλοπές!»,
πορτοπαράθυρα σφαλνοῦν, οἱ ῥοῦγες ἐρημῶσαν·
ἀρματωμένοι ἐκάλπασαν καὶ τὸ χωριὸν περζῶσαν,
τ’ ἀγέριν στοιχειακὸ φυσᾷ, πεταλοκροῦν ὁπλές.
Στὲς γειτονιὲς ἐσκόρπισαν, ψάχνουν κοττέτσια, αὐλές,
ν’ ἁρπάξουν τὰ πουλερικά, τὰ ζωντανὰ νὰ κλέψουν,
κροτάει τουφέκι ἀδέσποτον, κόκκινοι μὴν θαῤῥέψουν,
μὰ ποῦ ’ναι ζῷα κι’ ἄνθρωποι, ποῦ εἶν’ οἱ φαμελιές;
Στῆς ὥρηας Κάτω Ἀγόριανης τὸν πάνω μαχαλλά,
ὅπου τὸ κάστρο ἐδέσποζε, τὸν κάμπον πέρα ἐθώρει,
γεῖς καβαλλάρης φτέρνισεν κι’ ὑπάγει τὸ ἀνηφόρι,
κοντοκρατεῖ τὸν μαῦρο του, βιγλίζει ἀπ’ τ’ ἁψηλά.
Τοὺς εἶδεν, ζῷα κι’ ἄνθρωποι, κι’ ὁμάδι εἶχαν κρυφτῆ,
διαβῆκαν στὸν θεσσαλικό, τὸ βιὸς νὰ φυγαδέψουν·
τοὺς ἄντρες γοργομάζωξεν, χυθῆκαν νὰ κουρσέψουν,
μὲ τ’ ἄλογ’ ἄγρια τοὺς γυρνοῦν, γίνη χλαπαταγή.
Ξεπέζεψαν κι’ ἐῤῥίχτηκαν, πιάνουν πουλερικά,
κόττες σκορποῦν ἀλλόφρονες, ξοπίσω τὲς μαζεύουν,
στὲς σέλλες ἁρμαθιάζουν τες, τὰ ζῷα τοὺς δυσκολεύουν,
κι’ οἱ χωρικοί, ἀνήμποροι, θωροῦσαν τὴν κλεψιά.
Κοράσι στέκει ἀναμεσίς, θά ’ταν πέντε χρονῶν,
τὸν ποὺ προστάζει ἐκοίταζεν, εἰς τ’ ἄρματα ζωσμένον,
μαλλιὰ μακριὰ κι’ ἀνάκατα, χειμαῤῥιασμένο γένειον·
τ’ ἄλογα καταφόρτωσαν, φεύγουν μὲ κουρνιαχτόν…
Κείν’ ἡ εἰκὼν τῆς γράφτηκεν, τυπώθη στὸ μυαλό,
ζῇ ὡς ὄναρ, δὲν ξεθώριασεν, κι’ ἀκόμη τὸ θυμᾶται,
κι’ ὅταν φορὲς ἀνιστορῇ κι’ ἐτοῦτον μὲ διηγᾶται,
καφὲ μαζὶ ποὺ πίνομε καὶ λέει γιὰ τὸ χωριό.
Φωτογραφίες ἐγύρεψα στὸ δίκτυο νὰ τῆς βρῶ,
τὸν καβαλλάρην ἔδειξα, παρατηρεῖ τον ὥρα.
«Λὲς χρόνια δὲν ἐπέρασαν, σὰν νὰ τὸν βλέπω τώρα!
Ὁ καπετάνιος ἤτανε ποὺ εἶδα παιδὶ μικρό».
«Μάννα» τῆς λέω «ἔζησες σπαγγέττι γουέστερν κεῖ».
«Ἔζησα, πῶς δὲν ἔζησα», γελῶντας μ’ ἀπαντάει.
«Μόνον αὐτά; Βομβαρδισμό, κι’ ὁ κόσμος νὰ χαλάῃ.
Σεῖς τέτοια νὰ μὴν ζήσετε, καιρὸς μὴν ξαναρθῇ».
