Τρίτη 22 Ιουλίου 2025

YEE NAALDLOOSHII

YEE NAALDLOOSHII

σπγ΄

«Μὲ δαῦτο πάει στὰ τέσσερα», στὰ Νάβαχο σημαίνει,
μὲ ζῴου τομάριν ἐννοοῦν, ὅτι μορφὲς ἀλλάζουν,
καὶ γένονται κτηνάνθρωποι κι’ ὄψιν θεριῶν ἁρπάζουν.
Ποθοῦν τῆς ἄρκτου δύναμιν, ἀρκοῦδες θὰ φανοῦσιν,
ζητοῦν τοῦ λύκου μπόρεσες, λυκόμορφοι περνοῦσιν,
θέλουν τὰ χούγια τοῦ θωός, κογιότια τοὺς θωροῦσιν,
τὴν ἀθῳότην ἔλαφου, τ’ ἀλάφια παρασταίνουν,
τὴν πανουργιὰν ἀλώπεκος, ἐντύνονται ἀλεποῦδες,
κι’ ὅποιο θεριὸ συμφέρει τους θώρι ἐκεινοῦ λαβαίνουν.
Οἱ κτηνανθρῶποι κι’ ἄλλα δροῦν, πλήθια δύνανται κάμουν.
Ἔχουν σβελτάδα στ’ ἄδικον, κακοῦ γληγοροσύνη,
κι’ ἂν σοῦ ῥιχτοῦν νὰ βλάψουν σε δύσκολο ν’ ἀποκάμουν.
Δύνανται μιμηθοῦν φωνές, λαλιὰ γνωρίμου κράζουν,
νὰ τρέξῃς σὰν ξεγελαστῇς, στὰ σκότη νὰ σὲ χώνουν,
τάχα βοηθό των σὲ καλοῦν, δῆθεν πὼς κινδυνεύουν,
κι’ ὅντες σὲ πιάνουν μαρτυρᾷς, γιὰ γιόμα σὲ φονεύουν.
Τὸ ἔρμο μυαλὸ τυφλώνουσιν, τοῦ νοῦ φυτεύουν σκέψεις,
σὲ ὑπνωτίζουν, σ’ ἀπατοῦν καὶ ὀρδινιὲς σὲ δώνουν,
κι’ ἄμποτες ἔρθῃς συγκαλά, θῦμα των πειὰ μετριέσαι.
Μάγια κατέχουν καὶ τελοῦν, μποροῦν νὰ καταριῶνται,
θανὲς ἀναίτιες προκαλοῦν, κακοτυχιὲς κι’ ἀῤῥώστιες,
ποιοῦν ἐξ αἴφνης συμφορές, ἄκαιρες νὰ μαντέψῃς,
φτωχὲς τὲς ἐσοδειὲς γεννοῦν, λιμὸν καὶ πεῖν’ ἁπλώνουν.
Βαστοῦν ξόρκια τ’ ἀόρατου κι’ ἄφαντοι περπατοῦσιν,
καλῶς σβήνουν τ’ ἀχνάρια των, καρτέρια πῶς ν’ ἀντέξῃς;
Σὺ νιώθεις ἀμὴ δὲν θωρεῖς ἐνῷ σὲ ἀκολουθοῦσιν.
Κι’ ἂ ὀμπρὸς φανῇ τετράποδον τὰ ὀμμάτια νὰ βιγλίσῃς,
οὐχὶ πολύ, κλεφτὰ νὰ ἰδῇς, μὴν τὴν ψυχήν σου κλέψουν,
κι’ ἂν στράφτουν ἀλλοκοσμικά, κακοῦ ἀτόφυου ἂν γέμουν,
πορεύσου τάχ’ ἀνήξερος κι’ ἐν τρόμῳ μὴν λυγίσῃς.
Οἱ Νάβαχο τὸ διαλαλοῦν, «Μὴν λέγῃς τ’ ὄνομά των»,
ὅτι μακρόθεν σ’ ἀγροικοῦν κι’ ἔπειτα κυνηγοῦν σε,
κρατοῦν γερὰ τὸν γδικιωμὸν καὶ μήτε λησμονοῦν σε.
Κάποτες ἦσαν ἄνθρωποι ὡς εἶν’ ὅλ’ οἱ ἀνθρῶποι,
δύναμι, πλοῦτο ἐπόθησαν, ἀθανασία γυρέψαν,
κι’ ἔσφαξαν κάποιον ἐδικό, νὰ βαφτιστοῦν στὸ σκότος.
Ἔμαθαν τέχνες ζοφερὲς κι’ ἀσκῆσαν ἔργα μαῦρα,
κι’ ἀρχιμαστόροι ἐχρίστηκαν, πῆραν διαβόλου αὔρα,
κι’ ἐῤῥούφηξέν τους τοῦ Ἐγὼ ὁ λιμασμένος βόθρος.
Δαιμόνια στὲς ἐρμιὲς γυρνοῦν κι’ ἔχουν παρὰ τὸν φόνο,
κι’ ἀθῷες γεύονται καρδιές, μὴν ἀποθάνουν μόνο.
Τοῦτα τὰ ὄντα ἀνέγνωσα στῶν Νάβαχο τοὺς μύθους,
μάγους ποὺ πᾶν στὰ τέσσερα, ὄψιν θεριῶν π’ ἁρπάζουν·
καὶ μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, μεγάλως ἐξεπλάγην,
ποὺ οἱ Νάβαχο οἱ μακρυνοὶ κι’ ἐρημοκυκλωμένοι,
οἱ ἀντίπερα τοῦ ὠκεανοῦ κι’ ἀπολησμονημένοι,
τὴν φάρα τῶν πολιτικῶν τόσον καλῶς ἠξεύρουν.

Τρίτη 8 Ιουλίου 2025

Ἄληστον ὄναρ


Ἄληστον ὄναρ

σπβ΄


Σ’ ἀρχαῖον πατάρι ἀνήλιαγον, σοφίτ’ ἀραχνιασμένην,
ἀπάνω εἰς σκεβρὸν θρονί, τάβλα σαρακιασμένην,
καὶ κάτω ἀπ’ τὴν φωτοχυσιάν, πλάι στὸ μελισσοκέριν,
ἐντὸς βιβλίου κιτρινωποῦ κι’ ἀπ’ ἔξω πετσωμένου,
μέσα εἰς φύλλα πάνλερα, γράμματα σπιλωμένα,
ἐτρέχαν τὰ ὀμμάτια του καὶ τ’ ὄναρ ἀναγνώθει.

«Ἤμην ἐντὸς διαστήματος, οὐχὶ ὡς τὸ ἰδικόν μας,
τὸ κατραμένιον, τ’ ἀμαυρόν, τὸ δνοφερόν, τὸ μέλαν.
Ἦτον ὡς ὕδωρ θολερὸν κι’ ὡς ἄμμος ζαχαρένια,
ὅμως καὶ πάλι διάφανον καὶ μ’ ἄστρη ὁλογιομᾶτον,
ζάλευκα, κόκκινα, χρυσᾶ, πλήθια πολλῶν χρωμάτων.
Εἰς τὸ κενὸν ἐστέκομουν, εἰς βάσιν δὲν ἐπάτουν,
κι’ ἔρμος ἐθώρουν τρόγυρα, ν’ ἀναβιγλίζω τ’ ἄστρη,
κι’ ἠπόρουν ποῦ νὰ εὑρίσκωμαι, τὸν χῶρον συλλογιόμουν.
Αἴφνης ὁράω μιὰ σήραγγα, στόμιον σιμὰ νὰ κεῖται,
κι’ εἶχε τὸ σχῆμα ὀκτάγωνον, οὕτως βαστῶ τὴν μνήμην,
ἀπάνω, κάτω πλειὸ πλατύ, κοντὸ δεξιά, ζερβά του,
κι’ εἶχε τοιχιὰ ὁγρὸν γυαλίν, οἱ ἀστραρμαθιὲς φαινότουν.
Δύναμις κεῖσε μ’ ἔσυρεν κι’ ἔνδον γιὰ μέτρα εὑρέθην
κι’ εὐθὺς συνέβη ἀλλόκοτον, τρόμος δριμὺς ζυγώνει.
Σείστη τῆς σήραγγος ὁ ἀὴρ κι’ ἐβάλθη νὰ πυκνώνῃ,
καὶ σύμπηκτος ἐβάραινεν ὡσότου στέρηο ἐγίνη,
κι’ ἀπόμεινα ν’ ἀκινητῶ, ὀψάριν μὲς στὸν πάγον,
ἀμὴ καλῶς ἀνέπνεα, δίχως πνιγμὸν νὰ νιώθω.
Τότες ἀκέρηα ἡ σήραγγα μὲ βιὰ πολλὴ ἐκινήθη,
κι’ ὁμοῦ ἐκινούμην μέσαθε ποὺ αἰχμάλωτον μ’ ἐκράτει,
κι’ ἔτρεχε πάν’ ἀπ’ τ’ ἄλογο, πλειὸ πάν’ ἀπ’ τὸν πετρίτη,
πάνω κι’ ἀπ’ τὸ πεφτάστερον, νύκτωρ ποὺ ὁδοφλογίζει.