Στὸ κάστρον ὅταν ἔβρεχε ξέβραζεν εἰς τὸν δρόμον
νομίσματα ποὺ ἔκοψαν οἱ ἀρχαῖοι Ἐκκαρεῖς·
παίγνιον ἦσαν τῶν παιδιῶν κι’ ἀξίας λὲν μικρῆς·
στὴν Ἀχαΐα Φθιώτιδα τῶν πάλαι Μυρμιδόνων.
Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025
1211 – Ἐν μονῇ Ὑακίνθου
1211
– Ἐν μονῇ Ὑακίνθου
σϞϚ΄
Τὰ σκότη φέρνουν νέφη ἐρμιᾶς, ἀπελπισία βρέχουν,
ἀλήθεια ἡ ἄβυσσος βροντᾷ κι’ ἡ νύχτα ῥητορεύει,
δαχτυλοδείχνει ἡ σιωπὴ καὶ κρίνει καὶ δικάζει.
Κάθεται εἰς τὸ φτωχὸ κελλί, μελισσοκέρι φέγγει,
στέκει τὸ φῶς του σύνορον κι’ ὁρίζει τ’ ἀκρογκρέμι·
δῶθε στὸ ἑδώλιο πάντερμος, τῶν ἥσκιων κεῖθε οἱ θρόνοι,
δημηγοροῦν, καταλαλοῦν, αἰτιάζουν κι’ ἀγορεύουν,
καμώματά του μαρτυροῦν, πράξεις του μνημονεύουν.
Δίχως μετάνοιες ἀπαντᾷ, τὰ δίκηα του κηρύττει,
πάλι ἐρωτοῦν ὁλονυχτίς, μήτε κι’ ἐν ὕπνῳ παύουν,
γένοντ’ ὀνειροφαντασιὲς κι’ ἔργα του παρασταίνουν.
Συνωμοσίες, γδικιωμοί, τυφλώσεις, προδοσίες,
σπατάλες, φόροι, φονικά, ἧττες βαρειές, δειλίες,
περιπλανήσεις, μηχανές, κι’ ἀνόσιες συμμαχίες.
Ὅλα τ’ ἀρνιέται, ἀντιλογεῖ, τὲς σκιὲς ἀποστομώνει,
«Ἡ βασιλεία τ’ ἀπαίτησεν, οἱ ἐχθροὶ τὰ προκαλέσαν,
πάλεψ’ ἀνάντια στοὺς καιροὺς κι’ οἱ γενεὲς ἂς κρίνουν».
Εἶναι φορὲς περιπατεῖ, θωρεῖ τοὺς καλογέρους,
παράξενους νομίζει τους, πῶς ζοῦν, πῶς ἡσυχάζουν·
τὸ κομποσκοίνι των μετροῦν τὲς προσευχὲς ὡς λέγουν,
οὗτος τὰ μεγαλεῖα κλαίει, δόξ’ ἀριθμεῖ χαμένη,
κι’ ἔνδον, μήτε τ’ ὁμολογεῖ, προσμένει γιὰ εὐκαιρία.
Ἔτσι περνᾷ τὸν χρόνο του, τὲς ὑστερνές του ἡμέρες,
στοῦ Ὑακίνθου τὴν μονὴ ποὺ ὁ ῥῆγας ἔκλεισέ τον,
ὁ κὺρ Ἀλέξιος Ἄγγελος ποὺ Κομνηνὸς βαπτίσθη.
Εἷς φόβος μὸν στοιχειώνει τον, εἷς τρόμος τὸν περζώνει:
Εἰς κάποια εἰκόνα, μιὰ γωνιά, στὴν ἐκκλησιά, στὸν κῆπο,
στοὺς λόγους ἅγιου γέροντος, στῶν ἀστεριῶν τὸ λάμπος,
στοῦ νοῦ τὴν γνώριμη φωνή, μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ βύθη,
Ἐκεῖνος αἴφνης μὴν φανῇ, Κεῖνον μὴν ἀπαντήσῃ,
Κεῖνος «Ἀλέξιε» μὴν εἰπῇ…
σϞϚ΄
Τὰ σκότη φέρνουν νέφη ἐρμιᾶς, ἀπελπισία βρέχουν,
ἀλήθεια ἡ ἄβυσσος βροντᾷ κι’ ἡ νύχτα ῥητορεύει,
δαχτυλοδείχνει ἡ σιωπὴ καὶ κρίνει καὶ δικάζει.
Κάθεται εἰς τὸ φτωχὸ κελλί, μελισσοκέρι φέγγει,
στέκει τὸ φῶς του σύνορον κι’ ὁρίζει τ’ ἀκρογκρέμι·
δῶθε στὸ ἑδώλιο πάντερμος, τῶν ἥσκιων κεῖθε οἱ θρόνοι,
δημηγοροῦν, καταλαλοῦν, αἰτιάζουν κι’ ἀγορεύουν,
καμώματά του μαρτυροῦν, πράξεις του μνημονεύουν.
Δίχως μετάνοιες ἀπαντᾷ, τὰ δίκηα του κηρύττει,
πάλι ἐρωτοῦν ὁλονυχτίς, μήτε κι’ ἐν ὕπνῳ παύουν,
γένοντ’ ὀνειροφαντασιὲς κι’ ἔργα του παρασταίνουν.
Συνωμοσίες, γδικιωμοί, τυφλώσεις, προδοσίες,
σπατάλες, φόροι, φονικά, ἧττες βαρειές, δειλίες,
περιπλανήσεις, μηχανές, κι’ ἀνόσιες συμμαχίες.
Ὅλα τ’ ἀρνιέται, ἀντιλογεῖ, τὲς σκιὲς ἀποστομώνει,
«Ἡ βασιλεία τ’ ἀπαίτησεν, οἱ ἐχθροὶ τὰ προκαλέσαν,
πάλεψ’ ἀνάντια στοὺς καιροὺς κι’ οἱ γενεὲς ἂς κρίνουν».
Εἶναι φορὲς περιπατεῖ, θωρεῖ τοὺς καλογέρους,
παράξενους νομίζει τους, πῶς ζοῦν, πῶς ἡσυχάζουν·
τὸ κομποσκοίνι των μετροῦν τὲς προσευχὲς ὡς λέγουν,
οὗτος τὰ μεγαλεῖα κλαίει, δόξ’ ἀριθμεῖ χαμένη,
κι’ ἔνδον, μήτε τ’ ὁμολογεῖ, προσμένει γιὰ εὐκαιρία.
Ἔτσι περνᾷ τὸν χρόνο του, τὲς ὑστερνές του ἡμέρες,
στοῦ Ὑακίνθου τὴν μονὴ ποὺ ὁ ῥῆγας ἔκλεισέ τον,
ὁ κὺρ Ἀλέξιος Ἄγγελος ποὺ Κομνηνὸς βαπτίσθη.
Εἷς φόβος μὸν στοιχειώνει τον, εἷς τρόμος τὸν περζώνει:
Εἰς κάποια εἰκόνα, μιὰ γωνιά, στὴν ἐκκλησιά, στὸν κῆπο,
στοὺς λόγους ἅγιου γέροντος, στῶν ἀστεριῶν τὸ λάμπος,
στοῦ νοῦ τὴν γνώριμη φωνή, μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ βύθη,
Ἐκεῖνος αἴφνης μὴν φανῇ, Κεῖνον μὴν ἀπαντήσῃ,
Κεῖνος «Ἀλέξιε» μὴν εἰπῇ…
Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025
1211 – Τὸ ἀντροκάλιον τοῦ Καϋχοσρόη εἰς τὸν Θεόδωρον Λάσκαρι
1211
– Τὸ ἀντροκάλιον τοῦ Καϋχοσρόη εἰς τὸν Θεόδωρον Λάσκαρι
σϞε΄
«Ὦ Νίκη, διὰ τοὺς Ἕλληνας
στεφάνους πλέξε· ἀλλ᾿ ὄχι
’σὰν ’κείνους ’ποὺ χαρίζεις
εἰς βασιλέα κενόδοξον
αἱματοπότην·»
Ἀνδρέας Κάλβος, Εἰς τὴν Νίκην.
Ὁ Καϋχοσρόης κόνιαλης, σουλτᾶνος τῶν Σελτζούκων,
Ῥωμαίων χώρα ὀρέγεται, πόλεμον ἐβουλήθη.