Ἔτρεχε δρόμον ἄπειρον, μύριες ζωὲς νὰ τρέχῃς,
ἀνηφοριές, κατηφοριές, στροφές, τρανὲς εὐθεῖες,
ὥσπου εἰς τ’ ἄκρον ἔφτασεν, λεύτερον ξέβρασέν με,
κι’ εὑρέθην πάλ’ εἰς τὸ κενόν, μετέωρος νὰ πλέω.
Τὴν δῶθ’ ἐβίγλισα μεριά, πλέον σκοτερὴ μοὶ ἐφάνη.
Νῦν πέρα ὀμπρός μου ξέκρινα, σκληρὸν παννὶ αἰωρεῖτο,
τετράγωνον καὶ κίτρινον, μέγα καὶ τεντωμένον,
κι’ εἶπα, «Μὴ ἐστήθη σκηνικόν; Παράστασις ἀρχίζει;»
Μαῦρες μορφὲς ξεπήδησαν, τ’ ἄδειον παννὶ γιομίζει
μ’ εἰκόνες καὶ συμπλέγματα τεράτων καὶ ἡρώων,
καλῶ τα μελανόμορφα, μ’ ἀρχαῖα ἀγγεῖα ὡμοιάζαν,
κι’ ὡς ἔδειχναν μύθους παληοὺς νοημ’ ἄλλον ἐμηνοῦσαν.
Σκηνὴ ἐρχότουν κι’ ἔφευγεν, σειρὰ σκηνὴ ἀκλουθοῦσεν,
κι’ εἰς τὸ κατόπι ἄλλαζε νηά, σκηνὲς ἀράδα ἐπαῖζαν,
κι’ ἐννόησα τὸ ἐσήμαιναν, ἔγνων τὸ ἐσυμβολίσαν.
Ἦσαν τοῦ βίου μου σταθμοί, ἐθώρουν τους καθάρια,
κι’ ἔκραζα, «Νά ποὺ ἐγίνη αὐτό, νά ὅντες συνέβη κεῖνο»
καὶ τὴν ζωήν μου ἐξέταζα, πράξεις μου ἀναμετροῦσα.
Ἐτέλεψ’ ἡ παράστασις, τὸ διάστημα ὅλο ἐσβήστη,
κι’ ἔστεκα μὸν ὡς ὅρασις, πηχτὸν σκοτάδι ὁλοῦθε.
Τετράδιον ἐμφανίστη ὀμπρός, εἰκονογραφημένον,
κι’ οἱ ζωγραφιὲς κοκκινωπές, μὲ δίχως ἄλλον χρῶμα,
κι’ ὡς ἄνοιξεν τὸ ἐξώφυλλον, γυρνοῦσαν οἱ σελίδες,
τὰ σχέδια ἐποίουν κίνησιν, σὰν ζωντανὰ ἐνεργοῦσαν.
Δεσμὸ ἀφηγοῦντο ἐρωτικόν, ἀγάπην ἱστοροῦσαν,
κι’ ἤμην ἐγὼ μὲ θηλυκιά, τρίτον δὲν εἰκονίζαν,
ἐγὼ εἰς τὴν ὄψιν γνώριμος κι’ ἀνέγνωρη ἐκείνη.
Μὲ ἡδὺ φιλὶν ἐτέλειωσεν, μ’ ἁβρὴν ἀγκάλην κλείνει,
κρῖμα, δὲν τὸ κατώρθωσα νὰ ἰδῶ τὸ πρόσωπόν της,
κι’ ἦλθ’ ἁπαλὸν φῶς αὐγινὸν καὶ μ’ ἤγγιξεν τὰ ὀμμάτια».