Συνάζει ἀσκέρια πληθερά, μυριάδες δυὸ περίττου,
πεζούρα, καβαλλάρηδες καὶ τειχοκαταπέλτες,
τὸν κὺρ Ἀλέξιον Ἄγγελο συναφορμὴ πολέμου.
Μαντατοφόρους ἔπεμψε, μηνάει τοῦ Θεοδώρου,
τὸ βασιλεύειν ν’ ἀρνηθῇ κι’ ἀνόμως τὸ κατέχει,
καὶ Τουρκομάνους ἀμολνᾷ, τὴν χώρα διαγουμίζουν.
Στὴν Ἀντιόχεια κινάει, στὸ κάστρον τοῦ Μαιάνδρου,
μὲ σφίγξι περιζώνει την ἵνα τὸν προσκυνήσῃ,
κι’ ἡ Φιλαδέλφεια σὰν παρθῇ τὴν Νίκαια νὰ πατήσῃ.
Συνάζει κι’ ὁ Θεόδωρος τῆς Νίκαιας τὸ φουσσᾶτον,
τοὺς μισταρκοὺς Λατινικούς, ἱππότες ὀχτακόσιοι,
ὅτι εἰς αὐτὸν ἐῤῥόγεψαν τοῦ πάπα ἀφωρεσμένοι,
καὶ τῶν Ῥωμαίων τὸν ἀνθόν, ἄντρες χίλιοι διακόσιοι,
κι’ ὡσὰν πετρίτης πέταξεν, τὸν Καϋχοσρόη νὰ σμείξῃ.
Σπεύδουν καὶ ὀρδινιάζονται κι’ ἀντικρυστὰ ταχθῆκαν,
κι’ ὁ Καϋχοσρόης ἐμέτρει τους, πόλεμον δὲν ἐκίνει,
Λάσκαρις ἦτο ἀκράτητος, τοὺς φραγκοϊππότας στέλνει.
Χυθῆκαν κῦμα σιδηροῦν, κοντάρια ἐχαμηλῶσαν,
μαῦροι πεταλοκροῦν τὴ γῆς, κοσκινισμένη ἀφήνουν,
κι’ ἀπανωπέφτουν στὴν Τουρκιὰ καὶ τοὺς ζυγοὺς σκορπίζουν.
Στὸ ἔμπα πλήθια ἔκοψαν, στὸ ἔβγ’ ἄμετρους κόβουν,
τρίτον γυρίζουν πέρασμα κι’ οἱ Τοῦρκοι ἐκύκλωσάν τους.
Ἔρμα ληοντάρια μάχονται ποὺ ὑαινῶν ἀγέλες ζώνουν,
σκοτώνουν καὶ δὲν σώνονται, σώνονται ὡς τοὺς σκοτώνουν.
Καὶ οἱ Ῥωμαῖοι ἐχύθηκαν, κοντάρια ἐχαμηλῶσαν,
οἱ μαῦροι των λαφροπατοῦν, ἀφρὸς ποὺ ῥέει στὸ κῦμα,
καὶ πλέκονται μὲ τὴν Τουρκιά, τὰ γαίματα ῥαντίζουν.
Σκουτάρι’ ἀλληλοσπρώχνονται κι’ οἱ μαῦροι ἀγριοφρουμάζουν,
σπαθιὰ σπαθίζουν, λόγχες κροῦν, χαντζάρες χαντζαρώνουν,
σκοτώνουν καὶ δὲν σώνονται, σώνονται ὡς τοὺς σκοτώνουν.
Εἶδεν ὁ κὺρ Θεόδωρος κι’ ἐν τάξει τοὺς τραβάει,
τοὺς ἐσωθῆκαν δέχεται, μ’ ὀλίγους πολεμάει.
Καβάλλα κι’ ὁ σουλτᾶνος πάει στὸ θηόρατον φαρί του,
ποὺ ἦτο σὰν πύργος ἁψηλόν, φίλους κι’ ὀχτροὺς ἡσκιάζει,
κι’ ἐγύρευεν τὸν βασιληά, νὰ τὸν ἀντροκαλέσῃ.
Τὸ λάβαρόν του ἐγνώρισεν, φτερνίζει τὴν φοράδα,
κι’ ὁρμᾷ, στοιχειὸ κατάφραχτον, καὶ λόγια τέτοια κράζει:
«Θωρεῖς το τὸ ἀσκέριν σου ὁλοῦθε ὅπου νικιέται;
Βγές, Ῥῆγα, νὰ παλεύωμεν κι’ ἡ ἀμάχη νὰ τελέψῃ.
Ἡ Ῥωμανία ἐπέρασεν, στανιὸ πειὰ δὲν βαστιέται,
νῦν ἦρτεν τῆς Τουρκιᾶς καιρὸς τὸν κόσμο ν’ αὐθεντέψῃ.
Καὶ δέξου τὸ κισμέτι σας, σ’ ἐμᾶς τοῦ Ἀλλὰχ τὸ χέρι·
κουφάρια κεῖστε σὺ κι’ αὐτή, λάβετε τὸ χαμπέρι».
Στράφη ἀνάντια ὁ Λάσκαρις κι’ ἐφτέρνισεν τὸν μαῦρον,
κι’ ὡς τὸν κοντεύει κι’ ἤκουσεν ἐτοῦτα τοῦ ἀποκρίθη:
«Μὲ λύκους στέπας δύνεσαι κόσμους νὰ κυβερνήσῃς;
Πνέμμα καὶ ὕλη ὁ ἄνθρωπος, ἀητὸς μὲ δυὸ κεφάλια.
Ἡ θνητουριὰ τὰ δυὸ διψᾷ, σὺ γαῖμα θὰ ποτίσῃς,
τὴν οἰκουμένη ἐπέταξες χαλάλι στὰ καρτάλια.
Κι’ ἡ Ῥωμηοσύνη δὲν περνᾷ κι’ ἔν’ τοῦ Χριστοῦ βασίλειον,
κάτω ἀπ’ τὸν ἥλιο ἁπλώνεται μὰ ζῇ ὑπὸ τὴν Τρισήλιον».
Ἐζύγωσαν νὰ χτυπηθοῦν, προφταίνει ὁ σουλτᾶνος,
βαρὺ βαρδούκι ἐσήκωσεν, τοῦ ῥῆγα κατεβάζει,
κι’ ηὗρε κασσίδιν ἡ ξυλιὰ κι’ ἀπ’ τ’ ἄλογόν του πέφτει,
χαμαὶ στὲς λάσπες κύλησεν, σκοτείνια τὸν τυλίγει.
Στρέφει ὁ σουλτᾶνος τὸ φαρὶ καὶ τοὺς πλησίους προστάζει,
καὶ λέγει ὡσὰν νὰ ἔφτυνεν «Ἐδαῦτον ἁλυσῶστε»·
θρίαμβος καίει τὰ ὀμμάτια του ὡς πῦρ ποὺ καίει τὸ δάσος,
παννὶ μὲ οὔριον ἄνεμον τὰ στήθια του ἐφουσκῶναν.
Ἀντρειώθη ὁ ῥῆγας Λάσκαρις, ἦρθεν στὰ συγκαλά του,
ἠγέρθη ἐκ τὴν λασπουριὰ καὶ σύρνει τὸ σπαθίν του,
μὲ χέρια δυὸ τὸ ἐφούχτωσεν κι’ ἐῤῥίχθη τοῦ σουλτάνου,
χτυπᾷ μὲ ῥώμη περισσή, τοῦ ἀλόγου κρούει τὰ πόδια·
κι’ ὡς ὅντες τρεμοσειέται ἡ γῆς, τραντάζ’ οἶκον πανώρηο,
καὶ σύγκορμος χαμοβροντᾷ, σκορπάει πέτρα καὶ σκόνη,
ὅμοια ἐσωριάστη τὸ φαρίν, ὁμοῦ κι’ ὁ καβαλλάρης.
Δεύτερην ἔδωκεν σπαθιά, τὴν κεφαλὴ τοῦ κόβει,
ξιφάρι ἁρπάχνει κονταριοῦ κι’ ἀπάνω τὴν καρφώνει,
καὶ τὸ κοντάριν ὕψωσεν, οἱ ὀχτροὶ νὰ τὸ βιγλίσουν.