Πέμπτη 3 Ιουλίου 2025

Ὁ Διγενὴς καὶ ὁ φιλόσοφος


Ὁ Διγενὴς καὶ ὁ φιλόσοφος

σπα΄

Ὠρέχτη λόγια ὁ Διγενὴς καὶ στρώνει φαγοπότιν·
τ’ ἀρχοντολόγι ἐκάλεσε κι’ εἰς τοὺς ἀκρίτας πέμπει,
τάβλες κερνᾷ νὰ μοσχοφᾶν, κοῦπες νὰ γλυκοπιοῦσιν,
στεῤῥὰ θρονιὰ νὰ κάθωνται κι’ ὧρες ν’ ἀντιμιλοῦσιν.
Παράχειλ’ ἅπαξ σήκωσαν, γιομᾶτα τρὶς ὑψώνουν,
κι’ ἕξι ἀδειάζουν ξέχειλα κι’ ἀθθιβολὴν ἐπλέξαν.
Πρῶτον ἱστόρησαν ἀντρειές, φηγήθηκαν πολέμους,
κατόπι ὑμνῆσαν ἔμμορφες κι’ ἔρωτες ἐπαινέψαν,
γιὰ τέρατα ἔπειτα ξηγοῦν, γιὰ θάμματα τοῦ κόσμου.
Περνιότουν γεῖς φιλόσοφος κι’ ἀρχαιοδιαβασμένος:
«Καλῶς τὸν κόσμον λέγομε, τὰ ἐντός του ἀνιστοροῦμε,
οὐδεὶς νὰ εἰπῇ πῶς ἔγινε, τὸ αἴτιον ὅπου ἐπλάστη,
κι’ ἂν ποίημα ἐκ τοῦ μηδενὸς ἢ ἂν πριχοῦ κάτ’ ἦτον.
Κι’ ἂν ἦτον κάτι στὰ πριχοῦ, χάος μὲ δίχως τάξι,
ὀρθὸν θαῤῥῶ το, στέργω το, κηρύττω κι’ ἐννοῶ το.
Τέλειος ἔνι ὁ θεός, ὁ μέγας νοικοκύρης,
καὶ τ’ ἄτακτα δὲν ἀγαπᾷ, τ’ ἀτάσθαλα δὲν θέλει,
τοῦ χάους τὴν ζύμην ἔλαβε κι’ ὡρηόπλασέ την κόσμον,
κι’ ἐγιόμισέ τον μὲ ψυχὴν καὶ νοῦ νὰ κυβερνᾷ τον,
κι’ ἐπρόσταξέ τον νὰ γυρνᾷ ὡσόταν λήξῃ ὁ χρόνος.
Ἀμ’ ἂν ἐγίνη ἐκ μηδενός, γιὰ ὀρθὸν δὲν ἐννοῶ το.
Τέλειος ἔνι ὁ θεός, στὸν ἑαυτόν του μένει,
τὰ πάντα ἐντὸς ἐνέχει τα κι’ εἰς δόξα αἰώνια φαίνει,
γιατί νὰ φτειάσῃ ἀπ’ τὸ μηδέν, ἡ αἰτία νὰ ποιήσῃ;
Ἂν δὲν μορφώσῃ τ’ ἀτελές, τ’ ἄσκημο ἂν δὲν κοσμήσῃ,
σκότη γιατί νὰ πελεκᾷ κι’ ἥσκιους νὰ ζωντανεύῃ;
Μὴν ἔνι τίποτες παιδὶ στοὺς ἄμμους νὰ πυργώνῃ;
Μὸν λέγω καθ’ ὁμοίωσιν τὸ χάος περατώνει…»
Τὸ μάζωμμα ὅντες σχόλασε κι’ ἀπόμεινεν ἀτός του,
τὰ ὡμίλησ’ ὁ φιλόσοφος ὁ Διγενὴς ἐμέτρα·
εἰσέβη ἔρμος στὴν κάμαρην, ἔστρωσε τὸ πευκίν του,
κι’ ἀπάνω ἐγονάτισε νὰ εἰπῇ τὴν προσευχήν του,
κι’ ὡς λέγει τὰ «Πάτερ ἡμῶν» τὸν Κύριον ἠρώτα:
«Πλάστη μας, γυιὲ τῆς Παναγιᾶς, Χριστέ, ὁ ἐσταυρώθης,
τὰ ἐκήρυξ’ ὁ φιλόσοφος πολλὰ ἐθόλωσάν με.
Ξεύρω νὰ κρούγω τὸ σπαθὶ καὶ νὰ μολνῶ σαγίττα,
νὰ παίζω τὸ κοντάριν μου, νὰ πηλαλῶ τὸν μαῦρο,
τ’ ἄῤῥητα κι’ ἅγια δὲν νογῶ, σοφίες δὲν κατέχω.
Τὸν παντογνώστη, Σέ, ῥωτῶ καὶ κάμω τὸν σταυρό μου,
Χριστέ, γιατί μᾶς ἔπλασες; Ποιά ἡ ἀφορμὴ τοῦ κόσμου;»
Κι’ εὐθὺς ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀσημοκουκλωμένη,
λὲς κι’ ἔδωκεν ἀπόκρισι, στράφτει λαλιὰ στὸ νοῦ του.
«Εἰμὶ Ἀγάπη, Διγενή, κι’ ἐντός Της δὲν χωράει,
τὸ πᾶν ἐντός Της, λεύτερο, νὰ ὑπάρξῃ ἀγαπάει,
ἡ Ἀγάπη ἐκ τοῦ μηδενὸς τὸ Πᾶν αἰὲν γεννάει».