Κι’ ὡς ὁ Περσεὺς τὴν κεφαλὴν τῆς Μέδουσας ἀνέσπα
κι’ εἰς τοὺς ὀχτροὺς ἀντέστρεφεν, εὐθὺς λίθοι ἀπομέναν,
οὕτως οἱ Τοῦρκοι ἐπέτρωσαν κι’ οἱ Πέρσες μαρμαρῶσαν.
Οἱ δὲ Ῥωμαῖοι ἐκραύγασαν, πολλὰ πάλι ἀντρειωθῆκαν,
κι’ ἂς λαβωμένοι, ἐτάχθησαν, κι’ ἂς λιγοστοί, ἐχυθῆκαν,
κι’ ἀπανωπέφτουν στὴν Τουρκιὰ κι’ ἐπῆραν τους φαλάγγι.
Κουφάρια ὁ τόπος γιόμισεν καὶ βαρυπληγωμένους,
θρήνους, σφαγῆς πνιχτὲς φωνὲς καὶ ῥόγχους τοῦ θανάτου,
καντάρια ἱδρῶταν ἤπιε ἡ γῆς, μὲ γαίματα ἐζυμώθη.
Κουρσέψαν τὸ στρατόπεδον ποὺ οἱ Τοῦρκοι ἀπλικεῦαν,
σωρειὲς στοιβιάζουν λάφυρα καὶ σκλάβους ἁρμαθιάζουν,
εὐγενικοὺς καὶ ταπεινούς, στρατιῶτες, κεφαλᾶδες,
τὸν κὺρ Ἀλέξιον Ἄγγελο, τὸν πενθερὸ τοῦ ῥῆγα,
τὸν πάλαι βασιλέα των, νῦν τουρκοπωλημένον.
Τὰ καστροπόρτια τοῦ ἄνοιξαν οἱ Ἀντιοχεῖς καὶ διέβη,
τὸν νικητὴν ἐδέχθησαν, τῆς πόλεως τὸν σωτῆρα,
στὲς ἐκκλησιὲς δοξολογοῦν, στὲς ῥοῦγες λιτανεύουν,
κρασοκερνοῦν στὰ καπηλειά, στὰ δεῖπνα ἐπαινοῦν τον.
Συγχαίρου οἱ ξένοι εἰς τὰ ὀμπρός, πίσω κρυφοφοβοῦνται,
καὶ πίστιν εἰς τὸν βασιληὰ δηλώνουν οἱ Ῥωμαῖοι.
Ἤγουν ὁ δρόμος στρώθηκεν κι’ ἡ μοῖρα ἐκαναλίσθη
νὰ πέσ’ ἡ Φραγκοβενετιά, νὰ λυτρωθῇ ἡ Πόλις.
Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025
1211 – Εἰς τὴν φοράδα τοῦ Καϋχοσρόη
1211
– Εἰς τὴν φοράδα τοῦ Καϋχοσρόη
σϞδ΄
Ἐμὲ ὁ σουλτᾶνος Καϋχοσρόης στὴν Ἀντιόχεια ὡδήγει,
κι’ ἤμην φαρὶ τρισαψηλόν, ἐθώρουν με κι’ ἐτρέμαν.
Θεόδωρος ὁ Λάσκαρις στὰ πόδια ἐσπάθισέν με,
κι’ ἐκρήμνισα τὸν κύρη μου, τὴν κεφαλή του ἐπῆρεν,
δαμάσθ’ ἡ ἀλαζόνεια του ποὺ ὡσὰν βουνὶ ὠρθωνότουν.
Πειὰ τοὺς πολέμους γλύτωσα κι’ ἀνθρώπων τὲς τυράγνιες,
καὶ χαίρομ’ ἀκαπίστρωτη, σ’ ἁπλάδες δρέμω τοῦ ᾅδη,
μ’ ἄλλ’ ἄτια ὁμάδι εὐφραίνομαι, καλπάζω, τριποδίζω,
σφερδουκλολείβαδα βοσκῶ, γαλήνια χρεμετίζω.
Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025
Εἰς τὸν ὀχτρὸν τῆς ἔγνοιας
Εἰς
τὸν ὀχτρὸν τῆς ἔγνοιας
σϞγ΄
Ἔγνοιες αὐγὴ ἀρματώνονται κι’ ὁλημερὶς στρατεύουν,
πόλεμο ἀπόγιομα βαστοῦν, κάστρη πατοῦν τὸ γέρμα,
βράδυ ἀρμενίζουν κάτεργα κι’ ὁλονυχτὶς κουρσεύουν.
«Ἔγνοιες, ὀχτρὸν δὲν σκιάζεστε; Θάνατον δὲν φοβεῖσθε;»
«Ἕναν ὀχτρὸν φοβούμαστε καὶ μιὰ μᾶς τρώγει ἔγνοια:
Μὴν σᾶς βαρυγκωμήσουμε, μὴν πολυφορτωθῆτε,
τ’ ἀβάσταγα τινάξετε κι’ ἀνέγνοιαστοι γενῆτε».
Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025
Τοῦ Σουρᾶ
Τοῦ
Σουρᾶ
σϞβ΄
Ἀλί! Ὁ Σουράς! Τί συνταγή! Τῶν γεύσεων θεία χάρις!
Πλάτην ἀρνιοῦ διὰ γέμισιν ν’ ἀνοίξῃ ὁ μακελλάρης.
Ῥύζι, ἄνηθο, συκωταριά, σταφίδα, κρεμμυδάκι,
κι’ ὁ φοῦρνος ν’ ἀργολειώνῃ τα ὡς τὴν καρδιὰ μεράκι.
Φέρτε καὶ οὖζο εὐωδιαστὸν κι’ οἱ σοῦβλες δὲν φτουρᾶνε·
σμυρναίϊκα παῖξτε πένθιμα κι’ Ἀνάστασιν γλεντᾶμε.
Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025
My Grandmother’s Love Letters
Ποίημα
τοῦ Χάρολντ Χὰρτ Κρέην
Ἀστέρια δὲν ἔχει ἀπόψε
πλὴν ἐκείνων τῆς μνήμης.
Πόσ’ ὅμως περιθώριο γιὰ μνήμη νὰ ὑπάρχῃ
στὸ χαλαρὸ περίζωμα βροχῆς ἁπαλῆς.
Ὑπάρχει περιθώριο ἀκόμη ἀρκετὸ
γιὰ τὶς ἐπιστολὲς τῆς μητρὸς τῆς μητέρας μου,
Ἐλίζαμπεθ,
ὅπου ἔχουν στριμωχθῆ γιὰ τόσον καιρὸ
σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς ὀροφῆς
κι’ ἔχουνε γίνη καστανὲς καὶ μαλακές,
καὶ εὐπαθεῖς νὰ λειώσουνε σὰν χιόνι.
Πάνω στὸ μεγαλεῖο ἑνὸς
τέτοιου χώρου
τὰ πατήματα πρέπει νὰ εἶν’ ἐλαφρά.
Ἀπ’ ἄσπρη τρίχ’ ἀόρατην ὅλος κρεμιέτ’ ὣς πέρα.
Τρέμει ὡς σημύδας τὰ κλωνιὰ ποὺ ὑφαίνουν τὸν ἀέρα.
Κι’ ἀναρωτιέμαι:
«Εἶναι τὰ δάχτυλά σου ἀρκετὰ μακριὰ νὰ παίξουν
πλῆκτρα παληὰ ποὺ ἔμειναν μόνον ἠχώ;
Εἶναι ἡ σιωπὴ ἀρκετὰ δυνατὴ
τὴν μουσικὴ νὰ μεταφέρῃ πίσω στὴν πηγή της
καὶ ἀπὸ κεῖ σ’ ἐσένα πάλι
σάμπως καὶ σ’ ἐκείνη;»
Ὡστόσο τὴν γιαγιά μου ἂν τὸ χέρι μου ὡδηγοῦσε
μέσ’ ἀπὸ πράγματα πολλὰ δὲν θὰ τὰ ἐννοοῦσε·
κι’ ἔτσι σκοντάφτω. Κι’ ἡ βροχὴ στὴν στέγη ἐξακολουθεῖ
μὲ τέτοιον ἦχο θαῤῥεῖς τρυφεροῦ συμπονετικοῦ γέλιου.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
